Η παραίτηση του Κιρ Στάρμερ είναι το πιο πρόσφατο επεισόδιο σε μια δεκαετία πολιτικής αστάθειας στη Μεγάλη Βρετανία, η οποία για την οικονομία της χώρας «μεταφράζεται» και σε οικονομικό κόστος. Μια χώρα που επί δεκαετίες αποτελούσε σύμβολο θεσμικής συνέχειας, κοινοβουλευτικής σταθερότητας και προβλεψιμότητας για τις αγορές, τώρα οδεύει προς τον έβδομο πρωθυπουργό της μέσα σε δέκα χρόνια.
Από το δημοψήφισμα του Brexit το 2016 έως τη σημερινή παραίτηση Στάρμερ, το Ηνωμένο Βασίλειο μοιάζει να ζει σε μόνιμη πολιτική μετάβαση. Αλλεπάλληλες αλλαγές ηγεσίας, ανατροπές στρατηγικής, συγκρούσεις για τη σχέση με την Ευρώπη, δημοσιονομικές παλινωδίες και διαδοχικές απόπειρες επανεκκίνησης της οικονομικής πολιτικής.
Το Brexit ήταν η αφετηρία, καθώς η απόφαση εξόδου από την Ευρωπαϊκή Ένωση προκάλεσε το πρώτο μεγάλο σοκ εμπιστοσύνης. Από το 2016 και μετά, οι επιχειρήσεις, οι επενδυτές και οι αγορές ομολόγων κλήθηκαν ουσιαστικά να αποτιμήσουν μια χώρα που δυσκολεύεται να αποφασίσει τι είδους οικονομία θέλει να είναι.
Φαύλος κύκλος;
Η Τερέζα Μέι διαπραγματεύθηκε τη συμφωνία αποχώρησης με την ΕΕ, αλλά δεν κατάφερε να την περάσει από το Κοινοβούλιο. Ο Μπόρις Τζόνσον ήταν εκείνος που, έχοντας κερδίσει τις εκλογές με το σύνθημα «Get Brexit Done», ολοκλήρωσε θεσμικά την έξοδο της Βρετανίας από την ΕΕ στις 31 Ιανουαρίου 2020. Η Λιζ Τρας επιχείρησε μια απότομη στροφή προς μη επαρκώς χρηματοδοτούμενες φορολογικές μειώσεις και προκάλεσε κρίση στην αγορά ομολόγων. Ο Ρίσι Σούνακ ανέλαβε να αποκαταστήσει την αξιοπιστία. Ο Κιρ Στάρμερ εξελέγη με την υπόσχεση της σταθερότητας, αλλά η δική του πρωθυπουργία κατέληξε να προστεθεί στον ίδιο κύκλο αβεβαιότητας.
Η κρίση του mini-budget της Λιζ Τρας το 2022 ήταν η στιγμή που αυτή η απώλεια αξιοπιστίας έγινε ορατή με τον πιο βίαιο τρόπο. Η ανακοίνωση του σχεδίου της για φορολογικές μειώσεις οδήγησε σε απότομο sell-off στα βρετανικά κρατικά ομόλογα, αύξηση των αποδόσεων και παρέμβαση της Τράπεζας της Αγγλίας για να αποτραπεί αποσταθεροποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Διαβάστε ακόμα: Πώς θα επιλεγεί ο διάδοχος του Στάρμερ
Από τότε, τα gilts ενσωματώνουν τον κίνδυνο ενός αιφνιδιασμού και κάθε νέα πολιτική αναταραχή στο Λονδίνο διαβάζεται πλέον μέσα από το πρίσμα του δημοσιονομικού κινδύνου. Οι αποδόσεις των 10ετών βρετανικών κρατικών ομολόγων έφθασαν τον Μάιο στο 5,13%, στο υψηλότερο επίπεδο από το 2008, έναντι περίπου 4,45% για τα αντίστοιχα αμερικανικά ομόλογα και 3,10% για τα γερμανικά.
Με άλλα λόγια, η Βρετανία πληρώνει ένα ασφάλιστρο πολιτικής και δημοσιονομικής αβεβαιότητας και κάθε αύξηση μίας ποσοστιαίας μονάδας στις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων μπορεί να αυξήσει το ετήσιο κόστος εξυπηρέτησης του βρετανικού χρέους κατά περίπου 15 δισ. στερλίνες έως το 2030. Αυτό σημαίνει λιγότερα περιθώρια για δημόσιες επενδύσεις, κοινωνικές δαπάνες, φορολογικές ελαφρύνσεις ή στήριξη των υπηρεσιών υγείας, παιδείας και άμυνας.
Έκρηξη αβεβαιότητας
Το Brexit εγκλώβισε τη χώρα σε μια μακρά περίοδο αβεβαιότητας. Έρευνα της Τράπεζας της Αγγλίας έδειξε ότι το δημοψήφισμα του 2016 προκάλεσε μεγάλη, ευρεία και παρατεταμένη αύξηση της αβεβαιότητας στις βρετανικές επιχειρήσεις. Στα τρία χρόνια που ακολούθησαν το δημοψήφισμα του 2016 και πριν οριστικοποιηθούν οι όροι της επίσημης αποχώρησης της Βρετανίας από την ΕΕ, οι επενδύσεις στη χώρα σημείωσαν «βουτιά» 11%.
Η συζήτηση για τη χαμηλή παραγωγικότητα της βρετανικής οικονομίας συνδέεται με τα παραπάνω και με την παρατεταμένη πολιτική αστάθεια. Ο ΟΟΣΑ στην οικονομική επισκόπηση του 2024 για το Ηνωμένο Βασίλειο, σημείωνε ότι τα χρόνια χαμηλών επενδύσεων έχουν συμβάλει στην υποτονική αύξηση της παραγωγικότητας, ενώ οι επιχειρήσεις δεν αύξησαν επαρκώς τις επενδύσεις που θα έκαναν την εργασία πιο αποδοτική, εν μέρει λόγω της αβεβαιότητας από διαδοχικά οικονομικά σοκ και συχνές αλλαγές πολιτικής.
Το ανεξάρτητο Office for Budget Responsibility (OBR), ο φορέας που αξιολογεί τις δημοσιονομικές προβλέψεις της βρετανικής κυβέρνησης, εκτιμά ότι η αποχώρηση από την ΕΕ θα αφήσει μακροπρόθεσμα την παραγωγικότητα της βρετανικής οικονομίας περίπου 4% χαμηλότερα και τις εισαγωγές και εξαγωγές περίπου 15% χαμηλότερα σε σχέση με το σενάριο παραμονής στην ΕΕ.
Άλλες μελέτες υπολογίζον ότι έως το 2025 το Brexit είχε μειώσει το ΑΕΠ κατά 6%-8%, τις επενδύσεις κατά 12%-18% και την απασχόληση και την παραγωγικότητα κατά 3%-4%.
Εποχή πολιτικού ρίσκου
Ξένοι αναλυτές σχολιάζουν πως το Brexit ήταν η αρχή μιας εποχής πολιτικού ρίσκου για τη Βρετανία, η οποία δεν βγήκε απλώς από την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά μπήκε σε μια δεκαετία στην οποία η οικονομική πολιτική έγινε πιο ασταθής, η δημοσιονομική αξιοπιστία πιο εύθραυστη και οι αγορές, δικαιολογημένα, πιο καχύποπτες.
Η παραίτηση Στάρμερ επιβεβαιώνει ότι η υπόσχεση για επιστροφή στη σταθερότητα δεν ήταν αρκετή. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, στην τελευταία του αξιολόγηση για τη βρετανική οικονομία, αναγνώριζε ότι η σχεδιαζόμενη δημοσιονομική προσαρμογή είναι κατάλληλη για να σταθεροποιήσει το χρέος μεσοπρόθεσμα, υπογράμμιζε όμως ότι η αξιοπιστία αυτής της πορείας είναι κρίσιμη. Με άλλα λόγια, το Ταμείο έθετε ένα ευρύτερο ζήτημα εμπιστοσύνης, άμεσα συνδεδεμένο με τις πολιτικές εξελίξεις στη χώρα.
Η επόμενη μέρα
Το πρόσωπο που θα διαδεχθεί τον Στάρμερ στην Ντάουνινγκ Στριτ θα κληρονομήσει ένα έλλειμμα εμπιστοσύνης. Σε ανάλυσή της η UBS σχολιάζει ότι υπάρχει ακόμα μεγάλη αβεβαιότητα γύρω από την προσέγγιση του Μπέρναμ (και των άλλων πιθανών διεκδικητών) σε επίπεδο εθνικής πολιτικής.
- Διαβάστε ακόμα - Βρετανία: «Είναι πολύ νωρίς να μιλάμε για εκλογές», λέει ο Μπέρναμ
Ο Μπέρναμ, αν και δεν έχει ακόμη παρουσιάσει αναλυτικό πρόγραμμα εθνικής πολιτικής, εκτιμάται ότι πιθανότατα θα μετακινήσει τους Εργατικούς προς τα αριστερά, με μεγαλύτερη έμφαση στις περιφερειακές εξουσίες και σε μέτρα για το κόστος ζωής. Ωστόσο, όπως υπογραμμίζει η UBS, το βασικό ζήτημα δεν είναι μόνο η ιδεολογική κατεύθυνση της επόμενης ηγεσίας, αλλά τι θα σήμαινε για την πορεία της δημοσιονομικής πολιτικής και για την προσήλωση της κυβέρνησης στους δημοσιονομικούς κανόνες.
Μάλιστα, ο οίκος σημειώνει ότι, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα των Financial Times, μια πιθανή ηγεσία Μπέρναμ θεωρείται ως η λιγότερο φιλική προς τις αγορές μεταξύ των πιθανών διεκδικητών, πιθανότατα λόγω παλαιότερων δηλώσεών του ότι η Βρετανία δεν πρέπει να είναι «όμηρος» των αγορών ομολόγων. Σε κάθε περίπτωση, η πολιτική διαδοχή στη Μ. Βρετανία δεν αξιολογείται μόνο ως εσωκομματική διαδικασία, αλλά και ως πιθανή μεταβολή στο δημοσιονομικό ρίσκο της χώρας.



