Με το σχέδιο νόμου για τις περιοχές Natura που έχει τεθεί σε δημόσια διαβούλευση έως τις 14 Απριλίου, ανοίγει – υπό όρους – η δυνατότητα επεκτάσεων σχεδίων πόλης σε συγκεκριμένες ζώνες. Ωστόσο, ακόμη και αν η ρύθμιση προχωρήσει ως έχει, η πραγματική της δοκιμασία δεν θα κριθεί μόνο στη Βουλή, αλλά και στα δικαστήρια, όπου το νομικό ρίσκο παραμένει ανοιχτό.
Η παρέμβαση του ΥΠΕΝ, με την τροποποίηση του άρθρου 19 του Νόμος 1650/1986, εισάγει για πρώτη φορά τη δυνατότητα πολεοδομικού σχεδιασμού σε τμήματα των περιοχών Natura, συγκεκριμένα στη Ζώνη Βιώσιμης Διαχείρισης Φυσικών Πόρων (Ζώνη Δ). Η συζήτηση μέχρι στιγμής επικεντρώνεται στο αν πρόκειται για εξορθολογισμό της εκτός σχεδίου δόμησης ή για αλλαγή φιλοσοφίας στην προστασία. Ωστόσο, υπάρχει μια δεύτερη διάσταση που αναδεικνύεται ήδη: το κατά πόσο η εφαρμογή της ρύθμισης θα μπορέσει να προχωρήσει χωρίς προσκόμματα.
Ο νόμος ψηφίζεται αλλά η εφαρμογή κρίνεται αλλού
Σε πρακτικό επίπεδο, η νέα ρύθμιση φαίνεται να αγγίζει ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων και ενδιαφερομένων. Ιδιοκτήτες εκτάσεων σε περιοχές Natura, ιδίως σε ζώνες κοντά σε υφιστάμενους οικισμούς, αποκτούν υπό προϋποθέσεις μια πιο σαφή προοπτική αξιοποίησης της περιουσίας τους. Παράλληλα, τοπικές κοινωνίες και δήμοι σε περιοχές με αυξημένες ανάγκες ανάπτυξης αποκτούν ένα εργαλείο πολεοδομικής οργάνωσης, αντί της αποσπασματικής επέκτασης εκτός σχεδίου. Σε ένα ευρύτερο επίπεδο, και δραστηριότητες που συνδέονται με την ανάπτυξη, όπως ο τουρισμός, η αγορά ακινήτων αλλά και η αγροτική οικονομία και τα ενεργειακά projects, ενδέχεται να επηρεαστούν, καθώς διαμορφώνεται ένα πιο σαφές - αν και υπό προϋποθέσεις πλαίσιο χρήσεων γης σε περιοχές που μέχρι σήμερα χαρακτηρίζονταν από αβεβαιότητα.
Από εκεί και πέρα, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο ποιοι επηρεάζονται, αλλά και κατά πόσο η ρύθμιση μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη χωρίς εμπόδια.
Ένα κρίσιμο στοιχείο που συχνά παραβλέπεται είναι ότι ένας νόμος, ακόμη και αν ψηφιστεί και τεθεί σε ισχύ, δεν εφαρμόζεται αυτόματα στο πεδίο χωρίς ενδιάμεσα στάδια. Ο ίδιος ο νόμος δεν ακυρώνεται εύκολα, όμως η εφαρμογή του εξαρτάται από μια σειρά διοικητικών πράξεων, οι οποίες μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο δικαστικού ελέγχου. Στην περίπτωση της ρύθμισης για τις περιοχές Natura, στο επίκεντρο βρίσκονται τα Τοπικά και Ειδικά Πολεοδομικά Σχέδια, οι Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες, οι εγκρίσεις περιβαλλοντικών όρων, καθώς και τα Προεδρικά Διατάγματα που θα εξειδικεύσουν τις χρήσεις γης.
Ακριβώς αυτές οι πράξεις είναι που μπορούν να προσβληθούν στο Συμβούλιο της Επικρατείας, ανοίγοντας έναν δεύτερο κύκλο αξιολόγησης της ρύθμισης, αυτή τη φορά όχι πολιτικό αλλά νομικό.
Το διπλό φίλτρο: Σύνταγμα και ευρωπαϊκό δίκαιο
Ο έλεγχος αυτός δεν είναι τυπικός. Βασίζεται σε δύο πυλώνες: την προστασία του περιβάλλοντος όπως κατοχυρώνεται στο Σύνταγμα και τη συμμόρφωση με το ευρωπαϊκό δίκαιο για τις περιοχές Natura. Στην πράξη, κάθε σχέδιο ή έγκριση θα πρέπει να αποδεικνύει ότι δεν επηρεάζει την οικολογική ακεραιότητα της περιοχής, μέσα από τη λεγόμενη «δέουσα εκτίμηση επιπτώσεων».
Αν αυτή η τεκμηρίωση κριθεί ανεπαρκής, το ΣτΕ μπορεί να ακυρώσει την πράξη, μπλοκάροντας ουσιαστικά την εφαρμογή της ρύθμισης σε συγκεκριμένες περιοχές. Με αυτόν τον τρόπο, το δικαστικό επίπεδο λειτουργεί ως φίλτρο που μπορεί να περιορίσει ή να αναδιαμορφώσει στην πράξη το εύρος του νόμου.
Τι δείχνει η εμπειρία από αντίστοιχες περιπτώσεις
Η νομολογία δείχνει ότι σε ζητήματα χωροταξίας και περιβάλλοντος ο έλεγχος είναι αυστηρός. Σε προηγούμενες περιπτώσεις, έχουν καταγραφεί δύο βασικά μοτίβα. Το πρώτο αφορά πολεοδομικά ή χωροταξικά σχέδια που ακυρώθηκαν επειδή δεν τεκμηριώθηκε επαρκώς η περιβαλλοντική τους επίπτωση ή κρίθηκε ότι υπερέβαιναν τα όρια φέρουσας ικανότητας μιας περιοχής. Το δεύτερο αφορά περιβαλλοντικές εγκρίσεις έργων ή τουριστικών επενδύσεων σε ευαίσθητες ζώνες, οι οποίες ανετράπησαν επειδή δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις του ευρωπαϊκού δικαίου για την προστασία των οικοτόπων. Με βάση αυτά τα δεδομένα, το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η ύπαρξη ενός νόμου δεν αρκεί, αν η εφαρμογή του δεν συνοδεύεται από ισχυρή και συνεκτική περιβαλλοντική τεκμηρίωση.
Τα κρίσιμα σημεία για τη νέα ρύθμιση
Στη νέα ρύθμιση, το βάρος πέφτει κυρίως στις Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες και στον τρόπο με τον οποίο θα οριστεί και θα αποδειχθεί η «οικολογική ακεραιότητα». Από αυτές θα εξαρτηθεί αν μια περιοχή μπορεί να ενταχθεί σε πολεοδομικό σχεδιασμό και σε ποια έκταση. Σε ένα περιβάλλον όπου πολλές μελέτες καθυστερούν ή βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη, η εφαρμογή της ρύθμισης ενδέχεται να μην είναι άμεση ούτε ομοιόμορφη.
Ταυτόχρονα, το γεγονός ότι εισάγεται για πρώτη φορά ένας σαφής μηχανισμός επεκτάσεων σχεδίων πόλης εντός Natura δημιουργεί ένα νέο θεσμικό προηγούμενο, το οποίο μπορεί να αποτελέσει βάση για μελλοντικές παρεμβάσεις αλλά και αντικείμενο εντονότερου δικαστικού ελέγχου.
Από τη Βουλή στην πράξη
Η διαδρομή από τη νομοθέτηση έως την υλοποίηση αποδεικνύεται, και σε αυτή την περίπτωση, το πιο κρίσιμο στάδιο. Η ρύθμιση μπορεί να ψηφιστεί χωρίς ουσιαστικές αλλαγές, όμως η πραγματική της εμβέλεια θα καθοριστεί από τις εγκρίσεις που θα ακολουθήσουν, τις πιθανές προσφυγές και τις αποφάσεις της Δικαιοσύνης.