Την τύχη πολλών μεγάλων διεθνών έργων υποδομών ενδέχεται να ακολουθήσει και ο αγωγός EastMed, ο οποίος παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί σε πολιτικό και τεχνικό επίπεδο, αποτελεί ένα ακόμη «θύμα» της πανδημίας. Η ιδέα και μόνο του έργου έχει ήδη περάσει από «σαράντα κύματα», ωστόσο, το project λαμβάνει ιδιαίτερη –ηθική έστω υποστήριξη- χάρη στην αποφασιστικότητα της πολιτικής ηγεσίας και τη στήριξη διεθνών παιχτών όπως είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες. Με το Ισραήλ και την Κύπρο να έχουν ήδη εκφράσει επισήμως τις προθέσεις τους για συνεργασία με την Ελλάδα στο θέμα αυτό στις αρχές του έτους και την ιταλική κυβέρνηση να τηρεί αποστάσεις, η χώρα μας κύρωσε πρόσφατα τη διακρατική συμφωνία Ελλάδος-Κύπρου-Ισραήλ-Ιταλίας για την κατασκευή του αγωγού φυσικού αερίου EastMed.

Όπως είναι γνωστό, ο αρχικός σχεδιασμός της όδευσης προβλέπει ο αγωγός να μεταφέρει τα κοιτάσματα του Ισραήλ και της Κύπρου, μέσω της Κρήτης, στην Ιταλία και από εκεί στην Δυτική Ευρώπη. Μια τέτοια εκδοχή σίγουρα προϋποθέτει την εύρεση επαρκούς αερίου στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου προκειμένου να δικαιολογηθεί το κόστος του (7 δις. δολάρια). Και αυτό, διότι, τα υπάρχοντα κοιτάσματα στην Κύπρο δεν επαρκούν ενώ το Ισραήλ, δεν έχει ξεκαθαρίσει τη θέση του σχετικά με τη δέσμευση ποσοτήτων οι οποίες θα μπορούσαν να διατεθούν στον EastMed (ο οποίος θα έχει χωρητικότητα 10 δις. κυβικά μέτρα).

Η επερχόμενη ύφεση και η χαμηλή τιμή του πετρελαίου βάζουν άλλη μια «τρικλοποδιά» στο έργο, το οποίο συναρτάται άμεσα με τις έρευνες υδρογονανθράκων οι οποίες ωστόσο προχωρούν με ρυθμούς «χελώνας» σε παγκόσμιο επίπεδο λόγω των χαμηλών τιμών και της πτώσης της ζήτησης.

Όμως, το θέμα βιωσιμότητας του αγωγού δεν είναι το μοναδικό που απασχολεί την αγορά. Πρόσφατα αναδείχθηκε και ένα άλλο θέμα, εκείνο του ρόλου της Ελλάδας, εφόσον το έργο υλοποιηθεί. Φορείς της αγοράς αναφέρουν ότι η χώρα μας δεν πρέπει να περιοριστεί απλώς στο να καταστεί διαμετακομιστικός κόμβος αλλά θα πρέπει να υπάρξει και εγχώρια παραγωγή προκειμένου να μειωθεί η εξάρτηση από τις εισαγωγές (η οποία φθάνει στο 99%). 

Χαρακτηριστική ήταν η τοποθέτηση της κας Τερέζας Φωκιανού, προέδρου της  Flow Energy και της Επιτροπής Υδρογονανθράκων του ΙΕΝΕ, η οποία μιλώντας στο 3ο webinar που διοργάνωσε το Ινστιτούτο την Παρασκευή, εξέφρασε επιφυλάξεις αναφορικά με την ολοκλήρωση του έργου σημειώνοντας ότι «ακόμη και αν γίνει, η Ελλάδα δεν θα πρέπει να παίξει διαμετακομιστικό ρόλο. Θα πρέπει να έχει οπωσδήποτε δικά της αποθέματα προκειμένου να διαδραματίσει το ρόλο που της ταιριάζει. Αν βρούμε για παράδειγμα αέριο νότια της Κρήτης, τότε τα πράγματα θα είναι πιο εύκολα. Δεν πιστεύω ότι η Ελλάδα έχει όφελος να παίξει απλώς διαμετακομιστικό ρόλο».

Πάντως, παρά τις επιφυλάξεις, πριν από λίγες ημέρες, η IGI Poseidon, η κοινοπραξία που υλοποιεί τον αγωγό EastMed και στην οποία συμμετέχει κατά 50% η ΔΕΠΑ, προχώρησε σε ανοιχτή πρόσκληση μέσω διαδικασίας ανταγωνιστικού διαλόγου, με στόχο την προεπιλογή των δύο υποψηφίων αναδόχων, με αντικείμενο του διαγωνισμού τον λεπτομερή σχεδιασμό, την προμήθεια, την κατασκευή, τη μεταφορά, την εγκατάσταση και το pre-commissioning (EPCI) των τεσσάρων υπεράκτιων τμημάτων του αγωγού, συνολικού μήκους, 1.470 χλμ. και προϋπολογισμού 3 δισ. ευρώ, περίπου.

Αυτό σημαίνει ότι οι διαδικασίες, παρά τα προβλήματα, προχωρούν κανονικά και μάλιστα, ειδικοί αναλυτές αναφέρουν ότι το έργο θα υλοποιηθεί καθώς θεωρείται ύψιστης σημασίας, ακόμη και αν αυτό γίνει με καθυστερήσεις.

Καραγιάννη: Μπορεί να υπάρξουν καθυστερήσεις αλλά ο EastMed είναι ένα έργο «πνοής»

Η Δρ. Μαρίκα Καραγιάννη, ειδική επιστήμονας για την ενέργεια (Τμήμα ΠΕΔΙΣ- Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου), μιλώντας στο insider.gr, εκτιμά ότι οι διαδικασίες για την υλοποίηση μεγάλων έργων υποδομών θα υλοποιηθούν ακόμη και αν υπάρξουν καθυστερήσεις λόγω της πανδημίας. Ειδικότερα, για τον EastMed, αναφέρει ότι:

«Ο αγωγός φυσικού αερίου EastMed είναι ένα έργο πνοής για τις επόμενες γενιές, στρατηγικής σημασίας για τις χώρες και τους λαούς της Ανατολικής Μεσογείου. Η παρούσα αρνητική παγκόσμια οικονομική συγκυρία εξαιτίας της πανδημίας του κορονοϊού σε συνδυασμό με την πτώση των τιμών του πετρελαίου οδηγεί αναπόφευκτα σε μία επιβράδυνση των εργασιών ολόκληρου του ενεργειακού κύκλου, τόσο δηλαδή στο upstream, στην έρευνα και την ανάπτυξη νέων κοιτασμάτων όσο και στο midstream, την κατασκευή δηλαδή και λειτουργία υποδομών μεταφοράς υδρογονανθράκων, είτε χερσαίων, είτε υπεράκτιων. Η επιβράδυνση αυτή, με όλες τις συνακόλουθες αρνητικές συνέπειες, δεν έχει αφήσει ανέγγιχτη καμία από τις μεγάλες ενεργειακές εταιρείες, τραπεζικά ιδρύματα και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς. Ως εκ τούτου, και μέχρι να περάσει η κρίση, ενδέχεται να επιβραδυνθεί η υλοποίησή μεγάλων έργων υποδομών, όπως ο EastMed. Είναι απολύτως φυσιολογικό και θα συμβεί και σε άλλες περιοχές του πλανήτη. Παρά ταύτα, σε πολιτικό επίπεδο, οι διαδικασίες προώθησης του έργου συνεχίζονται με αμείωτη ένταση, καθώς πρόσφατα εγκρίθηκε από την Ελληνική Βουλή με συντριπτική πλειοψηφία η διακρατική συμφωνία Ελλάδας- Κύπρου- Ισραήλ, ενώ αναμένεται και η υπογραφή της συμφωνίας και από την Ιταλία. Δεν είναι τυχαίο ότι το έργο αυτό στηρίζεται και υποστηρίζεται από όλες τις ελληνικές κυβερνήσεις, ανεξαρτήτως κομματικής τοποθέτησης (σπάνιο φαινόμενο για τα ελληνικά δεδομένα), από τα κράτη της Ανατολικής Μεσογείου αλλά και- κυρίως- από την Ε.Ε. και τις ΗΠΑ με μεγάλη θέρμη, γιατί αποτελεί μία μακρόπνοη εναλλακτική της Ρωσίας πηγή προμήθειας φυσικού αερίου για την Ευρώπη. Οπωσδήποτε, πρέπει να προχωρήσουν η έρευνα και εξόρυξη σε Κύπρο και Ισραήλ και, μετά την κρίση, να υπογραφεί η FID (Final Investment Decision) για την οικονομική εν τοις πράγμασι στήριξη του αγωγού.

Όλα αυτά θα γίνουν. Η υλοποίηση τέτοιων μεγάλων έργων υποδομών, όπως ήταν τη δεκαετία 2000 ο πετρελαιαγωγός Baku- Tbilisi- Ceyhan, στην κατασκευή του οποίου έχω δουλέψει στο τμήμα του Αζερμπαϊτζάν, απαιτεί χρόνο, δύσκολες και ενδελεχείς διαπραγματεύσεις μεταξύ όλων των εμπλεκομένων πλευρών δημοσίου και ιδιωτικού τομέα, μεγάλα τραπεζικά κεφάλαια και υπομονή στην κατασκευαστική περίοδο, καθώς συχνά προκύπτει κάτι απρόοπτο. Είναι ένα έργο πνοής για την Ελλάδα, την Ευρώπη και τις επόμενες γενιές».