Ένα σαφές μήνυμα τόσο στους συμμάχους όσο και στους αντιπάλους των ΗΠΑ έστειλε η αμερικανική επιχείρηση σύλληψης του προέδρου της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο: ότι ο Ντόναλντ Τραμπ δημιουργεί τη δική του νέα παγκόσμια τάξη.
Με την αμερικανική παρέμβαση, ο Τραμπ έδειξε μέχρι πού είναι διατεθειμένες να φτάσουν οι ΗΠΑ για να εξουδετερώσουν έναν ηγέτη που θεωρείται απειλή για τα αμερικανικά συμφέροντα και την ασφάλεια.
Με εργαλείο την ωμή δύναμη, την οικονομική κυριαρχία και την αναβίωση του Δόγματος Μονρόε, εγκαινιάζει μια νέα εποχή όπου οι σύμμαχοι υποβαθμίζονται, οι κανόνες παραμερίζονται και η ισχύς επιστρέφει ως ο απόλυτος ρυθμιστής της διεθνούς πολιτικής.
«Το μέλλον θα καθοριστεί από την ικανότητα προστασίας του εμπορίου, της επικράτειας και των πόρων που αποτελούν τον πυρήνα της εθνικής ασφάλειας», είναι το στίγμα που έδωσε ο Τραμπ στη συνέντευξη Τύπου με την οποία ανακοίνωσε τη σύλληψη του Μαδούρο.

Αμερικανική πολιτική ισχύος
Η προσέγγιση αυτή προκάλεσε παγκόσμιους κραδασμούς, προκαλώντας επικρίσεις από τη Μπραζίλια έως το Πεκίνο. Μετά από πλήγματα στη Σομαλία, τη Νιγηρία, τη Συρία, το Ιράκ και το Ιράν, καθώς και σε διεθνή ύδατα, η δεύτερη θητεία Τραμπ αποτελεί την κορύφωση ενός πολύ πιο επιθετικού στυλ εξωτερικής πολιτικής που θέτει την αντίληψη του Τραμπ για τα αμερικανικά συμφέροντα πάνω απ’ όλα.
Η ανατροπή του Μαδούρο θα εκληφθεί ως «ένα σκληρό μάθημα ρεαλιστικής πολιτικής ισχύος», δήλωσε σε συνέντευξή του στο Bloomberg ο Σουν Τσενγκχάο, ερευνητής στο Κέντρο Διεθνούς Ασφάλειας και Στρατηγικής του Πανεπιστημίου Tsinghua. Για παγκόσμιους παίκτες όπως η Κίνα, η κίνηση αυτή «επιταχύνει μια ευρύτερη τάση προς την αναδιαμόρφωση της παγκόσμιας τάξης».
Μάλιστα, ο Τραμπ δεν έχασε χρόνο τροφοδοτώντας εικασίες για το ποιοι θα μπορούσαν να είναι οι επόμενοι στόχοι του. Σε αυτούς περιλαμβανόταν η Κούβα, η οποία έχασε αιφνιδίως τον σημαντικότερό της ευεργέτη με τη φυλάκιση του Μαδούρο, η Κολομβία, το Ιράν, το Μεξικό και η Γροιλανδία.
Παρότι μια αμερικανική στρατιωτική επίθεση σε αρκτικό έδαφος εξακολουθεί να μοιάζει απίθανη, πλέον είναι δύσκολο να αποκλειστεί οτιδήποτε. Ο στρατός δεν είναι το μόνο εργαλείο που διαθέτει ο Τραμπ: έχει δείξει ότι θα χρησιμοποιήσει εμπορικές κυρώσεις και δασμούς ως μέσο πίεσης για την επίτευξη πολιτικών στόχων. Και οι συνεργάτες του δεν δίστασαν να σηματοδοτήσουν στήριξη σε ευρωπαϊκά κόμματα της αντιπολίτευσης που θεωρούν ότι θα διοικούσαν καλύτερα την ήπειρο.
Όσο κι αν τα πρόσφατα γεγονότα φαίνονται να έρχονται σε αντίθεση με τους προηγούμενους ισχυρισμούς του Τραμπ περί «ειρηνοποιού», εναρμονίζονται με τη σαφώς πιο σκληρή άσκηση προεδρικής εξουσίας που έχει επιδείξει στη δεύτερη θητεία του. Σε αυτήν περιλαμβάνεται η ανάπτυξη της Εθνοφρουράς σε πόλεις των ΗΠΑ και η υιοθέτηση μιας εκστρατείας για την απομάκρυνση εκατομμυρίων μεταναστών από τη χώρα.
Το νέο «αποικιακό» μοντέλο
Η αποστολή στη Βενεζουέλα - που πραγματοποιήθηκε χωρίς διαβούλευση με συμμάχους και χωρίς σαφή εικόνα για το τι θα ακολουθήσει στη νοτιοαμερικανική χώρα - εδραίωσε την αντίληψη ότι ο Τραμπ ενεργεί πρώτα και ρυθμίζει τις λεπτομέρειες αργότερα.
Ακόμη και ιστορικοί σύμμαχοι έχουν γίνει στόχος πιο απειλητικής ρητορικής. Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει αφήσει αιχμές για τον Καναδά ως 51η πολιτεία και έχει απειλήσει να επιτεθεί στον Παναμά για να αποτρέψει την υπερβολική επιρροή της Κίνας στη Διώρυγα του Παναμά. Προειδοποίησε δε, ότι «πρέπει να γίνει κάτι» για το Μεξικό, επικαλούμενος την αδυναμία της προέδρου Κλαούντια Σέινμπαουμ να περιορίσει τα καρτέλ ναρκωτικών.
Όλα αυτά συνιστούν την πιο ξεκάθαρη απόρριψη της λεγόμενης νέας παγκόσμιας τάξης που καθόρισε την αμερικανική εξωτερική πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, όπου διαδοχικές κυβερνήσεις υπογράμμιζαν τη συνεργασία με συμμάχους και τη δράση μέσω του ΟΗΕ και οργανισμών όπως G20, με τις ΗΠΑ σε ηγετικό ρόλο. Υπήρξαν βεβαίως εξαιρέσεις - όπως η εισβολή στο Ιράκ το 2003 - αλλά ακόμη και τότε οι ΗΠΑ επιδίωκαν, έστω τυπικά, διεθνή στήριξη.

Αυτή τη φορά, ο Τραμπ δεν είχε καμία τέτοια πρόφαση. Ενήργησε μόνος του. Η στάση αυτή παραπέμπει σε αποικιακό μοντέλο, όπου οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να επιτρέπουν σε τυπικά ανεξάρτηρες κυβερνήσεις να διαχειρίζονται τις υποθέσεις τους, ενώ ταυτόχρονα θα επιβάλλουν αμερικανική κυριαρχία μέσω οικονομικού εξαναγκασμού και στρατιωτικής ισχύος.
Ένα κοινό νήμα στη νέα προσέγγιση Τραμπ - που εφαρμόζεται στην Ουκρανία, την Υεμένη και τη σύγκρουση Ισραήλ-Γάζας, όπου οι λεπτομέρειες για ένα Διοικητικό Συμβούλιο Ειρήνης παραμένουν ασαφείς - είναι η έμφαση σε βραχυπρόθεσμα επιτεύγματα εις βάρος των πιο σύνθετων, μακροπρόθεσμων ζητημάτων διακυβέρνησης και σταθερότητας.
Οικονομική κυριαρχία Τραμπ
Κάποιοι επικριτές του προέδρου υποστηρίζουν ότι το μοντέλο Τραμπ θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως πρότυπο από την Κίνα για την επανάκτηση της Ταϊβάν - ενός αυτοδιοικούμενου νησιού που το Πεκίνο θεωρεί αποσχισθείσα επαρχία - ή να ενθαρρύνει τη Ρωσία να ανανεώσει τις προσπάθειές της για την ανατροπή του προέδρου της Ουκρανίας, Βολοντίμιρ Ζελένσκι. Από τα νησιά Σπράτλι στη Νότια Σινική Θάλασσα έως τα αμφισβητούμενα σύνορα στα Ιμαλάια, μια «τραμπική» προσέγγιση στην εξωτερική πολιτική θα μπορούσε γρήγορα να μετατρέψει μια σποραδική εστία έντασης σε γενικευμένη σύρραξη.
Ο Τραμπ και η ομάδα του ήταν σαφείς ως προς ένα στοιχείο που ενοποιεί τους διάφορους στόχους του: την οικονομική κυριαρχία και την πρόσβαση σε πλουτοπαραγωγικές πηγές. Μαζί με τον Ρούμπιο κατέστησε σαφές ότι οι ΗΠΑ επιδιώκουν πρόσβαση στα πετρελαϊκά αποθέματα της Βενεζουέλας, τα οποία, με ποσοστό 17% της παγκόσμιας προσφοράς, είναι τα μεγαλύτερα στον κόσμο.
Στη Βενεζουέλα υπάρχουν πόροι πέρα από το πετρέλαιο. Η χώρα των 30 εκατομμυρίων κατοίκων «διαθέτει σχεδόν 3.000 χιλιόμετρα ακτογραμμής, με εντυπωσιακές παραλίες της Καραϊβικής, ώριμες για τουριστική ανάπτυξη, και λιμάνια σε στρατηγική θέση για θαλάσσιο εμπόριο που συνδέει τη Διώρυγα του Παναμά, τις ακτές του Κόλπου των ΗΠΑ και την Ευρώπη», σύμφωνα με τη Χιμένα Σούνιγα, αναλύτρια γεωοικονομίας Λατινικής Αμερικής και οικονομολόγο Αργεντινής στο Bloomberg Economics.
Η «τρίτη εποχή»
Η κατανόηση της λογικής της κυβέρνησης πίσω από το πλήγμα στη Βενεζουέλα έγινε πολύ πιο δύσκολη από τα αντικρουόμενα μηνύματα κορυφαίων στελεχών της. Στο NBC, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο επιβεβαίωσε ότι η κίνηση αποτελεί μια αναθεωρημένη εκδοχή του Δόγματος Μονρόε του 19ου αιώνα, σύμφωνα με το οποίο οι ΗΠΑ είχαν κηρύξει το Δυτικό Ημισφαίριο απαγορευμένη ζώνη για αποικισμό από άλλες δυνάμεις.
Ο Τραμπ αντέκρουσε γρήγορα αυτή την άποψη σε συνέντευξή του στο The Atlantic, λέγοντας: «Δεν είναι το ημισφαίριο, είναι η χώρα, είναι οι μεμονωμένες χώρες».
Ο Τραμπ επιδιώκει να εισαγάγει το Δόγμα Μονρόε σε μια τρίτη εποχή, στο μετα-δυτικό κόσμο, όπως επισημαίνει η Le Monde. Η απειλή που πρέπει πλέον να αντιμετωπίσει είναι η ρωσική ή η κινεζική παρέμβαση. Γι΄αυτό, οι ΗΠΑ πρέπει να εγκαθιδρύσουν μια ισορροπία δυνάμεων και να βρουν ένα modus vivendi, όπως ακριβώς έκαναν παλαιότερα ο Μονρόε και αργότερα ο Ρούζβελτ με τους Ευρωπαίους.
Στο πλαίσιο του νέου δόγματος Τραμπ, οι Ρώσοι και οι Κινέζοι - όπως παλαιότερα οι Ευρωπαίοι - πρέπει να εκδιωχθούν αμείλικτα από την αμερικανική ήπειρο και τους πόρους της. Η επέμβαση στη Βενεζουέλα - της οποίας η μπολιβαριανή κυβέρνηση, με τη στήριξη της Μόσχας, εξήγαγε το μεγαλύτερο μέρος της πετρελαϊκής της παραγωγής στην Κίνα - καθώς και οι συνεχιζόμενες απειλές προσάρτησης της Γροιλανδίας και του Παναμά, υπενθυμίζουν ότι οι ΗΠΑ σκοπεύουν να παραμείνουν ο απόλυτος κυρίαρχος του «ημισφαιρίου» τους.
Όμως, όπως ακριβώς η αναγκαστική αποχώρηση των Ευρωπαίων από την αμερικανική ήπειρο αντισταθμίστηκε κάποτε από την αμερικανική μη παρέμβαση στις εσωτερικές και αποικιακές τους υποθέσεις, έτσι και οι Ρώσοι και οι Κινέζοι ενδέχεται να λάβουν από τον Τραμπ το δικαίωμα να ασκούν το δικό τους Δόγμα Μονρόε στις αντίστοιχες περιφερειακές τους σφαίρες, με αντάλλαγμα τον αποκλεισμό τους από το αμερικανικό του προτεκτοράτο, όπως συμβαίνει σήμερα με τη Ρωσία στην Ουκρανία. Και ίσως αύριο με την Κίνα στην Ταϊβάν.