Ο πρωτογενής τομέας συχνά περιγράφεται ως η «ατμομηχανή» της ελληνικής οικονομίας, όμως μια προσεκτική ματιά αποκαλύπτει μια βαθιά αντιφατική εικόνα. Η νέα, εκτενής μελέτη του ερευνητικού οργανισμού διαΝΕΟσις (Απρίλιος 2026) έρχεται να επιβεβαιώσει με τον πιο ηχηρό, τεχνοκρατικό τρόπο αυτό που οι επαγγελματίες του κλάδου βιώνουμε καθημερινά στο χωράφι: Η ελληνική γεωργία πάσχει από δομικές παθογένειες που ακυρώνουν τη δυναμική της. Δεν αρκούν πλέον τα ευχολόγια… απαιτείται ριζική αναδιάρθρωση.
Διαβάζοντας τους ονομαστικούς δείκτες, κάποιος θα πίστευε ότι ο κλάδος ανθεί. Η συνολική αξία της αγροτικής παραγωγής το 2024 άγγιξε το ιστορικό υψηλό των €15,7 δισ. Όμως, αυτή η εικόνα είναι μια πληθωριστική οφθαλμαπάτη. Εάν απομονώσουμε τις αυξήσεις των τιμών, η πραγματική αξία της παραγωγής (σε σταθερές τιμές 2015) βρίσκεται σε διαρκή πτώση με –6,1% το 2023, –1,1% το 2024, και εκτίμηση για –2% το 2025.
Το πλέον ανησυχητικό είναι η κατάρρευση της Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας (ΑΠΑ). Λόγω της εκτόξευσης του κόστους των εισροών (ενέργεια, λιπάσματα), το κόστος παραγωγής απορροφά πλέον πάνω από το 50% της αξίας παραγωγής. Ενώ έως το 2005 η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία αποτελούσε περίπου τα 2/3 της παραγωγής, σήμερα η αναλογία έχει αντιστραφεί. Ως αποτέλεσμα, η πραγματική ΑΠΑ του τομέα έχει κατακρημνιστεί, καταγράφοντας μείωση 21,7% από το 2019 και φτάνοντας στα χαμηλότερα επίπεδα που έχουν καταγραφεί ποτέ από το 1993.
Γιατί, όμως, δεν μπορούμε να είμαστε ανταγωνιστικοί σε επίπεδο κόστους;
Η απάντηση κρύβεται στην κλίμακα. Η μέση χρησιμοποιούμενη έκταση ανά αγροτική εκμετάλλευση στην Ελλάδα είναι μόλις 54,2 στρέμματα, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος (ΕΕ-27) βρίσκεται στα 171 στρέμματα. Μάλιστα, το 45% των εκμεταλλεύσεων μας λειτουργεί σε εκτάσεις μικρότερες των 20 στρεμμάτων. Αυτός ο ακραίος πολυτεμαχισμός καθιστά αδύνατη την επίτευξη οικονομιών κλίμακας και την απόσβεση σύγχρονου μηχανολογικού εξοπλισμού.
Σε αυτό προστίθεται το δημογραφικό αδιέξοδο. Το 67,9% των διαχειριστών αγροτικών εκμεταλλεύσεων είναι τουλάχιστον 55 ετών, με το 40,5% να ξεπερνά τα 65 έτη. Η δυσκολία προσέλκυσης νέων επιχειρηματιών στερεί από τον κλάδο την καινοτομία.
Η μετάβαση στη Γεωργία Ακριβείας είναι αδύνατη όταν απουσιάζει η γνώση. Οι αριθμοί είναι αμείλικτοι: Το 94,4% των Ελλήνων διαχειριστών αγροτικών εκμεταλλεύσεων διαθέτει μόνο πρακτική εμπειρία, χωρίς καμία απολύτως τυπική εκπαίδευση και μόλις το 0,7% διαθέτει πλήρη αγροτική κατάρτιση. Η έλλειψη εκπαίδευσης ή και ενημέρωσης μπλοκάρει την υιοθέτηση νέων τεχνολογιών και τη δυνατότητα πρόσβασης στα εργαλεία της σύγχρονης αγροτικής παραγωγής.
Ταυτόχρονα, οι τιμές των εισροών αυξάνονται διαρκώς. Η τρέχουσα κρίση στο Στενό του Ορμούζ (2026) συνεχίζει την ανοδική πίεση στις τιμές ενέργειας, που με τη σειρά τους μεταβιβάζονται στα λιπάσματα. Ο ελληνικός αγροτικός τομέας, ως εκμεταλλεύσεις υψηλής εντάσεως ενέργειας, είναι ιδιαίτερα ευάλωτος σε κάθε ενεργειακό σοκ. Η σωρευτική μεταβολή κόστους στις εισροές από το 2019 έως και το 2023 κατέγραψε ανοδική τάση, με τις εκμεταλλεύσεις να πιέζονται από όλες τις πλευρές.
Από την άλλη, παραμένουμε εκτεθειμένοι απέναντι στα ακραία κλιματικά και βιολογικά σοκ. Αυτό φάνηκε ξεκάθαρα με την καταιγίδα Daniel να καταστρέφει τις αποδόσεις σε βαμβάκι και σιτηρά και άλλες καλλιέργειες το 2023–2024 και ταυτόχρονα να πνίγεται πανάκριβος γεωργικός εξοπλισμός, αλλά και με τη σαρωτική επιζωοτία της ευλογιάς των αιγοπροβάτων που οδήγησε στη θανάτωση πάνω από 450.000 ζώων, επιφέροντας ένα ιστορικό πλήγμα στην εγχώρια κτηνοτροφία.
Υπάρχει μια αόρατη κρίση που δεν τονίζεται αρκετά στα σημεία λήψης αποφάσεων: η διαχείριση υδατικών πόρων. Ο αγροτικός τομέας καταναλώνει το 80–85% του διαθέσιμου νερού χώρας. Στη Θεσσαλία, η εξάντληση υπόγειων συστημάτων συνδυάζεται με την ανάγκη υψηλότερης ενέργειας για άντληση. Τα προβλήματα διαχείρισης υδατικών πόρων, υπό καθεστώς κλιματικής αλλαγής, θα αποτελέσουν το κρίσιμο κατακόρυφο περιορισμό της παραγωγικής ικανότητας των εκμεταλλεύσεων τα αμέσως επόμενα χρόνια.
Κλείνοντας, θα λέγαμε πως η ελληνική γεωργία διαθέτει ένα τεράστιο ατού: παρά τις αντιξοότητες, οι εξαγωγές της παραμένουν δυναμικές και το εμπορικό ισοζύγιο είναι θετικό. Για να κεφαλαιοποιήσουμε, όμως, αυτή την εξωστρέφεια, πρέπει να αλλάξουμε δομικά. Δεν χρειαζόμαστε απλώς επιδοτήσεις, αλλά ένα Εθνικό Στρατηγικό Σχέδιο Αγροτικής Ανάπτυξης που θα περιλαμβάνει:
• Επιθετικά κίνητρα για συνενώσεις και συνεργατικά σχήματα εκμεταλλεύσεων
• Μαζικά προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης νέων αγροτών
• Διαφανές σύστημα ενισχύσεων και στοχευμένη χρηματοδότηση
• Αναβάθμιση μηχανισμών διαχείρισης κινδύνου και ασφάλισης παραγωγής
Αν δεν μεγαλώσουμε τις εκμεταλλεύσεις μας, δεν επενδύσουμε στη γνώση και δεν διαχειριστούμε τα νέα κρίσιμα θέματα (ενέργεια, νερό, κλίμα), ο διεθνής ανταγωνισμός θα μας προσπεράσει οριστικά και αμετάκλητα.
Διαβάστε ΕΔΩ περισσότερα άρθρα της ενότητας «Αγροδιατροφή»