Το ασήμι παρουσίασε έντονες διακυμάνσεις τις τελευταίες ημέρες, φτάνοντας σε ιστορικό υψηλό άνω των 120 δολαρίων ανά ουγγιά, πριν ακολουθήσει απότομη πτώση. Έως τη Δευτέρα, η τιμή του είχε υποχωρήσει κοντά στα 72–73 δολάρια, χάνοντας περίπου το 40% της αξίας του.
Παρόμοια πορεία κατέγραψε και ο χρυσός, ο οποίος, μετά το ιστορικό υψηλό άνω των 5.580 δολαρίων ανά ουγγιά, σημείωσε τη μεγαλύτερη ημερήσια πτώση των τελευταίων ετών, υποχωρώντας περίπου κατά 9% συνεχίζοντας πτωτικά και τη Δευτέρα.
Η αναστροφή και στα δύο πολύτιμα μέταλλα αποδίδεται στη μεταβολή του επενδυτικού κλίματος, μετά τον διορισμό του Κέβιν Γουόρς ως προέδρου της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ. Παρά τη διόρθωση, η άνοδος του αργύρου που προηγήθηκε υπήρξε εντυπωσιακή, καθώς από κοντά στα 30 δολάρια ανά ουγγιά στις αρχές του 2025, υπερτετραπλασιάστηκε μέσα σε λίγους μήνες, σηματοδοτώντας μια θεαματική αλλαγή για ένα μέταλλο που επί χρόνια θεωρούνταν ο "φτωχός συγγενής" του χρυσού.
Η προηγούμενη άνοδος τροφοδοτήθηκε εν μέρει με την πτώση του δολαρίου και τις προσδοκίες για μειώσεις των επιτοκίων της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, παράγοντες που καθιστούν τα πολύτιμα μέταλλα πιο ελκυστικά ως ασφαλή περιουσιακά στοιχεία. Ωστόσο, σημαντικότερο ρόλο παίζει το γεγονός ότι η παγκόσμια παραγωγή δεν επαρκεί πλέον για να καλύψει τη ραγδαία αυξανόμενη ζήτηση, ενισχύοντας αυτή την άνοδο.
Προκλήσεις στην παραγωγή αργύρου
Η παγκόσμια παραγωγή αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις. Η Λατινική Αμερική, που καλύπτει πάνω από το ήμισυ της παγκόσμιας παραγωγής, βλέπει τα ορυχεία της να γερνούν και τα αποθέματα να εξαντλούνται. Το Μεξικό, υπεύθυνο για περίπου το 25% της παγκόσμιας προσφοράς, έχει καταγράψει σημαντικές μειώσεις στην παραγωγή τα τελευταία χρόνια, ενώ μεγάλα ορυχεία, όπως το Σαν Χουάν στην πολιτεία Τσιουάουα, ένα από τα μεγαλύτερα της χώρας, πλησιάζουν στο τέλος του κύκλου ζωής τους έως το 2027.
Παρόμοια προβλήματα εμφανίζονται και στο Περού, τη Βολιβία και τη Χιλή, οι οποίες μαζί καλύπτουν σχεδόν το 1/3 του παγκόσμιου αργύρου. Σε αυτές τις χώρες τα κοιτάσματα πλέον έχουν χαμηλότερη περιεκτικότητα σε ασήμι, δηλαδή απαιτείται περισσότερη εξόρυξη για την ίδια ποσότητα μετάλλου, γεγονός που καθιστά την εξόρυξη ακριβότερη και λιγότερο αποδοτική. Παράλληλα, η πολιτική αστάθεια αυτών των χωρών και οι αυστηρότεροι κανονισμοί εξόρυξης αποθαρρύνουν νέες επενδύσεις στον κλάδο.
Γιατί αυξάνεται η ζήτηση για ασήμι;
Η ζήτηση για ασήμι, λοιπόν, αυξάνεται όχι μόνο λόγω της επενδυτικής του αξίας, αλλά και επειδή αποτελεί βασικό υλικό της σύγχρονης τεχνολογίας και της καθαρής ενέργειας. Οι μοναδικές του ιδιότητες, κυρίως η ασύγκριτη ηλεκτρική και θερμική αγωγιμότητα, το καθιστούν αναντικατάστατο στους ταχέως αναπτυσσόμενους κλάδους.
Τα φωτοβολταϊκά πάνελ βασίζονται στο ασήμι για τη μεταφορά ηλεκτρικού ρεύματος, ενώ η παγκόσμια στροφή προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αναμένεται να αυξήσει περαιτέρω τη ζήτηση. Τα ηλεκτρικά οχήματα χρησιμοποιούν σημαντικά περισσότερο ασήμι σε σχέση με τα συμβατικά – σε μπαταρίες, καλωδιώσεις και υποδομές φόρτισης.
Ασήμι και Τεχνητή Νοημοσύνη
Το ασήμι αποκτά ολοένα πιο κρίσιμο ρόλο στην ψηφιακή οικονομία. Τα τσιπ Τεχνητής Νοημοσύνης και τα κέντρα δεδομένων βασίζονται σε αυτό για αξιόπιστα και αποδοτικά κυκλώματα, ικανά να διαχειρίζονται υψηλά ηλεκτρικά φορτία και να απομακρύνουν αποτελεσματικά την ακραία θερμότητα που παράγουν οι εφαρμογές Τεχνητής Νοημοσύνης.
Παρότι η χρήση του ασημιού σε νομίσματα και ράβδους υποχωρεί, η ζήτηση παραμένει ισχυρή χάρη στις βιομηχανικές εφαρμογές, τα κοσμήματα, τα ηλεκτρονικά και τις ιατρικές συσκευές. Σύμφωνα με την Oxford Economics, η κατανάλωση ασημιού στον κλάδο της αυτοκινητοβιομηχανίας αναμένεται να αυξηθεί ετησίως κατά 3,4% έως το 2031, ενώ η ραγδαία επέκταση των κέντρων δεδομένων στις ΗΠΑ αναμένεται να ενισχύσει περαιτέρω τη ζήτηση.
Με ιστορία χιλιάδων ετών, το ασήμι επανέρχεται σήμερα στο προσκήνιο όχι μόνο ως επενδυτικό καταφύγιο, αλλά και ως βασικός πυλώνας της πράσινης και ψηφιακής μετάβασης.
Πηγή: Deutsche Welle