Η συγκέντρωση των κέντρων έρευνας και ανάπτυξης (R&D) πολυεθνικών επιχειρήσεων σε ασιατικές κυρίως χώρες αποτελεί πάγια στρατηγική που εφαρμόζεται τα τελευταία 20 έτη με τον κλάδο των τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνίας να κάνει τα πιο τολμηρά βήματα. Πόσο όμως μπορεί η «υπερσυγκέντρωση» τέτοιων κέντρων σε αναπτυσσόμενες χώρες να ωφελήσει τις αναπτυγμένες χώρες προέλευσης και να συντελέσει στην μακροπρόθεσμη ανάπτυξη; Η διεθνής επιχειρηματική εμπειρία και οι διεθνείς έρευνες, όχι μόνο θέτουν υπό αμφισβήτηση αυτό το μοντέλο ανάπτυξης αλλά κρούουν και τον «κώδωνα» του κινδύνου για την παγκόσμια οικονομία.

Το success story της Ινδίας

Η Ινδία, αποτέλεσε έναν από τους πιο συνηθισμένους τόπους υποδοχής τέτοιων κέντρων, τα οποία οι πολυεθνικές εκμεταλλεύθηκαν για να αποκτήσουν πρόσβαση στο  εξειδικευμένο πνευματικό κεφάλαιο καθώς η περιοχή διαθέτει μεγάλο αριθμό καταρτισμένων μηχανικών τεχνολογιών λογισμικού.

Τα περισσότερα διεθνή κέντρα έρευνας και ανάπτυξης συγκεντρώθηκαν στην Μπανγκαλόρ  ( IΒΜ, Lucent HP, Sony, Siemens, Telesoft, Philips, Texas Instruments, LG, Sun Micro, Verifone, SAP, Huawei),  ενώ άλλα ιδρύθηκαν σε περιοχές όπως είναι το Ιντεραμπάντ ( Motorola, Nokia, Bell Labs, Microsoft), η Βομβάη, (Gateway, Informix, Shimadzu, E-gain) ή το Δελχί ( Oracle, Adobe).

Η στρατηγική συγκέντρωσης R & D κέντρων στις αναδυόμενες αγορές

Σαφώς και η Ινδία δεν αποτελεί το μοναδικό παράδειγμα χώρας η οποία αποτελεί ελκυστικό προορισμό εγκατάστασης κέντρων R&D μεγάλων πολυεθνικών από τις αναπτυγμένες χώρες.

Η Κορέα (οι επενδύσεις σε R&D το 2012 αντιπροσώπευαν το 4,36 του ΑΕΠ) και η Κίνα (η οποία σύμφωνα με έκθεση του ΟΟΣΑ έως το 2019 θα αποκτήσει την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία στον τομέα της επιστήμης/τεχνολογίας) αποτελούν επίσης χώρες φιλοξενίας κέντρων R&D. Όσον αφορά στην Ινδία , το 2012 προσέλκυσε 80δις δολάρια σε ξένες επενδύσεις (ποσόν διπλάσιο σε σχέση με το 2010). Όπως καταδεικνύουν πρόσφατες καταγραφές πάνω από το 1/3 των 1000 μεγαλύτερων R&D κέντρων βρίσκονται στην Ινδία ενώ τα τελευταία 5 χρόνια παρατηρείται αύξηση του εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού (μηχανικοί, τεχνικοί πληροφορικής, τηλεπικοινωνιών) κατά 9%. Παράλληλα, σύμφωνα με έρευνα του ΟΟΣΑ για την Επιστήμη, την Τεχνολογία  και τη Βιομηχανία, παρατηρείται σταδιακή μείωση του ειδικού βάρους της R&D στην Ευρώπη , στις ΗΠΑ και στην Ιαπωνία ανοίγοντας το δρόμο σε νέες αγορές, εξέλιξη που λειτουργεί ενισχυτικά σε όλους τους παραπάνω παράγοντες.

Οι λόγοι της στρατηγικής συγκέντρωσης κέντρων έρευνας και ανάπτυξης στις αναδυόμενες αυτές αγορές εντοπίζονται στα πλεονεκτήματα του ανθρώπινου κεφαλαίου και των τοπικών αγορών: μικρότερη δαπάνη κόστους και χρόνου, εκμετάλλευση των ταλέντων των τοπικών κοινωνιών (π.χ στην Ινδία υπάρχουν εκπαιδευτικά ιδρύματα που εξειδικεύονται στους κλάδους τεχνολογίας, πληροφορικής, τηλεπικοινωνιών κλπ) και γνώση των τοπικών αγορών. Μία πολυεθνική δεν επιλέγει μια αναδυόμενη αγορά μόνο για να επενδύσει  στο πνευματικό κεφάλαιο και σε έργα υποδομής για R & D αλλά και για να πουλήσει στην τοπική αγορά και να «ανοιχτεί» σε νέες χώρες με βάσει την τοπική εγγύτητα που δημιουργείται.  Πρόκειται για το λεγόμενο «wedding innovation with business value».

Η «αντίστροφη» καινοτομία και οι πραγματικοί κερδισμένοι

Η ανάπτυξη R&D κέντρων σε αναπτυσσόμενες οικονομίες έχει τελικά μόνο πλεονεκτήματα;  Μάλλον όχι, καθώς  η ανάπτυξη παρατηρείται κυρίως στις μεγάλες πόλεις με την ύπαιθρο να παραμένει στην αφάνεια ενώ δεν είναι πλέον λίγες οι πολυεθνικές, οι οποίες ευθύνονται για την αύξηση των επιπέδων ανεργίας στις (αναπτυγμένες) χώρες προέλευσης εξαιτίας της μεταφοράς της δραστηριότητας R & D σε τρίτες χώρες. Παράλληλα, οι μισθοί παραμένουν αισθητά χαμηλότεροι από τους αντίστοιχους που λαμβάνουν στελέχη στις αναπτυγμένες χώρες.  

Ο Javier Santiso, Καθηγητής Οικονομικών στο ESADE Business School και διευθυντής του ESADE Center for Global Economy and Geopolitics,κάνει λόγο για δύο νέα στοιχεία τα οποία δεν θα έπρεπε να αγνοηθούν Πρόκειται για την «διασπαστική καινοτομία»  η οποία σχετίζεται με τις ίδιες τις πολυεθνικές που δημιουργούνται στις αναδυόμενες οικονομίες (ως συνέπεια της γνώσης και των παραδειγμάτων που έλαβαν από την μεταφορά του know-how από τις αναπτυγμένες χώρες). Οι πολυεθνικές των χωρών αυτών «εξάγουν» την καινοτομία τους στις αναπτυγμένες χώρες ενώ συγκεντρώνουν κεφάλαια ενίσχυσης των start ups (π.χ η Google επενδύει σε start ups σε τρίτες χώρες). Τα στοιχεία αυτά, τις καθιστούν «επικίνδυνα» ανταγωνιστικές καθώς πουλούν ακόμη και κατά 75% φθηνότερα σε σύγκριση με τον ανταγωνισμό στις αναπτυγμένες χώρες, όπως καταδεικνύεται και στη μελέτη «Emerging Mareket’s Decade Corruption» του Project Syndicate.

Δεύτερον,  η «αντίστροφη» καινοτομία  με την συγκέντρωση R&D κέντρων ξένων πολυεθνικών στην Ινδία, την Κίνα κλπ, μπορεί να οδηγήσει σε μονομερή γεωγραφική αναδιάταξη της γνώσης με συγκέντρωση του επιστημονικού προσωπικού στις τρίτες χώρες (π.χ η IBM απασχολεί περισσότερους εργαζομένους στην Κίνα παρά στις ΗΠΑ).  Τα κράτη των αναπτυσσόμενων οικονομιών πιθανολογείται ότι θα διεκδικήσουν την μερίδα του λέοντος στην παγκόσμια ανάπτυξη μέσα στα επόμενα χρόνια, κάτι που θα οδηγήσει σε αναδιάταξη του παγκόσμιου πλούτου και της καινοτομίας και τη δημιουργία σοβαρών επιπτώσεων στην απασχόληση και την ανάπτυξη των χωρών προέλευσης (αναπτυγμένων χωρών).

Οι χώρες του ΟΟΣΑ αγνοούν τον κίνδυνο

Μέχρι στιγμής, οι οικονομίες των χωρών του ΟΟΣΑ δεν δείχνουν να αναλαμβάνουν προληπτική δράση ή να αντιλαμβάνονται πλήρως το μέγεθος του κινδύνου.  Κάποιες ενέργειες ωστόσο, θα μπορούσαν να δράσουν ανασταλτικά στις πιθανές συνέπειες. Μια λύση θα μπορούσε να αποτελέσει η μερική επιστροφή των κέντρων στις μητρικές εταιρείες που εδρεύουν στις αναπτυγμένες χώρες προκειμένου να επωφεληθούν και από την συγκέντρωση των θεσμών, των προμηθευτών και των τοπικών επιχειρήσεων (κατά το παράδειγμα της Silikon Valley στην Καλιφόρνια όπου όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη βρίσκονται σε απόσταση «συνεργασίας» μεταξύ τους). Μία ακόμη εναλλακτική θα μπορούσε ένα είναι η ενίσχυση άλλων επιχειρηματικών κλάδων στις τρίτες χώρες  όπως είναι να δοθεί έμφαση  όχι  αποκλειστικά στο R&D αλλά στην πώληση των αγαθών των μητρικών εταιρειών .

Η θέση της Ελλάδας ως κέντρο συγκέντρωσης πνευματικού κεφαλαίου

Η γεωκεντρική στρατηγική των πολυεθνικών θα μπορούσε να επωφεληθεί από τις πραγματικές δυνατότητες της παγκόσμιας αγοράς πνευματικού κεφαλαίου και να εκμεταλλευτεί ταλέντα όχι μόνο από τις αναπτυσσόμενες χώρες αλλά και από ευρωπαϊκές χώρες (όπως είναι π.χ η Ελλάδα ή τα βαλκανικά κράτη) προκειμένου να υπάρξει μια ισορροπία στην γεωγραφία της διασποράς των επενδύσεων στην έρευνα και ανάπτυξη η οποία θα συνδυαστεί με ώθηση σε οικονομίες που το έχουν ανάγκη. Ειδικά, σε κράτη όπως είναι η Ελλάδα όπου τα τελευταία στοιχεία της μελέτης του δικτύου Endeavor κάνουν λόγο για μαζική φυγή του πνευματικού κεφαλαίου  (τουλάχιστον 200.000 επιστημόνων από την αρχή της κρίσης μέχρι σήμερα), αυτός θα ήταν ένας καλός λόγος για να παραμείνουν οι επιστήμονες εντός της χώρας και να απασχοληθούν σε αυτόν τον τομέα συνεργαζόμενοι με ξένες ή τοπικές πολυεθνικές.