Τη δυνατότητα να κάνουν εκ νέου αιτήσεις για δάνεια με πλήρη επιδότηση επιτοκίου για τα δύο πρώτα χρόνια θα έχουν ξανά από σήμερα στις 12 το μεσημέρι οι επιχειρήσεις μέσω της δράσης ΤΕΠΙΧ ΙΙ που συγχρηματοδοτείται από την Αναπτυξιακή Τράπεζα.

Μάλιστα, λόγω του μεγάλου ενδιαφέροντος, ότι οι διαθέσιμοι πόροι του προγράμματος αυξάνονται κατά 300 εκατ. ευρώ που αντιστοιχούν σε 750 εκατ. ευρώ νέα δάνεια προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Με το παραπάνω ποσό, ο συνολικός προϋπολογισμός της δράσης, με τη συμμετοχή των τραπεζών, διαμορφώνεται σε άνω των 2 δισ. ευρώ.

Παράλληλα, οι εμπορικές τράπεζες βρίσκονται «επί ποδός πολέμου» καθώς –στην πρώτη φάση της δράσης- δέχθηκαν περισσότερες από 25.000 αιτήσεις, ύψους 3,5 δισ. ευρώ σε πέντε μόνο ημέρες από την έναρξή της.

Τόσο μεγάλη ήταν η ζήτηση ώστε η Αναπτυξιακή Τράπεζα «πάγωσε» την υποβολή νέων αιτήσεων  μέχρι να αξιολογηθούν οι υφιστάμενες από τις συνεργαζόμενες. Πλέον όμως, μετά και το πρώτο «ξεκαθάρισμα» από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις μπορούν να επισκέπτονται τον διαδικτυακό τόπο της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας (http://www.etean.gr/PublicPages/HomePage.aspx) για περισσότερες πληροφορίες και νέες αιτήσεις. Ακολούθως θα πρέπει να απευθυνθούν στο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα με το οποίο συνεργάζονται για να συνάψουν τη σύμβαση δανειοδότησης.  

Οι όροι του προγράμματος

Η μεγάλη ζήτηση από την πλευρά των επιχειρηματιών οφείλεται στο γεγονός ότι το επιτόκιο ατών των δανείων επιδοτείται κατά 100% για τα δύο πρώτα χρόνια από τους πόρους του Ταμείου Επιχειρηματικότητας «ΤΕΠΙΧ ΙΙ», με βασική προϋπόθεση για την επιδότηση την διατήρηση των θέσεων εργασίας τουλάχιστον κατά τα δύο πρώτα έτη του δανείου.

Το ύψος των κεφαλαίων κίνησης που μπορεί να ζητήσει η εκάστοτε εταιρεία φτάνει τα 500.000 ευρώ ενώ τα δάνεια χορηγούνται μόνο σε επιχειρήσεις που έχουν υποστεί αναστολή ή περιορισμό της λειτουργίας τους εξαιτίας της πανδημίας CoViD-19, δηλαδή τους ΚΑΔ που έχουν ανακοινωθεί από το υπουργείο Οικονομικών.

Σύμφωνα με τους όρους του προγράμματος, το ύψος κάθε δανείου μπορεί να ανέλθει έως το 50% του κύκλου εργασιών της επιχείρησης, όπως αυτός αποτυπώνεται στο Ε3 ή στην εκκαθαριστική δήλωση ΦΠΑ ή στις περιοδικές δηλώσεις ΦΠΑ του οικονομικού έτους που προηγείται της ημερομηνίας αίτησης, ή έως το 50% των παραγγελιών τρέχοντος έτους.

Η διάρκεια κάθε δανείου ορίζεται από 24 έως 60 μήνες από την εκταμίευση (εφάπαξ ή πρώτη τμηματική) του δανείου, ενώ ορίζεται δυνατότητα χορήγησης περιόδου χάριτος από 6 έως 12 μήνες. Κατά τη διάρκεια της περιόδου χάριτος καταβάλλονται μόνον τόκοι.

«Μάχη» από τις τράπεζες

Το μεγάλο ενδιαφέρον από την πλευρά των δανειοληπτών έχει μεταφερθεί και στον τραπεζικό γκισέ, καθώς τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα καταβάλλουν τιτάνιες προσπάθειες να εξυπηρετήσουν τον τεράστιο αριθμό των αιτήσεων. Και αυτό γιατί, όπως αναφέρουν στελέχη των  χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων στο insider.gr σε αυτή την περίπτωση σημασία έχει να φτάσουν έγκαιρα τα χρήματα στα χέρια των επιχειρηματιών που τα έχουν ανάγκη. «Αν η εκταμίευση γίνει το Σεπτέμβριο, όλο το πρόγραμμα δεν έχει καμία αξία» τόνιζαν χαρακτηριστικά.

Ενδεικτικό είναι ότι μέχρι την προηγούμενη Παρασκευή, είχαν ήδη εγκριθεί σχεδόν 350 εκατ. ευρώ νέων χρηματοδοτήσεων στα πλαίσια το προγράμματος.

Από αυτά, τα περισσότερα είχε διαθέσει η Alpha Bank με εγκεκριμένες χορηγήσεις άνω των 150 εκατ. ευρώ, ακολουθεί η Τράπεζα Πειραιώς με 110 εκατ. ευρώ. Η Eurobank είχε χορηγείς 60 εκατ. ευρώ ενώ η Εθνική Τράπεζα είχε διαθέσει περίπου 20 εκατ. ευρώ. Βέβαια, θα πρέπει να σημειωθεί ότι υπάρχουν ακόμη χιλιάδες αιτήσεις προς αξιολόγηση και τα ποσά αυτά θα αλλάξουν σημαντικά.

Πηγές της Alpha Bank τόνιζαν στο insider.gr ότι η «πρωτιά» έχει να κάνει με το γεγονός ότι η τράπεζα είχε έγκαιρα θεσπίσει διαδικασίες και είχε κάνει την απαραίτητη τεχνική προεργασία, ώστε να γίνονται έγκαιρα οι αξιολογήσεις. Παράλληλα, κατά τις εβδομάδες πριν την έναρξη του προγράμματος είχαν γίνει τιτάνιες προσπάθειες στο middle και backoffice της τράπεζας, καθώς και στο κομμάτι του wholesale banking ούτως ώστε και οι αιτήσεις να εξετασθούν γρήγορα αλλά και το “time to money” να μειωθεί.