Από τα μέσα του 2026 και συγκεκριμένα από τον Ιούλιο οι πολίτες σε κάποιες περιοχές της χώρας θα έχουν τη δυνατότητα να εξυπηρετηθούν από το νέο σύστημα λειτουργίας των Υπηρεσιών Δόμησης (ΥΔΟΜ), το οποίο έχει στόχο να αυξήσει τη διαφάνεια και να μειώσει τη γραφειοκρατία στις οικοδομικές άδειες και τους ελέγχους. Η μεταφορά των Υπηρεσιών Δόμησης στο Κτηματολόγιο είχε αρχικά προαναγγελθεί από τον πρωθυπουργό, Κυριάκο Μητσοτάκη και ήδη αυτή τη στιγμή το ΥΠΕΝ επεξεργάζεται με λεπτομέρεια το modus operandi της διοικητικής μεταφοράς των ΥΔΟΜ στο Κτηματολόγιο. Ο σχεδιασμός περιλαμβάνει συγκρότηση 20 Περιφερειακών και 77 Τοπικών Κέντρων Δόμησης, τα οποία θα στεγάζονται στα υφιστάμενα Κτηματολογικά Γραφεία και θα λειτουργούν ως δίκτυο παροχής υπηρεσιών.
Το νέο πλαίσιο λειτουργίας θα επιστρατεύσει τις δυνατότητες που προσφέρει η Τεχνητή Νοημοσύνη και όπως επισημαίνουν πηγές του ΥΠΕΝ, σκοπός είναι να δημιουργηθεί ένα πολυεργαλείο που θα αξιοποιεί την ΑΙ. Επιδίωξη είναι, μέχρι τον Ιούλιο να τεθούν σε λειτουργία τα πρώτα πρότυπα κέντρα Υπηρεσιών Δόμησης υπό το Κτηματολόγιο σε συγκεκριμένες περιοχές της Ελλάδας ενώ μέχρι τις αρχές του 2027 το νέο σύστημα θα έχει ολοκληρωθεί και θα είναι πλήρως λειτουργικό σε όλες τις περιοχές τις χώρας. Μέχρι τότε, το πρώτο απτό βήμα που μπαίνει σε τροχιά υλοποίησης μέσα στο προσεχές διάστημα είναι φυσικά η ψήφιση του σχετικού νομοσχεδίου, κάτι που θα ανοίξει ουσιαστικά το δρόμο για τη μεγάλη μεταρρύθμιση.
Τι αλλάζει πρακτικά στις οικοδομικές άδειες και στους ελέγχους
Η «μετακόμιση» των Υπηρεσιών Δόμησης (ΥΔΟΜ) από τους δήμους στο Ελληνικό Κτηματολόγιο δεν συνιστά μια απλή διοικητική αναδιάταξη, αλλά μια βαθύτερη προσπάθεια ανασχεδιασμού του τρόπου με τον οποίο αδειοδοτείται και ελέγχεται η δόμηση στη χώρα. Το μοντέλο που προωθείται στηρίζεται σε έναν ενιαίο φορέα εθνικής εμβέλειας, με ψηφιακή λογική “one stop shop” για το ακίνητο και στενή διαλειτουργικότητα με τις βάσεις δεδομένων του Κτηματολογίου (αλλά και άλλες υπηρεσίες και σε συνεργασία και με άλλα υπουργεία), με στόχο να περιοριστούν οι μεγάλες αποκλίσεις ταχύτητας και αποτελεσματικότητας που παρατηρούνται σήμερα από δήμο σε δήμο. Η βασική επιδίωξη είναι η έκδοση και ο έλεγχος των οικοδομικών αδειών να μην εξαρτώνται από το αν μια δημοτική ΥΔΟΜ είναι υποστελεχωμένη ή «μπλοκαρισμένη», αλλά να ακολουθούν ενιαία πρότυπα και διαδικασίες σε όλη τη χώρα.
Στο νέο σχήμα, στο Κτηματολόγιο μεταφέρονται οι αρμοδιότητες που μέχρι σήμερα συγκεντρώνονταν στις ΥΔΟΜ και αφορούν στον πυρήνα της αδειοδοτικής και ελεγκτικής λειτουργίας: προεγκρίσεις, βεβαιώσεις όρων δόμησης, έκδοση και έλεγχο οικοδομικών αδειών, δειγματοληπτικούς ελέγχους, χειρισμό καταγγελιών, ελέγχους νομιμότητας, διακοπές εργασιών και ανακλήσεις όπου απαιτείται, καθώς και ενέργειες για αυθαίρετες ή επικίνδυνες κατασκευές. Παράλληλα, η πολεοδομική πολιτική δεν αφαιρείται συνολικά από την Αυτοδιοίκηση. Οι δήμοι διατηρούν τις κρίσιμες αρμοδιότητες του πολεοδομικού και τοπικού σχεδιασμού, δηλαδή το πεδίο όπου καθορίζεται το πού και πώς αναπτύσσεται μια περιοχή. Στον πυρήνα της δημοτικής ευθύνης παραμένουν ζητήματα όπως οι μελέτες, οι αναπλάσεις, οι κοινόχρηστοι χώροι και οι πράξεις εφαρμογής, με άλλα λόγια το πλαίσιο που «φτιάχνει τον κανόνα», ενώ η έκδοση και ο έλεγχος της άδειας μεταφέρεται στον κεντρικό μηχανισμό.
Η απόφαση για τη μεταφορά αυτή εδράζεταιστη χρόνια δυσλειτουργία των ΥΔΟΜ, ενώ το σχέδιο αντλεί θεσμικό έρεισμα από πρόσφατη κρίση του Συμβούλιο της Επικρατείας, σύμφωνα με την οποία η αδειοδότηση της δόμησης συνιστά αρμοδιότητα της κεντρικής διοίκησης, ανοίγοντας τον δρόμο για τη μεταφορά της σε έναν εθνικό φορέα.
Εφόσον λειτουργήσει όπως σχεδιάζεται, το νέο σύστημα φιλοδοξεί να μειώσει την «εντοπιότητα» και τις άτυπες εξαρτήσεις, προσφέροντας πιο ενιαία εμπειρία σε πολίτες και μηχανικούς μέσω κοινών ψηφιακών εργαλείων και κεντρικού συντονισμού. Προβλέπεται επίσης μεγαλύτερη προβλεψιμότητα και ενίσχυση της ασφάλειας δικαίου, μέσω ψηφιακής ιχνηλασιμότητας και εργαλείων όπως ο Ενιαίος Ψηφιακός Χάρτης, αλλά και πιο συστηματικοί έλεγχοι με δειγματοληψία βάσει κινδύνου (με στόχο να υλοποιούνται σε έως και το 30% των πράξεων), αξιοποιώντας τεχνικές ανάλυσης δεδομένων και τεχνητής νοημοσύνης.
Ωστόσο, τα ρίσκα παραμένουν σημαντικά. Το εγχείρημα θεωρείται «βαρύ» και η επιτυχία του θα κριθεί από το αν θα εξασφαλιστεί επαρκές και εξειδικευμένο προσωπικό, ουσιαστική εκπαίδευση, ομαλή μεταφορά και ψηφιοποίηση των φακέλων και πραγματική διαλειτουργικότητα με τα υφιστάμενα συστήματα αδειών και μητρώων. Ταυτόχρονα, παραμένει ανοιχτό το θεσμικό μέτωπο με την Αυτοδιοίκηση, καθώς η Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδας έχει θέσει «κόκκινες γραμμές» και δεν αποκλείει προσφυγές, ενώ επισημαίνεται και ο κίνδυνος οι ψηφιακές διαδικασίες –ιδίως η επιλογή ελέγχων με αλγοριθμικά εργαλεία– να λειτουργήσουν ως «μαύρο κουτί» χωρίς επαρκείς εγγυήσεις διαφάνειας και ελέγχου.
Σε κάθε περίπτωση, η μετάβαση αυτή θα κριθεί όχι από το οργανόγραμμα, αλλά από το αν στην πράξη οι έλεγχοι θα διενεργούνται με τον ίδιο τρόπο σε όλη τη χώρα και οι άδειες θα εκδίδονται ταχύτερα (καθώς μέχρι στιγμής, σε αρκετές περιπτώσεις, για τυπικές διαδικασίες εγκρίσεων μπορεί να απαιτούνται πάνω από τρεις μήνες ενώ για πιο σύνθετα ζητήματα όπου καταγράφονται ασάφειες, θεσμικά κενά ή γνωμοδοτήσεις από πολλούς φορείς μπορεί να απαιτηθούν και πάνω από πέντε χρόνια).