Μειωμένα καταγράφονται τα ποσοστά δημοτικότητας του Αμερικανού Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ σύμφωνα με δημοσκόπηση των Washington Post και ABC που δημοσιοποιήθηκε σήμερα και αναδεικνύει την αυξανόμενη ανησυχία των Αμερικανών για τις οικονομικές προοπτικές της χώρας.

Η καλή υγεία της αμερικανικής οικονομίας είναι ένα από τα κεντρικά επιχειρήματα της προεκλογικής εκστρατείας του Ντόναλντ Τραμπ ο οποίος θα επιδιώξει μια δεύτερη τετραετή θητεία το 2020.

Σύμφωνα με την τελευταία δημοσκόπηση των Washington Post/ABC, η δημοτικότητα του Ντόναλντ Τραμπ μεταξύ των Αμερικανών σε ηλικία ψήφου είναι 38% έναντι 44% τον Ιούνιο.

Μπορεί το 56% των Αμερικανών να εκτιμούν πως η κατάσταση της οικονομίας είναι «εξαιρετική» ή «καλή», όμως το ποσοστό αυτό είναι σαφώς μειωμένο σε σχέση με εκείνο πριν από ένα χρόνο (65%).

Εξάλλου, έξι στους δέκα Αμερικανούς εκτιμούν πως μια ύφεση είναι «πολύ πιθανή» ή «μάλλον πιθανή» μέσα στο επόμενο έτος.

Η άποψη των Αμερικανών για τον τρόπο με τον οποίο ο Ντόναλντ Τραμπ διαχειρίζεται τις εμπορικές συνομιλίες με την Κίνα είναι ιδιαίτερα σκληρή: μόνο το 35% των Αμερικανών εγκρίνουν τη δράση του, έναντι 56% που την αποδοκιμάζουν.

Άλλος ένας ανησυχητικός αριθμός για τον ένοικο του Λευκού Οίκου: το 43% των ερωτηθέντων εκτιμούν πως η οικονομική και η εμπορική πολιτική του αύξησαν τις πιθανότητες για μια ύφεση το επόμενο έτος (έναντι 16% που πιστεύουν, αντίθετα, ότι απομάκρυναν την προοπτική μιας ύφεσης).

Έξι Αμερικανοί στους δέκα δηλώνουν πως ανησυχούν ότι ο εμπορικός πόλεμος με το Πεκίνο θα αυξήσει τις τιμές των προϊόντων καθημερινής κατανάλωσης για τις οικογένειές τους.

Η κυβέρνηση Τραμπ υποστηρίζει εδώ και αρκετές εβδομάδες πως οι ανησυχίες για την οικονομία είναι αβάσιμες.

«Δεν βλέπω με κανέναν τρόπο ύφεση» δήλωσε χθες ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Στίβεν Μνούτσιν στο Fox Business, διαβεβαιώνοντας πως ο εμπορικός πόλεμος που διεξάγει ο Ντόναλντ Τραμπ εναντίον της Κίνας δεν θα έχει «κανέναν αντίκτυπο προς το παρόν» στην οικονομία της μεγαλύτερης δύναμης στον κόσμο.

Η δημοσκόπηση των Washington Post/ABC πραγματοποιήθηκε τηλεφωνικά από τις 2 έως τις 5 Σεπτεμβρίου με αντιπροσωπευτικό δείγμα 1.003 ενηλίκων.