Η σύνοδος του ΟΗΕ για το κλίμα (COP25) η οποία ολοκληρώθηκε σήμερα δεν στάθηκε στο ύψος της επείγουσας κλιματικής κατάστασης, εγκρίνοντας μια συμφωνία ως προς τα ελάχιστα, χωρίς να συμφωνήσει σε σημαντικά σημεία λόγω των επιφυλάξεων ορισμένων χωρών.

Έπειτα από δύο εβδομάδες δύσκολων διαπραγματεύσεων, η διάσκεψη που διεξήχθη στη Μαδρίτη απέτυχε να καταλήξει σε μια συμφωνία για τους κανόνες των διεθνών αγορών άνθρακα, ένα από τα πλέον αμφιλεγόμενα ζητήματα στη διάσκεψη μαζί με το πώς θα χρηματοδοτηθούν οι πιο φτωχές χώρες προκειμένου να περιορίσουν τις καταστροφές που προκαλεί η κλιματική αλλαγή.

Έπειτα από έναν χρόνο που σημαδεύτηκε από κλιματικές καταστροφές κάθε είδους, τις ηχηρές εκκλήσεις εκατομμυρίων νέων που κατέβηκαν στους δρόμους πίσω από την έφηβη Σουηδέζα Γκρέτα Τούνμπεργκ, και τις πάντα πιο ψυχρές επιστημονικές εκθέσεις, οι περίπου 200 χώρες που υπέγραψαν τη Συμφωνία του Παρισιού υπέστησαν μια άνευ προηγουμένου πίεση για αυτή την COP25 υπό την προεδρία της Χιλής που μεταφέρθηκε στη Μαδρίτη λόγω της κρίσης που πλήττει τη χώρα αυτή της Νότιας Αμερικής.

Όμως μετά το τέλος αυτής της διάσκεψης που υπερέβη κατά 40 και πλέον ώρες το αρχικό πρόγραμμα, κανείς δεν είδε στα κείμενα που εγκρίθηκαν σήμερα να αντανακλάται αυτό το αίτημα για ριζοσπαστικές και άμεσες ενέργειες.

Το τελικό κείμενο καλεί πράγματι για «επείγουσες ενέργειες» προκειμένου να μειωθεί η απόσταση ανάμεσα στις δεσμεύσεις και τους στόχους της συμφωνίας του Παρισιού για τη μείωση της αύξησης της θερμοκρασίας στους +2 βαθμούς Κελσίου , ακόμη και στον 1,5 βαθμό Κελσίου. Όμως το λεκτικό είναι «στρυφνό» και το αποτέλεσμα «μέτριο», εκτίμησε η Κατρίν Αμπρέ, από το Climate Action Network.

«Οι κύριοι δρώντες από τους οποίους αναμενόταν πρόοδος δεν ανταποκρίθηκαν στις προσδοκίες», δήλωσε η Λοράνς Τουμπιανά, αρχιτέκτονας της Συμφωνίας του Παρισιού, σημειώνοντας ωστόσο πως η συμμαχία των νησιωτικών ευρωπαϊκών, αφρικανικών και λατινοαμερικανικών χωρών επέτρεψε να «βγει το λιγότερο κακό δυνατό αποτέλεσμα, ενάντια στη βούληση των μεγάλων ρυπαντών».

Το πρώτο κείμενο που παρουσιάστηκε χθες από τη χιλιανή προεδρία προκάλεσε την οργή των χωρών αυτών, οδηγώντας σε έναν νέο γύρο διαπραγματεύσεων.

«Σήμερα οι πολίτες του κόσμου απαιτούν από εμάς να πάμε πιο γρήγορα και καλύτερα, είτε στον οικονομικό τομέα, είτε στον τομέα της προσαρμογής, είτε σε αυτόν της μείωσης των εκπομπών», δήλωσε η Χιλιανή υπουργός Περιβάλλοντος Καρολίνα Σμιτ.

«Οι συζητήσεις αυτές αντανακλούν την ασυμφωνία ανάμεσα στους ηγέτες από τη μια πλευρά και την επιτακτικότητα της κατάστασης που δείχνει η επιστήμη και τα αιτήματα των πολιτών στους δρόμους [από την άλλη]», συνοψίζει η Χέλεν Μάουντφορντ από το World Resources Institute, η οποία εκτιμά πως το πνεύμα της Συμφωνίας του Παρισιού δεν είναι παρά μια «μακρινή ανάμνηση».

Με τον σημερινό ρυθμό εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, ο υδράργυρος μπορεί να αυξηθεί μέχρι 4 ή και 5 βαθμούς Κελσίου μέχρι το τέλος του αιώνα. Ακόμα κι αν οι περίπου 200 χώρες που υπέγραψαν τη Συμφωνία του Παρισιού τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους, η υπερθέρμανση μπορεί να ξεπεράσει τους τρεις βαθμούς Κελσίου.

Ως εκ τούτου για να μειωθεί αυτή η απόκλιση όλες οι χώρες πρέπει να υποβάλουν μέχρι την COP26 που θα διεξαχθεί στη Γλασκόβη το επόμενο έτος μια αναθεωρημένη εκδοχή των σχεδίων τους για μειώσεις εκπομπών. Όμως δύο εβδομάδες συζητήσεων ανέδειξαν μια ολοφάνερη διαίρεση στο πλαίσιο της διεθνούς κοινότητας.

Όπως ήταν αναμενόμενο, σχεδόν καμία από τις μεγάλες χώρες-ρυπαντές δεν έκανε κάποια σημαντική ανακοίνωση για την αύξηση των στόχων της, ούτε έδωσε κάποια σαφή ένδειξη για μια τέτοια πρόθεση για το 2020. Προφανώς όχι οι Ηνωμένες Πολιτείες που εγκατέλειψαν τη Συμφωνία του Παρισιού τον περασμένο Νοέμβριο, αλλά ούτε και η Κίνα ή η Ινδία.

Οι δύο αυτές μεγάλες οικονομίες επιμένουν, προτού αναφερθούν στις δικές τους αναθεωρημένες δεσμεύσεις, στην ευθύνη των ανεπτυγμένων χωρών να κάνουν περισσότερα και να τηρήσουν την υπόσχεσή τους για οικονομική βοήθεια στις αναπτυσσόμενες χώρες.

Ευρισκόμενες επίσης στο στόχαστρο των υπερασπιστών του περιβάλλοντος, η Σαουδική Αραβία, καθώς και η Βραζιλία και η Αυστραλία, που κατηγορούνται ότι θέλουν να εισαγάγουν όρους στους κανονισμούς για τις αγορές άνθρακα, η υιοθέτηση των οποίων αναβλήθηκε και πάλι.

Αν και ανάμεσα στους μεγάλους ρυπαντές, παρατηρητές υπογράμμισαν, αντίθετα, τον θετικό ρόλο της ΕΕ η οποία υποστήριξε αυτή την εβδομάδα στις Βρυξέλλες τον στόχο της κλιματικής ουδετερότητας μέχρι το 2050, παρά τις επιφυλάξεις της Πολωνίας.

Η ΕΕ πρέπει τώρα να εργαστεί προκειμένου να παρουσιάσει το 2020 μια αύξηση των δεσμεύσεών της για το 2030.

Αναλαμβάνοντας αυτόν τον «ηγετικό ρόλο» θα της «δώσει την ικανότητα να εργαστεί από κοινού με άλλους μεγάλους ρυπαντές όπως η Κίνα και η Ινδία ώστε να αυξήσουν και εκείνες τους στόχους τους», υποστηρίζει ο Άλντεν Μάγερ της Union for Concerned Scientist.

Οι Βρετανοί έχουν οριστεί επισήμως ως οι διοργανωτές της COP26 υποσχέθηκαν από την πλευρά τους να κάνουν τα πάντα προκειμένου η Γλασκόβη να αποδειχθεί μια επιτυχία.

«Γνωρίζουμε ότι επιθυμείτε να οικοδομήσουμε με αφετηρία τις προσπάθειες των Χιλιανών φίλων μας προκειμένου να μεταφέρουμε την αίσθηση επείγοντος της επιστήμης και τη φωνή εκείνων που ζητούν από εμάς να πάμε πιο μακριά, πιο γρήγορα», είπε ο εκπρόσωπός τους Άρτσι Γιανγκ.

Η Γκρέτα Τούνμπεργκ είχε προβλέψει πως φέτος η προετοιμασία θα γινόταν υπό την πίεση του δρόμου.

«Η επιστήμη είναι σαφής, αλλά η επιστήμη παραβλέπεται. Ό,τι κι αν συμβεί, δεν θα εγκαταλείψουμε. Έχουμε μόλις αρχίσει», έγραψε στο Twitter.