«Συνηθίστε το… Τα χαμηλά επιτόκια ήρθαν για να μείνουν», διαμηνύει ο καθηγητής Οικονομικών στο Stony Brook University, Noah Smith, επιχειρώντας να σκιαγραφήσει τα νέα δεδομένα που γεννά στην παγκόσμια οικονομία το περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων που έχουν διαμορφώσει οι ισχυρότερες κεντρικές τράπεζες του πλανήτη.

«Γιατί τα επιτόκια διαμορφώνονται σε τόσο χαμηλά επίπεδα;», διερωτάται ο Smith, επισημαίνοντας πως, σε όρους μακροοικονομίας, αυτό συνιστά ένα από τα μεγαλύτερα ερωτήματα που απασχολούν σήμερα τον πλανήτη.

Όπως εξηγεί, το κόστος δανεισμού μέσω κρατικών ομολόγων, τη δεδομένη χρονική συγκυρία, διαμορφώνεται κοντά στα ιστορικά χαμηλά (επίπεδα), σε ολόκληρο τον κόσμο.

Το ίδιο ισχύει και για το κόστος δανεισμού μέσω εταιρικών ομολόγων, αλλά και για τα junk bonds (ομόλογα χαμηλής πιστοληπτικής διαβάθμισης, γνωστά και ως σκουπίδια).

Την ίδια στιγμή, σε ιστορικά χαμηλά κινείται και το κόστος άντλησης κεφαλαίου, γεγονός που διευκολύνει την πρόσβαση των επιχειρήσεων στις πηγές χρηματοδότησης.

Με άλλα λόγια, είτε πρόκειται για μια κυβέρνηση, είτε για μια μεγάλη εταιρεία ή ακόμη και για μια μικρή νεοφυή (startup) επιχείρηση, ποτέ άλλοτε δεν ήταν τόσο φθηνή η απόκτηση κεφαλαίου, ήτοι ποτέ δεν ήταν ευκολότερη η πρόσβαση σε πηγές χρηματοδότησης.

To χρονικό της πτωτικής τροχιάς των επιτοκίων

Τα κόστη δανεισμού κάθε είδους κινούνται πτωτικά από τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Τα πρώτα χρόνια οι ανά τον κόσμο κεντρικές τράπεζες προχώρησαν σε ποσοτική σύσφιξη, ωθώντας ανοδικά τα επιτόκια, σε μια απόπειρα συγκράτησης του πληθωρισμού.

Ωστόσο, η πτωτική τάση που έχει καταγραφεί τα τελευταία 15 χρόνια – και κυρίως μετά το ξέσπασμα της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης – επιβεβαιώνει πως όσα σημειώνονται, ξεπερνούν κατά πολύ την επιστροφή στην ομαλότητα και προμηνύουν πως κάτι παράξενο συμβαίνει.

Η κατάσταση αυτή έχει προκαλέσει κύμα ανησυχιών στους οικονομολόγους, γιατί πολύ απλά μπορεί να σημάνει πως παλαιότερες θεωρίες είναι εσφαλμένες.

Οι υφιστάμενες συνθήκες δύνανται να προκαλέσουν ανησυχία και στους κεντρικούς τραπεζίτες, καθώς μπορούν να εμποδίσουν τυχόν δράσεις τους (σε όρους ονομαστικής αξίας τα επιτόκια δεν μπορούν να υποχωρήσουν κάτω του μηδενός και συγκεκριμένα σε αρνητικά επίπεδα), ακόμη και αν αυτό αυξάνει την αβεβαιότητα για το πώς λαμβάνονται οι εκάστοτε αποφάσεις.

Τελικά γιατί το κόστος δανεισμού κινείται σε τόσο χαμηλά επίπεδα, με έναν τρόπο τόσο αξιοπερίεργο;

Ο Noah Smith επισημαίνει πως τα επιτόκια δανεισμού καθορίζονται από τις αγορές, όταν οι δανειζόμενοι συναντούν τους δανειστές – πιστωτές τους.

Η πιο πιθανή εξήγηση για κάθε τάση μείωσης των επιτοκίων αφορά είτε στην αυξημένη επιθυμία για χορήγηση δανείου (από την πλευρά του πιστωτή) είτε στη μειωμένη βούληση για αίτημα δανειοδότησης (από την πλευρά του δανειζόμενου). Δεν αποκλείεται ωστόσο να συμβαίνουν ταυτόχρονα και τα δύο.

Η πρώτη θεωρία που θα μπορούσε να εξηγήσει όλα τα παραπάνω αφορά στην ευθύνη που έχουν οι κεντρικές τράπεζες στην κατεύθυνση διαμόρφωσης του κόστους δανεισμού.

Πρόκειται για μια θεωρία που έχει κάποιο έρεισμα στην πλειοψηφία των ανθρώπων, ιδίως από τότε που όλοι μας ενημερωνόμαστε για τις αποφάσεις της αμερικανικής Fed ή της Bank of Japan περί διατήρησης των επιτοκίων κοντά σε μηδενικά επίπεδα.

Ωστόσο, το γεγονός ότι οι κεντρικές τράπεζες μειώνουν κοντά σε μηδενικά επίπεδα τα επιτόκιά τους, αυτόματα δεν σημαίνει πως πρέπει να εργαστούν σκληρά προκειμένου να επιτύχουν αυτό το στόχο.

Εάν οι αγορές τείνουν από μόνες τους προς ένα περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων, αυτό σημαίνει πως οι κεντρικές τράπεζες περνούν σε δεύτερη μοίρα.

Η δράση των κεντρικών τραπεζών

Με άλλα λόγια, η Fed μπορεί κάλλιστα να θυμίζει τον ενοχλητικό μικρό αδερφό, που σου λέει «συνέχισε να αναπνέεις» και όταν τελικά το κάνεις, σου δηλώνει πως ενοχλείται από τον τρόπο με τον οποίο γίνεται.

Υπάρχουν λόγοι που μπορούν να αποδείξουν πως οι κεντρικές τράπεζες δεν αποτελούν τελικά τον νούμερο ένα καταλύτη για τη διαμόρφωση του κόστους δανεισμού σε χαμηλά επίπεδα.

Κατά πρώτον, πρέπει να επισημανθεί πως σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα δεν κινούνται μόνο τα επιτόκια σε όρους ονομαστικής αξίας. Το ίδιο συμβαίνει ταυτόχρονα και στα επιτόκια που είναι προσαρμοσμένα με την πορεία του πληθωρισμού.Η πλειοψηφία των οικονομολόγων θεωρεί πως τα πραγματικά επιτόκια δεν μπορούν να επηρεαστούν από τη διαμόρφωση της νομισματικής πολιτικής για μακρά χρονική περίοδο.

Σε δεύτερο επίπεδο, μεγάλη μερίδα οικονομολόγων εκτιμά πως εάν οι κεντρικές τράπεζες διατηρήσουν τα επιτόκιά τους σε επίπεδα χαμηλότερα έναντι εκείνων που επιθυμούν οι αγορές, τότε ο πληθωρισμός θα πάρει την ανιούσα.

Αυτό που επίσης πρέπει να τονιστεί είναι πως το τέλος του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης (αγορά κρατικών ομολόγων) της Fed μοιάζει να έχει περιορισμένο τελικά αντίκτυπο.

Η υπόθεση του Ben Bernanke

Υπό το πρίσμα αυτό, μήπως τελικά ο μεγάλος καταλύτης για τη διαμόρφωση των επιτοκίων είναι οι καταθέσεις; Αυτή ήταν η διάσημη υπόθεση που διατύπωσε το 2005 ο πρώην διοικητής της Fed, Ben Bernanke. Κεντρική ιδέα της υπόθεσης αυτής είναι η εξής:

  • Οι αναπτυσσόμενες χώρες – όπως η Κίνα – τείνουν να αποταμιεύουν περισσότερο από το να κάνουν επενδύσεις.
  • Αυτή η υπερβολική διάθεση κεφαλαίου μεταφέρεται στις ΗΠΑ, μειώνοντας το κόστος δανεισμού.
  • Από το ξέσπασμα της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης, τα επιτόκια καταθέσεων τείνουν επίσης να κινούνται ανοδικά στις ΗΠΑ, ενώ η νέα αυτή πραγματικότητα τείνει να καταστεί παγκόσμια.

Ένας ακόμη λόγος διαμόρφωσης των επιτοκίων σε χαμηλά επίπεδα μπορεί να αναζητηθεί, ίσως, στην πορεία της ζήτησης, καθώς η επιθυμία να δανειστεί κανείς χρήματα βαίνει μειούμενη και μάλιστα διεθνώς.

Για τα νοικοκυριά στις ΗΠΑ και τις άλλες χώρες όπου έγινε αντιληπτή η ανοδική τάση του χρέους, επιβεβαιώθηκε περίτρανα πως η δυναμική του χρέους ήταν πολύ πιο επικίνδυνη από ότι ο καθένας μπορούσε να φανταστεί.

Δέσμιες της πολιτικής αβεβαιότητας οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις

Οι επιχειρήσεις στην Ευρώπη εμφανίζονται, χωρίς καμία αμφιβολία, διστακτικές να προβούν σε δανεισμό, ώστε εν συνεχεία να προχωρήσουν σε επενδύσεις, δεδομένης της αύξησης της πολιτικής αβεβαιότητας  λόγω της κατάστασης της ελληνικής οικονομίας – και του αντίκτυπου αυτής στο σύνολο της Ευρωζώνης.

Σε ό,τι αφορά τις πλούσιες χώρες, εκεί εντοπίζεται εσχάτως η τάση μείωσης του πληθυσμού, γεγονός που συρρικνώνει αυτόματα τις εγχώριες αγορές και αποτρέπει τις εταιρείες από κάθε ενδεχόμενη απόπειρα επέκτασης.

Στις ΗΠΑ, οι εταιρείες τείνουν να περιορίζουν την επενδυτική τους δραστηριότητα, υπό το βάρος των φόβων για αδύναμες επιδόσεις στον κλάδο των εξαγωγών.

Στην Κίνα, η επιβράδυνση της οικονομίας επιβεβαιώνεται, όπως επίσης και σε μια σειρά άλλων χωρών του ανεπτυγμένου κόσμου.

«Στοίχημα» οι μεγάλες επενδύσεις

Οι μεγάλες επενδύσεις απαιτούν μεγάλα στοιχήματα, επισημαίνει, μεταξύ άλλων, ο αρθρογράφος, προειδοποιώντας ωστόσο πως σε μια εποχή μαζικών αναταραχών, κανείς δεν είναι σε πραγματική θέση να γνωρίζει που πρέπει να επενδύσει. 

Όσο οι αναταραχές αυξάνονται, τόσο επιβραδύνεται η παραγωγικότητα.

Πως θα μπει φρένο στα χαμηλά επιτόκια;

Όπως σπεύδει να διαμηνύσει ο Noah Smith, ο ίδιος δεν θα βασιζόταν στις κεντρικές τράπεζες για τον σκοπό αυτό, καθώς, όπως εκτιμά, δεν πρόκειται να ρισκάρουν να πυροδοτήσουν νέο γύρο υφεσιακών καθεστώτων, μέσω της απόπειράς τους να αυξήσουν τα επιτόκιά τους.

Ούτε όμως οι εταιρείες θα καταστούν ξαφνικά γενναίες, προβαίνοντας σε μεγάλες επενδύσεις ανά τον κόσμο.

Υπάρχουν κάποιοι τρόποι ανάσχεσης αυτής της πτωτικής τροχιάς, τρόποι οι οποίοι μπορούν να αναζητηθούν σε αρχικό στάδιο, ξεκινώντας από τα νοικοκυριά.

Όμως, κατά γενική ομολογία, η επιβράδυνση της παγκόσμιας ανάπτυξης και η συνεχιζόμενη τάση αναταραχής – ακόμη και σε όρους τεχνολογίας – σηματοδοτούν πως η περίοδος διαμόρφωσης χαμηλών επιτοκίων θα είναι μακρά.