Η «επικοινωνιακή διαχείριση» στην Πολιτική είναι συχνά χρήσιμη για να τονίσει και να αναδείξει μία επιτυχία. Σε πολλά ζητήματα, η «διαφήμιση» μπορεί να αποκαλύψει κρυφές ή δυσνόητες πτυχές, και να εξηγήσει πιθανά προβλήματα για την αποφυγή δυσμενών εντυπώσεων. Τέλος, είναι συχνά απαραίτητη η «συστράτευση» της κοινής γνώμης, όπως, για παράδειγμα εναντίον της Φοροδιαφυγής ή του Καπνίσματος.  Από την άλλη, η επικοινωνιακή διαχείριση μίας προβληματικής πολιτικής δεν αρκεί και συχνά βλάπτει αυτούς που την επιχειρούν. Ο Ντόναλντ Τράμπ θα αποδειχθεί, μάλλον, εμβληματικό παράδειγμα, αλλά ο ΣΥΡΙΖΑ και ο κ. Τσίπρας… προηγήθηκαν.

Ίσως η πιο πολυπαιγμένη «ατάκα» στα Μέσα Μαζικής Δικτύωσης είναι το περίφημο «Δηλαδή, συγνώμη, απατεώνες είμαστε;;;» της κας Θεανώς Φωτίου. Ίσως είναι δίκαιη η οργή ή η απόγνωσή της, αλλά ίσως περιέχει και «υποψία αυτογνωσίας». Όταν κάτι είναι απόλυτα αυτονόητο, δεν το κάνεις θέμα. Αν είσαι 1,90 δεν πειράζεινα σε πούνε… «κοντοστούπη». Τσαντίζεσαι, όμως αν είσαι, ας πούμε 1.70. Ίσως, η κα Υφυπουργός όταν το είπε, είχε «εικόνα» για το τί, συνέβαινε με το κόμμα της και γι’ αυτό εξανέστη.

Τα «Μέτρα Τσίπρα» φόρτωσαν μερικά δισεκατομμύρια στις πλάτες μας και των παιδιών μας, αλλά μας άφησαν με την δικαιολογία  ότι… «το παλέψαμε». Δεν ξέρω τί «πάλεψαν» αυτοί, ξέρω όμως πως εμείς κλαίμε γιατί χάσαμε το «μέιλ Χαρδούβελη» και μείναμε με την κα Φωτίου και πολλά δις χρωστούμενα παραπάνω. Ειδικά οι Συνταξιούχοι και οι γονείς των παιδιών που «έφυγαν» για πιο φιλόξενες πατρίδες δεν θα «αγοράσουν» την επικοινωνιακή διαχείριση του 4ου Μνημονίου.

Εδώ τίθεται ένα σοβαρό ζήτημα στη σχέση Κυβέρνησης και Κοινωνίας. Την Κυβέρνηση τη θέλουμε και, μάλιστα, την πληρώνουμε αδρά, κυρίως για να λύνει και σίγουρα όχι για να δημιουργεί προβλήματα. Με αυτό το «μέτρο» θα έπρεπε να αξιολογούμε τους εκάστοτε κυβερνώντες. Μετά την επίλυση προβλημάτων, κάπως σαν μπόνους, περιμένουμε από μία Κυβέρνηση να «προσθέσει» και κάτι σε αυτό που αποκαλούμε Ευημερία της Κοινωνίας, δηλαδή αυτό που λέμε «Πρόοδο». Μάλιστα, για την Πρόοδο αυτή συγχωρούμε ακόμη και λάθη και αστοχίες.

Όταν η κοινωνία μας το 2015 προέβη στο, απονενοημένο διάβημα της επιλογής του ΣΥΡΙΖΑ για να μας «βγάλει από τα Μνημόνια», διέπραξε ένα Ιστορικό Σφάλμα. Αυτό εν μέρει δικαιολογείτο από τη σύγχυση που είχαν προκαλέσει τα εγκληματικά λάθη προηγούμενων ολίγιστων ηγετών και οι φαντασιώσεις ενός ταραχώδους απώτερου παρελθόντος. Η εξάμηνη περιπλάνηση του «θιάσου» των Γιάνηδων και των «υποκλίσεων» σε φανταστικούς συνοδοιπόρους και συμμάχους, δεν άρκεσε για την απαραίτητη αυτογνωσία. Ο λαός μας επιβεβαίωσε την επιλογή τουγια δεύτερη και τρίτη φορά. Από τότε πέρασαν σχεδόν δύο ακόμη χρόνια, χρόνος ικανός για να διαλύσει ακόμη και τις πιο ερεβώδεις χίμαιρες.

Και τώρα, Λαός και η Κοινωνία, έννοιες που θα νόμιζε κανείς ταυτόσημες, αλλά δεν είναι, βρίσκονται μπροστά στο τελικό ερώτημα. Αντιμέτωποι με το «Μεγάλο Ψέμα», όπως και ο Γερμανικός λαός πριν από σχεδόν έναν αιώνα, καλούνται να επιλέξουν. Ποιόν και τί θα πιστέψουν και τί θα «αφήσουν». Βρισκόμαστε μπροστά σε «επιχείρηση» κατασκευής ψεύδους πραγματικότητας. Το εγχείρημα είναι από τη φύση του δύσκολο, πώς να αρνηθείς τα  «γεγονότα», διάολε, αλλά δεν είναι η πρώτη φορά που θα... επιχειρηθεί. Αν κρίνουμε από την Ιστορία, και τους δύο «…ισμούς», στο παρελθόν, η συνειδητοποίηση του ψεύδους… αργεί. Και συχνά, η αργοπορία κοστίζει πολύ. Αλλά, αυτό είναι η… Ιστορία.