Οι ΗΠΑ δεν μπορούν πλέον να δανειστούν, οι αγορές δεν ανησυχούν, αλλά οι συνέπειες είναι ήδη εδώ

Γιάννης Αγγέλης
Μοιράσου το
Οι ΗΠΑ δεν μπορούν πλέον να δανειστούν, οι αγορές δεν ανησυχούν, αλλά οι συνέπειες είναι ήδη εδώ
Το πρόβλημα με το όριο του αμερικανικού χρέους ανοίγει «νέες τρύπες» στην προσπάθεια των κεντρικών τραπεζών να απαντήσουν στον πληθωρισμό και στην αστάθεια.

Η ιδιαιτερότητα της τρέχουσας κατάστασης που έχει προκύψει από την εξάντληση (19/1/2023) του ορίου δανεισμού της αμερικάνικης κυβέρνησης δεν οφείλεται στο ίδιο το γεγονός, ότι δηλαδή η κυβέρνηση Μπάιντεν απαγορεύεται να εκδώσει ομόλογα για να χρηματοδοτηθεί.

Αυτό έχει συμβεί και στο παρελθόν, την τελευταία φορά με τον Ομπάμα και παρά τις δυσκολίες, κάθε φορά έχει βρεθεί ένας συμβιβασμός μεταξύ Ρεπουμπλικάνων και Δημοκρατικών για την αύξηση του ορίου δανεισμού, που εδώ και μερικές ημέρες έχει πλέον περίπου «παγώσει» στα 31,4 τρισ. δολάρια.

Η ιδιαιτερότητα - και οι συνέπειες - αυτής της «κρίσης» συνδέονται με το γεγονός ότι αυτή έρχεται να συμβεί σε μία εξαιρετικά κρίσιμη... «σύνοδο πλανητών» της νομισματικής και γεωπολιτικής κατάστασης στις ΗΠΑ και τον πλανήτη.

Ορισμένοι αναλυτές, μάλιστα, σπεύδουν να συσχετίσουν και να ερμηνεύσουν σε συνάρτηση με αυτή, κάποια σημαντικά γεγονότα στην άλλη άκρη του πλανήτη, όπως για παράδειγμα τις παρεμβάσεις της Κεντρικής Τράπεζας της Ιαπωνίας που αυξάνει κατά 300 δισ. δολάρια τις αγορές κρατικών ομολόγων μέσα στον Ιανουάριο (!), ή ανάλογες κινήσεις από την Κεντρική Τράπεζα της Κίνας.

Τι ακριβώς συμβαίνει; Με μια παλαιά απόφαση που οφείλεται στους Ρεπουμπλικάνους και ειδικά στο περιβόητο πάλαι ποτέ Tea Party, η αμερικανική κυβέρνηση δεν επιτρέπεται να δανεισθεί πάνω από ένα συγκεκριμένο όριο το οποίο στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι τα 31,4 τρισ. δολάρια.

Για να αλλάξει το όριο αυτό πρέπει να υπάρξει συμφωνία Γερουσίας - Βουλής, δηλαδή με τον τρέχοντα συσχετισμό μεταξύ Ρεπουμπλικάνων Δημοκρατικών, κάτι που σήμερα μοιάζει αδύνατο. Οι Ρεπουμπλικάνοι έχουν ξεκαθαρίσει ότι δεν πρόκειται να δεχθούν αύξηση του ορίου και απαιτούν από τον Μπάιντεν να κάνει δραματικές περικοπές ενάντια στο πρόγραμμά του, ακυρώνοντας στην ουσία όλα τα προγράμματα στήριξης της αμερικάνικης οικονομίας που τρέχουν.

Προφανώς αυτό έχει να κάνει με τις επερχόμενες προεδρικές εκλογές το 2024.

Το αδιέξοδο, οι αγορές και το δολάριο

Οι Δημοκρατικοί δεν το δέχονται και η κυβέρνηση υποχρεώνεται να παγώσει τις πληρωμές του δημοσίου μαζί και μισθούς συντάξεις και... χρέος.

Ολοκληρωτική παύση πληρωμών; Όχι, γιατί η αλήθεια είναι ότι επειδή όλοι γνώριζαν ότι η στιγμή αυτή επρόκειτο να έρθει, η κα. Γιέλεν έχει συγκεντρώσει ένα απόθεμα 340 δισ. δολ., το οποίο μπορεί με διάφορους τρόπους να φτάσει μέχρι το μισό τρισ. δολ..

Αυτό όμως δίνει ένα περιθώριο ημι-λειτουργίας στην κυβέρνηση και διαπραγματεύσεων για συμβιβασμό, το πολύ μέχρι τον Ιούνιο.

Οι αγορές, βέβαια, δεν ανησυχούν για το αν η Ουάσινγκτον θα μπορεί να πληρώνει τα ομόλογά της στη λήξη τους και γι’ αυτό δεν υπάρχει προς το παρόν αναταραχή στην αγορά ομολόγων.

Κάποιες «τρελές» - παλιές - ιδέες έχουν μπει από ορισμένους οικονομολόγους, στο τραπέζι, όπως για παράδειγμα, το δικαίωμα της κυβέρνησης να εκδίδει κάποια αναμνηστικά νομίσματα χωρίς να προσδιορίζει ο νόμος το μέγεθος της αξίας τους. Και στη βάση αυτή, το ΥΠΟΙΚ να εκδώσει ένα πλατινένιο νόμισμα ονομαστικής αξίας ενός τρισ. δολ. και να το καταθέσει στην Fed αποκομίζοντας έτσι άμεση πίστωση ενός τρισ. δολ..

Η κα.Γιέλεν απέρριψε από την πρώτη στιγμή κάθε τέτοιο ενδεχόμενο και έτσι από προχθές πορεύεται μόνο με το... αποθεματικό της και για όσο φτάσει.

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι αυτό είναι ένα πολιτικό παιχνίδι με προδιαγεγραμμένο τέλος τον συμβιβασμό, όποτε και αν αυτός επιτευχθεί.

Πράγματι έτσι είναι, αλλά όχι μόνο «έτσι».

Όταν το αμερικανικό δημόσιο χάνει το δικαίωμα να δανεισθεί από τις αγορές και βγαίνει από τη χρηματαγορά, αυτό σημαίνει ότι στη μεγαλύτερη χρηματαγορά του πλανήτη αποσύρεται ο μεγαλύτερος «δανειολήπτης» του πλανήτη.

Η λειτουργία της αγοράς, η οποία βασίζεται στην επάρκεια της ρευστότητας και τον συντονισμό μεταξύ ζήτησης και προσφοράς κεφαλαίων - αυτή τη «ρύθμιση» έκαναν οι Κεντρικές Τράπεζες μετά το 2008 με το QE - υπόκειται σε ένα μεγάλο σοκ καθώς «αφαιρείται» ο μεγαλύτερος παράγοντας στην πλευρά της ζήτησης, το αμερικάνικο ΥΠΟΙΚ.

Επιπλέον δε όταν αυτό αρχίζει να συμβαίνει, ήτοι η απόσυρση του μεγαλύτερου δανειολήπτη, ο ίδιος δανειολήπτης μετατρέπεται σε πηγή προσφοράς ρευστότητας, καθώς για να καλύψει τις ανάγκες του, «ρίχνει» στην αγορά τα αποθεματικά του ήτοι περί το μισό τρισ. δολ..

Όλα μέσα στους επόμενους έξι μήνες

Και όλα αυτά μέσα στο α' εξάμηνο του 2023, όπου η Fed συνεχίζει, αλλά σε χαμηλότερους ρυθμούς την αύξηση των επιτοκίων λόγω αυτής της αστάθειας.

Αυτή η ανατροπή στην ισορροπία της ρευστότητας αλλάζει βέβαια τα δεδομένα για το πως επιδρά η νομισματική πολιτική στη συγκράτηση του πληθωρισμού. Ήδη στην αμερικανική διατραπεζική αγορά κάποιοι μιλούν για «πάγωμα» μεγαλύτερο από εκείνο του Σεπτέμβρη του 2019.

Αλλά όλα αυτά συμβαίνουν στην οικονομία, η οποία εκδίδει το ισχυρότερο παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα στον πλανήτη…

Με αυτά τα δεδομένα και παρά το ότι σωστά οι αγορές προβλέπουν ότι εύκολα ή δύσκολα στο τέλος θα υπάρξει συμβιβασμός, κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τις συνέπειες από τη νομισματική ανισορροπία που στο μεταξύ προκύπτει σαν συνέπεια του μη δανεισμού από την κυβέρνηση και την επιπλέον κατανάλωση των αποθεματικών της…

Η φυσιολογική πρόβλεψη εδώ θα ήταν ότι το δολάριο θα διολισθήσει τόσο λόγω της κατάστασης στην αγορά κεφαλαίων, όσο και λόγω της πολύ πιθανής αναθέρμανσης των πληθωριστικών πιέσεων.

Αλλά κανείς δεν κάνει προβλέψεις στην αγορά συναλλάγματος χωρίς να... κάψει τα δάχτυλά του.

Η Ιαπωνία πάντως και η Κίνα ετοιμάστηκαν να αντιμετωπίσουν αυξάνοντας τη δική τους εσωτερική ρευστότητα απέναντι σε κάθε ενδεχόμενο τσουνάμι από τις αμερικανικές ακτές.

Αντίθετα, στην Ευρωζώνη τα μηνύματα δείχνουν να κινούνται σε αντίθετη κατεύθυνση.

Όλες οι δηλώσεις των εκπροσώπων της ΕΚΤ δείχνουν «σκληρή» αντιπληθωριστική γραμμή με περαιτέρω αυξήσεις επιτοκίων και tapering από τον Μάρτιο (APP).

Αυτό φυσιολογικά θα ανατιμήσει το ευρώ έστω και προσωρινά και ήδη η σχετική τάση καταγράφεται με το ευρώ να έχει επανέλθει στο 1,09 με το δολάριο. Και οι σχετικές προβλέψεις κάνουν λόγο για υψηλότερα επίπεδα.

Αυτό από την πλευρά του βάζει ένα «φρένο» στον εισαγόμενο πληθωρισμό, αλλά από την άλλη πλευρά κάνει δυσκολότερη τη στήριξη της εξαγωγικής βιομηχανίας, σε μία στιγμή που στις Βρυξέλλες, το Παρίσι και το Βερολίνο αναζητούν τρόπο να αποφύγουν την ύφεση και να τα βγάλουν πέρα με τον αμερικάνικο ανταγωνισμό.

Όλα δείχνουν ότι νέες αναταράξεις χωρίς εύκολες απαντήσεις προστέθηκαν με την είσοδο του 2023, στα όσα ανοικτά μέτωπα κληροδότησε το εφιαλτικό 2022.

Ακολουθήστε το insider.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.

Διαβάστε ακόμη

Η Nomura προειδοποιεί για πληθωριστική «βόμβα» 720 δισ. δολαρίων από την Κίνα

Το νέο trade της JP Morgan στα ελληνικά ομόλογα με φόντο την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας

Τα funds που «προσγειώθηκαν» Ελλάδα και βολιδοσκοπούν τις ελληνικές τράπεζες