Δύο σύμμαχοι, ένας πόλεμος αλλά με διαφορετικό συμφέρον και διαφορετικό στόχο. Ο πόλεμος κατά του Ιράν, προϊόν της στενής πολιτικής και στρατηγικής σύμπλευσης του Ντόναλντ Τραμπ και του Μπενιαμίν Νετανιάχου, αποκαλύπτει όσο περνά ο χρόνος όχι μόνο την ισχύ της συμμαχίας τους, αλλά και τα όριά της. Πίσω από την κοινή δράση, διαμορφώνονται ήδη δύο παράλληλες στρατηγικές: η αμερικανική διαχείριση κινδύνου και η ισραηλινή στρατηγική επιβολής.
Η κοινή επιχείρηση κατά του Ιράν εξελίσσεται πλέον σε ένα σύνθετο γεωπολιτικό στοίχημα με πολλαπλά μέτωπα: στρατιωτικά, ενεργειακά, διπλωματικά και εσωτερικής πολιτικής. Δεν πρόκειται απλώς για έναν πόλεμο περιορισμένων στόχων, αλλά για μια σύγκρουση που ακουμπά το ερώτημα της ίδιας της ισορροπίας ισχύος στη Μέση Ανατολή, όπως επισημαίνουν πολιτικοί σχολιαστές.
Για τον Τραμπ, η σύγκρουση εμπεριέχει πολιτικό ρίσκο, οικονομικές συνέπειες και στρατηγική φθορά. Για τον Νετανιάχου, αντίθετα, συνιστά μια ιστορική ευκαιρία αναδιαμόρφωσης του περιφερειακού χάρτη. Εδώ εντοπίζεται και η κρίσιμη απόκλιση: η Ουάσιγκτον επιδιώκει έλεγχο της κλιμάκωσης, ενώ το Τελ Αβίβ φαίνεται διατεθειμένο να την εξαντλήσει.
Και ενώ το Ιράν αποτελεί το κεντρικό πεδίο σύγκρουσης, το Ισραήλ ανοίγει ταυτόχρονα ένα δεύτερο, εξίσου κρίσιμο μέτωπο στον Λίβανο. Η επιδίωξη δημιουργίας «ζώνης ασφαλείας» δεν είναι απλώς τακτική επιλογή, αλλά παραπέμπει σε μια ευρύτερη λογική γεωπολιτικής αναδιάταξης, που αγγίζει τα όρια ενός σύγχρονου μεγαλοϊδεατισμού, σύμφωνα με αναλυτές.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο πώς θα τελειώσει ο πόλεμος, αλλά ποια μορφή θα έχει η περιοχή την επόμενη ημέρα και ποιος θα την καθορίσει.
Οι κοινές θέσεις για το Ιράν
Η συνεργασία Νετανιάχου - Τραμπ εδραιώθηκε πριν από σχεδόν οκτώ χρόνια. Τον Μάιο του 2018, ο πρόεδρος των ΗΠΑ είχε σαμποτάρει τη συμφωνία που ρύθμιζε το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και είχε διαπραγματευτεί ο προκάτοχός του, Μπαράκ Ομπάμα, την οποία ο Ισραηλινός ηγέτης είχε καταδικάσει σταθερά.
Ο Τραμπ και ο Νετανιάχου θεωρούν ότι ένα Ιράν με πυρηνικά όπλα είναι απαράδεκτο και έχουν από κοινού καταδικάσει την απειλή που θέτει το βαλλιστικό πρόγραμμα του Ιράν και η χρησιμοποίηση των υποστηριζόμενων από την Τεχεράνη πολιτοφυλακών. Αυτή η κοινή αντίληψη επεκτείνεται πλέον και στη φύση του ιρανικού καθεστώτος, ειδικά μετά την βίαιη καταστολή μιας λαϊκής εξέγερσης τον Ιανουάριο.
Δυσαρέσκεια στον Λευκό Οίκο
Καθώς όμως ο πόλεμος μπαίνει στο δεύτερο μήνα, γίνεται πλέον σαφές ότι οι δύο χώρες έχουν αρκετές διαφορές ως προς το πώς αντιλαμβάνονται την εξέλιξή του.
Αυτή η πραγματικότητα επηρεάζει και τους δύο ηγέτες, που αντιμετωπίζουν κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις το φθινόπωρο: τις ισραηλινές βουλευτικές εκλογές και τις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ. Σε αντίθεση με τον Νετανιάχου, ο Τραμπ έχει κάθε λόγο να φοβάται μια παρατεταμένη σύγκρουση.
Η συντριπτική πλειοψηφία αντιτίθεται στον πόλεμο, αποδοκιμάζει τη διαχείριση του από τον Τραμπ και είναι εχθρική απέναντι στην ανάπτυξη χερσαίων δυνάμεων, σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες του Pew Research Center, του Reuters Ipsos και του πρακτορείου AP.
Επίσης, ακόμη και Ρεπουμπλικάνοι Γερουσιαστές, ένθερμοι μέχρι πρότινος υποστηρικτές του πολέμου, έχουν εκφράσει δημόσια τη δυσαρέσκειά τους, καλώντας τις ισραηλινές αρχές να «προσέχουν τους στόχους που επιλέγουν» μετά τις επιθέσεις σε ιρανικές ενεργειακές εγκαταστάσεις.
Η ισραηλινή επίθεση στο θαλάσσιο πεδίο φυσικού αερίου South Pars του Ιράν δέκα ημέρες αργότερα, και τα ιρανικά αντίποινα στο Κατάρ – που μοιράζεται το πεδίο με την Τεχεράνη – ανάγκασαν τον Τραμπ να διαβεβαιώσει ότι ο ισραηλινός στρατός δεν θα στοχεύσει ξανά αυτές τις υποδομές.
Λαϊκό έρεισμα για Νετανιάχου
Αντίθετα, ο πόλεμος έχει μεγάλη υποστήριξη από το ισραηλινό κοινό, εκτός από τη μειονότητα Παλαιστινίων στο Ισραήλ. Για τον Νετανιάχου, ο πόλεμος έχει αναδιαμορφώσει τον πολιτικό χάρτη του Ισραήλ σύμφωνα με τους δικούς του όρους, αποσπώντας την προσοχή από τη Γάζα και στρέφοντάς την προς το Ιράν, όπου η εθνική συναίνεση είναι ισχυρότερη και τα επιτεύγματά του σε θέματα ασφάλειας και οικονομίας έχουν τη μεγαλύτερη απήχηση, όπως αναφέρει η Le Monde.
Σε αντίθεση με την Ουάσιγκτον, ο πόλεμος κατά του Ιράν θεωρείται στο Ισραήλ ως πόλεμος αναγκαιότητας, όπως εκτιμούν αναλυτές. Ακόμη και αν δεν επέλθει αλλαγή καθεστώτος, η αποδυνάμωση του Ιράν και του άξονα που ηγείται αποτελεί τεράστιο κέρδος για τον Νετανιάχου.
Ωστόσο, αν και η κοινή γνώμη στο Ισραήλ βλέπει θετικά τον πόλεμο στο Ιράν, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ο Νετανιάχου δεν βλέπει άνοδο στα ποσοστά του, εν όψει των εκλογών.
Σημεία απόκλισης
Tώρα, ο Αμερικανός πρόεδρος φαίνεται να αναγνωρίζει ότι η στρατηγική του Ισραήλ να «αποκεφαλίσει» το ιρανικό καθεστώς θα μπορούσε να περιπλέξει την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων. Στις 23 Μαρτίου δήλωσε ότι ήταν σε επαφή με έναν αξιωματούχο του οποίου το όνομα αρνήθηκε να αποκαλύψει, προσθέτοντας αινιγματικά: «Δεν θέλω να σκοτωθεί».
Μετά την ανακοίνωση αυτών των συνομιλιών – τις οποίες η ιρανική κυβέρνηση έχει διαψεύσει – ο Ισραηλινός πρωθυπουργός επανέλαβε την πρόθεσή του να συνεχίσει τους βομβαρδισμούς. Σύμφωνα με ισραηλινές πηγές που επικαλείται η New York Times, στις 25 Μαρτίου ο ισραηλινός στρατός επιτάχυνε τις επιχειρήσεις, προβλέποντας ότι οι διαπραγματεύσεις Αμερικανών–Ιρανών θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε κάποια μορφή ανακωχής. Τον Ιούνιο του 2025, ο Τραμπ είχε διατάξει δημόσια το Ισραήλ να σταματήσει τις επιθέσεις, αφού είχε δηλώσει το τέλος των εχθροπραξιών.
Το Ισραήλ πάντα αμφισβητούσε την αξία των διαπραγματεύσεων με το ιρανικό καθεστώς και έχει συνηθίσει, τους τελευταίους μήνες, να διακόπτει και να επαναλαμβάνει μονομερώς τις στρατιωτικές του επιχειρήσεις στην περιοχή. Αντίθετα, η επανέναρξη του διαλόγου θα μπορούσε να παρέχει στον Τραμπ μια «διέξοδο», εφόσον και οι δύο πλευρές μπορέσουν να επιδείξουν απτά αποτελέσματα.
Η κλιμάκωση που προκλήθηκε από το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν αποτελεί επίσης σημείο απόκλισης μεταξύ των δύο συμμάχων. Το μπλοκάρισμα θεωρήθηκε γρήγορα ως σοβαρό ζήτημα από τη διοίκηση Τραμπ, κυρίως λόγω της επίδρασής του στις τιμές πετρελαίου και στην υγεία των παγκόσμιων αγορών μετοχών. Το Ισραήλ, από την άλλη, δεν το θεώρησε ανησυχητικό.
Το Ισραήλ έχει το δικό του φυσικό αέριο, μικρή εξάρτηση από τα Στενά του Ορμούζ, και δεν έχει καμία απολύτως ευθύνη για την ελεύθερη ροή του παγκόσμιου εμπορίου.
Αλλαγή καθεστώτος
Από την άλλη, οι ΗΠΑ έχουν τη δική τους εμπειρία από πολέμους αλλαγής καθεστώτος, στους οποίους ο πρόεδρος έχει ασκήσει κριτική και τους οποίους οι περισσότεροι Αμερικανοί δεν υποστηρίζουν.
Υπάρχει ο κίνδυνος ότι ένας πόλεμος που θα διαρκέσει πολλές ακόμη εβδομάδες ή και περισσότερο θα έχει μεγάλο κόστος σε ανθρώπινες ζωές και πόρους των ΗΠΑ, καθώς και τη μορφή μιας παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, στην οποία δεν βρισκόμαστε ακόμη, αλλά ίσως πλησιάζουμε. Θα μπορούσε επίσης να εξαντλήσει στρατιωτικούς πόρους των ΗΠΑ, πλήττοντας τα στρατηγικά τους συμφέροντα στον Ινδο-Ειρηνικό και την Ευρώπη.
Ακόμη και αν το καθεστώς καταρρεύσει, οι συνέπειες θα είναι διαφορετικές για κάθε χώρα. Οι ΗΠΑ θα πρέπει να διαχειριστούν τις επιπτώσεις ενός χαοτικού σκηνικού:
Ενδεχόμενο εμφύλιο πόλεμο στο Ιράν, αποσταθεροποίηση που θα επηρεάσει γειτονικές χώρες και μεταναστευτικές ροές που θα μπορούσαν να πλήξουν την Ευρώπη και τους συμμάχους στον Κόλπο. Ενώ οι ΗΠΑ θα εμπλακούν σε όλα αυτά τα προβλήματα, το Ισραήλ θα είναι ικανοποιημένο με την πτώση του καθεστώτος και λιγότερο ανήσυχο για τις συνέπειες.
«Το Ισραήλ επιδιώκει μια εκστρατεία αλλαγής καθεστώτος με ολοκληρωτικό τρόπο, κάτι που δεν είναι ο στόχος μας», δήλωσε ανώτερος αξιωματούχος της κυβέρνησης των ΗΠΑ στην Washington Post. «Ο Μπίμπι θέλει να καταστρέψει την οικονομία του Ιράν και να αποδεκατίσει την ενεργειακή του υποδομή. Ο Τραμπ θέλει να την διατηρήσει άθικτη».
Ισραήλ και Λίβανος
Υπάρχει μία ακόμη διάσταση: το Ισραήλ έχει μια παράλληλη αλλά ξεχωριστή ατζέντα στον Λίβανο, όπου η Χεζμπολάχ επιτίθεται στο Ισραήλ από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν. Η λιβανική κυβέρνηση και ο στρατός δεν έχουν τηρήσει τις δεσμεύσεις τους βάσει της εκεχειρίας του 2024 για τον αφοπλισμό της Χεζμπολάχ.
Έτσι, το Ισραήλ φαίνεται αποφασισμένο να συνεχίσει μια ξεχωριστή εκστρατεία για να πλήξει περαιτέρω τη Χεζμπολάχ και ενδεχομένως να χρησιμοποιήσει αυτή την πίεση ως μοχλό για μια διπλωματική διαδικασία, ίσως ακόμη και για αναγνώριση του Ισραήλ από τον Λίβανο, αλλά και για να αναλάβει η κυβέρνηση τις ευθύνες της στον αφοπλισμό της οργάνωσης.
Αυτό δεν αποτελεί προτεραιότητα ίδιου επιπέδου για τις ΗΠΑ, αν και επιθυμούν τον αφοπλισμό της Χεζμπολάχ. Πιθανότατα ο πρόεδρος Τραμπ δεν θα αντιταχθεί αν το Ισραήλ συνεχίσει δράσεις στον Λίβανο, ακόμη και αν υπάρξει εκεχειρία με το Ιράν.
Ο ίδιος ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Νετανιάχ έχει επανειλημμένως δηλώσει ότι η χώρα του διευρύνει την ουδέτερη ζώνη στον Λίβανο για να απομακρύνει την απειλή των πυραύλων της Χεζμπολάχ.
Tο Ισραήλ, σύμφωνα με τον Νετανιάχου, θα καταλάβει τον νότιο Λίβανο μέχρι τον ποταμό Λιτάνι, μια περιοχή που ο υπουργός Άμυνας Ισραέλ Κατς αποκάλεσε πρόσφατα «ζώνη ασφαλείας», διευκρινίζοντας για πρώτη φορά την πρόθεση του Ισραήλ να καταλάβει έδαφος που αντιπροσωπεύει σχεδόν το ένα δέκατο της χώρας.