Με το κεφάλαιο της ψήφου εμπιστοσύνης, αλλά κυρίως, με αυτό της ψήφου επί της Συμφωνίας των Πρεσπών να έχουν κλείσει από το τέλος της προηγούμενης εβδομάδας, η κυβέρνηση επικεντρώνεται στον από εδώ και πέρα σχεδιασμό της, με έμφαση την καθημερινότητα και την οικονομία, μιας και ο πρωθυπουργός είναι της άποψης ότι το βασικό κριτήριο ψήφου των πολιτών στις επικείμενες εκλογές δεν θα είναι άλλο παρά…η τσέπη τους. Συνεπώς, στοίχημα του Μεγάρου Μαξίμου θα είναι να πείσει ότι η ανάπτυξη που αναφέρεται εδώ και αρκετό καιρό δεν είναι κενό γράμμα, παρά απτή πραγματικότητα.

Κάπως έτσι, ο πρωθυπουργός αναμένεται να αξιοποιήσει σήμερα τη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου, το πρώτο χωρίς τη συμμετοχή των ΑΝΕΛ στον κυβερνητικό συνασπισμό, προκειμένου να προβεί στις ανακοινώσεις για την αύξηση του κατώτατου μισθού που έχει κλειδώσει σε τεχνικό επίπεδο τις προηγούμενες μέρες. 

Κατά τις πληροφορίες, η κυβέρνηση προσανατολίζεται σε αύξηση ύψους 8% επί του μικτού ποσού του κατώτατου μισθού, αύξηση που θα ισχύει οριζοντίως και για όλες τις ηλικίες, πράγμα που επίσης σημαίνει την κατάργηση του λεγόμενου «υποκατώτατου μισθού», όπως ήδη έχουν προαναγγείλει κυβερνητικοί αξιωματούχοι. Μάλιστα, το μέτρο θα έχει άμεση ισχύ και αναμένεται να τεθεί σε εφαρμογή ήδη από 1 Φεβρουαρίου. Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι ο κατώτατος μισθός, από τα 586 ευρώ μικτά που είναι σήμερα θα ανέβει στα 632 ευρώ.

Παράλληλα, η αύξηση του κατώτατου θα οδηγήσει στην ενίσχυση 24 επιδομάτων και ειδικών παροχών που χορηγεί ο ΟΑΕΔ σε τουλάχιστον 300.000 δικαιούχους, όπως το επίδομα ανεργίας, οι παροχές μητρότητας, το ειδικό εποχικό επίδομα και η αποζημίωση ασκουμένων σπουδαστών.

Το επόμενο διάστημα, δε, σειρά θα πάρουν και άλλα εκ των «θετικών νομοσχεδίων», όπως αυτό για την επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων εργασίας που επίσης έχει προαναγγελθεί, αλλά και η ρύθμιση για την επιδότηση ενοικίου, ενώ ως το τέλος Φεβρουαρίου η κυβέρνηση θέλει να έχει αποκρυσταλλώσει και το νέο πλαίσιο αναφορικά με τη ρύθμιση για τις οφειλές ιδιωτών στο δημόσιο και στα ασφαλιστικά ταμεία. 

Το στίγμα του, πάντως, για την επόμενη μέρα έσπευσε να δώσει ο πρωθυπουργός με άρθρο του στην ελληνική έκδοση του Economist«Ο Κόσμος το 2019», όπου υπογραμμίζει ότι «δομικό στοιχείο της δικής μας στρατηγικής είναι η αναδιανομή» και επισημαίνει ότι «μια οικονομία δεν μπορεί να εξασφαλίσει μακροπρόθεσμα θετικά αποτελέσματα αν βασίζεται στην υπερσυσσώρευση πλούτου στα χέρια λίγων. Και αυτό διότι, η πολιτική σταθερότητα, η κοινωνική συνοχή αποτελούν τους πυλώνες μιας ευημερούσας οικονομίας». «Είμαστε αποφασισμένοι να συνεχίσουμε στον ίδιο δρόμο με ακόμη πιο τολμηρά βήματα. Γνωρίζοντας ότι η ελληνική οικονομία είναι μια οικονομία που βασίζεται στην ιδιωτική κατανάλωση και πρέπει δια της αύξησης του διαθέσιμου εισοδήματος, να ενισχυθεί», υπογραμμίζει ακόμα ο κ. Τσίπρας.