Πρόσφατα ενημερωθήκαμε για την απόφαση του Άρειου Πάγου σχετικά με τους τόκους των στεγαστικών δανείων που είχαν ρυθμιστεί με το Νόμο 3869/2010, γνωστού και ως Νόμου για την προστασία της 1ης κατοικίας (ή Νόμου «Κατσέλη» και μετέπειτα «Σταθάκη», εξαιτίας των σημαντικών τροποποιήσεών του).
Ως γνωστό, κάθε δάνειο επιβαρύνεται με κάποιον τόκο κατά τη διάρκεια αποπληρωμής του. Συγκεκριμένα η εν λόγω απόφαση (όταν καθαρογραφτεί) αναμένεται να ορίζει ότι ο τόκος με τον οποίο επιβαρύνονται τα ανωτέρω στεγαστικά δάνεια θα πρέπει να υπολογίζεται με βάση το ύψος της μηνιαίας δόσης που καθόρισε η δικαστική απόφαση ρύθμισης του δανείου. Αυτό αποτελούσε θέση που υποστήριζαν διαχρονικά οι δανειολήπτες και οι εκπρόσωποι τους δικηγόροι. Ωστόσο αυτή η θέση αντιβαίνει στην πάγια πρακτική των πιστωτών, ήτοι τραπεζών, επενδυτικών ταμείων («funds» που αγόρασαν σχεδόν όλα τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια των τραπεζών) και διαχειριστών πιστώσεων («servicers» που ρυθμίζουν τα «κόκκινα δάνεια» για λογαριασμό των τραπεζών και των funds). Εδώ και χρόνια, οι πιστωτές υπολόγιζαν τους τόκους επί του συνολικού εναπομείναντος κεφαλαίου του δανείου, όπως δηλαδή συμβαίνει σε όλες τις οφειλές, είτε αποτελούν δάνεια ή ληξιπρόθεσμα χρέη προς το δημόσιο.
Με την ανωτέρω αλλαγή του τρόπου υπολογισμού των τόκων συνεπάγεται ότι οι δανειολήπτες που εντάχθηκαν στο Νόμο 3869/2010 θα κληθούν τελικά να πληρώσουν λιγότερο χρέος και άρα πρακτικά θα λάβουν μερική διαγραφή («κούρεμα») οφειλής. Ως παράδειγμα αναφέρεται το ακόλουθο:
- Έστω ότι η δικαστική απόφαση καθόρισε σε έναν οφειλέτη ότι θα πληρώσει χρέος 100 χιλ. ευρώ για το στεγαστικό δάνειο 1ης κατοικίας, με αποπληρωμή σε 25 έτη με επιτόκιο 4%
- Μέχρι σήμερα, που εφαρμοζόταν από τους πιστωτές ο εκτοκισμός του συνολικού εναπομείναντος κεφαλαίου του δανείου, ο οφειλέτης θα πλήρωνε 100 χιλ. κεφάλαιο χρέους, συν 58 χιλ. τόκους, που συνεπάγεται πληρωμή συνολικού χρέους ύψους 158 χιλ. ευρώ, το οποίο αναλογεί σε πληρωμή 527 ευρώ μηνιαίως για 300 δόσεις
- Με την απόφαση του Αρείου Πάγου εκτιμάται ότι ο οφειλέτης θα κληθεί να πληρώσει τόκους ύψους ~4 χιλ. ευρώ, που συνεπάγεται διαγραφή / «κούρεμα» περίπου ~93% επί των τόκων (ήτοι 333 ευρώ μηνιαία δόση που καθόρισε η δικαστική απόφαση, η οποία προσδίδει μηνιαίους τόκους ύψους 13,3 ευρώ, άρα συνολική μηνιαία δόση 346,3 ευρώ και συνολικό ποσό χρέους που θα αποπληρωθεί σε 25 έτη να ανέρχεται σε ~104 χιλ. ευρώ).
Είναι βέβαιο ότι οι εν λόγω οφειλέτες θα νιώσουν μια ανακούφιση και μια δικαίωση, αφότου θα κληθούν να πληρώσουν σημαντικά λιγότερα χρήματα και συνεπώς θα λάβουν μια οικονομική «ανάσα», ειδικά τα ευάλωτα νοικοκυριά.
Παράλληλα, οι λοιποί οφειλέτες που δεν εντάχθηκαν στο Νόμο 3869/2010 και είτε ρύθμισαν το στεγαστικό τους δάνειο με κάποιο άλλο εργαλείο (π.χ. εξωδικαστικός μηχανισμός) ή διατήρησαν ενήμερα τα δάνεια τους (πολλές φορές προς εξάλειψη / μείωση άλλων αναγκών τους) αναρωτιούνται αν έπραξαν λάθος, αφού αισθάνονται ότι αδικούνται συγκριτικά με τους δανειολήπτες που προσέφυγαν στη δικαιοσύνη. Και, εξ όσων πληροφορούμαι, ήδη οι εν λόγω δανειολήπτες δέχονται «κρούσεις» από δικηγόρους, με σκοπό να κινηθούν νομικά και να διεκδικήσουν αντίστοιχα οφέλη, δηλαδή αναλογικά κάποιο «κούρεμα» στο δάνειο τους, μέσω δικαστικής απόφασης. Και πολλές φορές «τάζουν» στους δανειολήπτες ότι μπορούν να σταματήσουν να πληρώνουν μέχρι να εκδικαστεί η υπόθεσή τους, μέσω της δικαστικής διεκδίκησης αναστολής πληρωμής (με ασφαλιστικά μέτρα). Ωστόσο, συχνά δεν ενημερώνεται ο οφειλέτης, ότι αν σταματήσει να πληρώνει και μετά καταλήξει σε αρνητική έκβαση στο δικαστήριο, τότε θα επιβαρυνθεί με σημαντικούς τόκους για όλο το χρονικό διάστημα που δεν πλήρωνε. Πρακτικά σημαίνει ότι το χρέους του οφειλέτη διπλασιάζεται για κάθε 5 έτη καθυστέρησης έκδοσης της δικαστικής απόφασης, γεγονός που οδηγεί το νοικοκυριό σε οικονομικό αδιέξοδο.
Επιπρόσθετα, αν ο οφειλέτης δεν καταφέρει να λάβει την αναστολή πληρωμής από το δικαστήριο, τότε θα αντιμετωπίσει τα μέτρα είσπραξης των πιστωτών, ήτοι κατασχέσεις τραπεζικών λογαριασμών και πλειστηριασμούς ακινήτων, που συνεπάγεται ένα μη εξυπηρετούμενο δάνειο, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή νομοθεσία για τις οφειλές. Επίσης, η μη πληρωμή δανείου ή ακόμη και η ρύθμιση του, οδηγεί αυτομάτως σε δυσμενή πιστοληπτική αξιολόγηση από την ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ και συνεπώς οι οφειλέτες και οι εγγυητές τους αποκλείονται από νέα δάνεια, για αρκετά χρόνια.
Στο σημείο αυτό οφείλουμε να επισημάνουμε ορισμένες σημαντικές παραμέτρους που θα πρέπει να γνωρίζουν οι οφειλέτες, με σκοπό να λάβουν μια ορθή απόφαση, η οποία λαμβάνει υπόψη τόσο τα δυνητικά οφέλη όσο και τους αντίστοιχους κινδύνους.
Κατ’ αρχάς πρέπει να σημειωθεί ότι ο Νόμος 3869/2010 πρωτο-εισήγαγε στη χώρα μας την προσωπική πτώχευση. Δηλαδή ο οφειλέτης με αίτηση του στο δικαστήριο δηλώνει τη μόνιμη αδυναμία πληρωμών των οφειλών του και συνεπώς πτωχεύει. Αυτό σημαίνει ότι γίνεται απώλεια όλης της ιδιοκτησίας της περιουσίας του νοικοκυριού, πλην της 1ης κατοικίας και ορισμένων ακινήτων μικρής αξίας (π.χ. ένα χωραφάκι σε κάποιον κάμπο ή σπιτάκι στο χωριό που δεν θα ήταν εφικτό / παραγωγικό να ρευστοποιηθούν στην πράξη). Άρα αν το νοικοκυριό διαθέτει μια λειτουργική εξοχική κατοικία, τότε μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης του Νόμου 3869/2010, αυτή η κατοικία ανατίθεται σε έναν σύνδικο (δικηγόρο), ο οποίος αναλαμβάνει να την πουλήσει και να δώσει τα χρήματα στους πιστωτές. Ομοίως ισχύει και για κάθε άλλο ακίνητο του νοικοκυριού που έχει σημαντική αξία (π.χ. διαμέρισμα, οικόπεδο κλπ). Συνεπώς, ο οφειλέτης που επιλέγει να ενταχθεί στο Νόμο 3869/2010 ουσιαστικά λαμβάνει την απόφαση να πτωχεύσει και απωλέσει ολόκληρη την περιουσία του, με σκοπό να διασώσει την 1η κατοικία του και να απαλλαγεί από τις λοιπές οφειλές του.
Κατά δεύτερον, πρέπει να επισημανθεί ότι στο Νόμο 3869/2010 δεν μπορούσαν να ενταχθούν όλοι οι οφειλέτες, διότι υπήρχαν διάφορα κριτήρια επιλεξιμότητας και αποκλεισμού, μερικά εκ των οποίων είναι:
- ο οφειλέτης δεν θα πρέπει να έχει εμπορική ιδιότητα και πτωχευτική ικανότητα. Στην πράξη, αυτό το κριτήριο επιτρέπει την ένταξη στο Νόμο μόνο σε μισθωτούς, συνταξιούχους και ανέργους (πρώην μισθωτούς), ενώ αποκλείει τους ελεύθερους επαγγελματίες, επιτηδευματίες και επιχειρηματίες
- ο οφειλέτης δεν θα πρέπει να διαθέτει περιουσιακά στοιχεία (π.χ. καταθέσεις, μετοχές κλπ) που μπορούν εύκολα / γρήγορα να ρευστοποιηθούν, τεκμηριώνοντας ότι αδυνατεί να αποπληρώσει τα χρέη του. Ουσιαστικά ελέγχονται οι καταθέσεις των τελευταίων ετών, καθώς και τα εμβάσματα προς τρίτους ή/και στο εξωτερικό
- ο οφειλέτης δεν θα πρέπει να ξεπερνά συγκεκριμένα όρια εισοδημάτων και αξίας περιουσίας, τεκμηριώνοντας την οικονομική του αδυναμία. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι για έναν ενήλικα το μηνιαίο εισόδημα δεν πρέπει να ξεπερνά τα 1.159 ευρώ και η αντικειμενική αξία της 1ης κατοικίας να είναι έως 180 χιλ. ευρώ, ενώ για έναν ενήλικα με ένα τέκνο το μηνιαίο εισόδημα δεν πρέπει να ξεπερνά τα 1.635 ευρώ και η αντικειμενική αξία της 1ης κατοικίας να είναι έως 200 χιλ. ευρώ
- ο οφειλέτης θα πρέπει να αποδείξει ότι δεν έχει δόλο, δηλαδή ότι όταν πήρε το δάνειο, τότε κατείχε την οικονομική δυνατότητα να το αποπληρώσει. Πρακτικά σημαίνει ότι ένας οφειλέτης θα έπρεπε να δηλώνει τέτοια εισοδήματα στη φορολογία του (προς την ΑΑΔΕ), τα οποία τεκμηριώνουν ότι δύναται να αποπληρώσει το δάνειο. Συνεπώς ελέγχονται και αποκλείονται όσοι είχαν αδήλωτα εισοδήματα.
Σύμφωνα με μια έρευνα που είχε εκπονηθεί το 2020, πάνω από τους μισούς οφειλέτες που είχαν υποβάλλει αίτηση στο Νόμο 3869/2010 δεν πληρούσαν τουλάχιστον ένα από τα κριτήρια επιλεξιμότητας και συνεπώς η δικαστική απόφαση ήταν αρνητική. Αυτό το γεγονός, οδήγησε τότε στη δημιουργία μιας ψηφιακής πλατφόρμας από την Ειδική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους (ΕΓΔΙΧ), με σκοπό τον αυτόματο έλεγχο των εν λόγω κριτηρίων και την ταχεία εκδίκαση των δικαστικών υποθέσεων που εκκρεμούσαν για πάνω από 10 έτη. Ωστόσο, οι οφειλέτες αγνοούσαν ότι το χρέος τους συνέχισε να τοκίζεται καθ’ όλη τη διάρκεια αναμονής εκδίκασης της υπόθεσης και μεσοσταθμικά η οφειλή διπλασιαζόταν ανά 5 έτη αναμονής. Άρα κάποιος οφειλέτης που χρωστούσε 50 χιλ. ευρώ κατά τη στιγμή που υπέβαλλε αίτηση στο δικαστήριο και εκδικάστηκε η υπόθεση του και απορρίφτηκε 5 έτη αργότερα, κατέληξε να χρωστάει 100 χιλ. ευρώ, δηλ. επιβαρύνθηκε με σημαντικούς τόκους, που υποχρεούται να πληρώσει.
Κατά τρίτον, πρέπει να σημειωθεί ότι στο Νόμο 3869/2010 γίνεται από το δικαστήριο έλεγχος των οικονομικών δυνατοτήτων του νοικοκυριού, ήτοι αξιολογείται η ικανότητα αποπληρωμής του, δηλαδή τα χρήματα που απομένουν από τα έσοδα του νοικοκυριού, αφότου αφαιρεθούν οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης, τις οποίες καθορίζει η ΕΛΣΤΑΤ. Αυτό σημαίνει ότι κάποια έξοδα του νοικοκυριού είναι αποδεκτά από το δικαστήριο (π.χ. διατροφή, ασθένεια κλπ), ενώ κάποια άλλα απορρίπτονται (π.χ. έξοδα ιδιωτικών φροντιστηρίων, σχολείων κλπ). Ενδεικτικά αναφέρεται ότι οι εύλογες δαπάνες για έναν ενήλικα ανέρχονται σε 537 – 682 ευρώ μηνιαίως, ενώ αν ο ενήλικας διαθέτει και ένα τέκνο, τότε οι εύλογες δαπάνες ανέρχονται σε 758 – 962 ευρώ μηνιαίως. Γίνεται κατανοητό ότι τα χρήματα που περισσεύουν, μετά την κάλυψη των ανωτέρω δαπανών, καλούνται να καλύψουν τις πληρωμές για τα χρέη του νοικοκυριού, είτε είναι δάνεια ή ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το δημόσιο και συνεπώς μειώνεται ή/και εξαλείφεται πρακτικά η πιθανότητα για «κούρεμα» οφειλής.
Με βάσει όλα τα ανωτέρω, οι οφειλέτες που επί του παρόντος αναλογίζονται την προσφυγή στη δικαιοσύνη, θα πρέπει να σταθμίσουν τα δυνητικά οφέλη και τους πραγματικούς κινδύνους που συνοδεύει την απόφασή τους.
Με σκοπό την αποφυγή μάταιων δικαστικών προσφυγών (δηλ. με βεβαία αρνητική κατάληξη εκδίκασης) οι οφειλέτες θα πρέπει να ενημερωθούν καταλλήλως για τις προϋποθέσεις και τα κριτήρια της νομοθεσίας, μέσω επικοινωνίας με τη Γενική Γραμματεία Χρηματοπιστωτικού Τομέα και Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, όπου μπορούν να μάθουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, όπως προκύπτουν από το θεσμικό πλαίσιο.
Όσον αφορά στους οφειλέτες που πραγματικά πληρούν όλα τα κριτήρια και προϋποθέσεις του Νόμου 3869/2010 και μπορούν να ευνοηθούν από την Απόφαση του Αρείου Πάγου, προτείνεται σε πρώτη φάση, προτού προβούν σε προσφυγή στο δικαστήριο, να διενεργήσουν εξωδικαστικές διαδικασίες (π.χ. απευθείας ρύθμιση, διαμεσολάβηση), σε συνεργασία / συνεννόηση με τους πιστωτές, με σκοπό τα νοικοκυριά να λάβουν τη διαγραφή που δικαιούνται. Σε αυτή την περίπτωση μπορούν να επιλέξουν μια εκ των 2 ακόλουθων εναλλακτικών λύσεων:
- τη διατήρηση της ίδιας μηνιαίας δόσης, με ταυτόχρονη μείωση της διάρκειας αποπληρωμής του δανείου
- την αναλογική αναπροσαρμογή (δηλ. μείωση) της μηνιαίας δόσης, με ταυτόχρονη διατήρηση της διάρκειας αποπληρωμής του δανείου.
Τέλος, υπάρχει η αντίληψη από κάποιους οφειλέτες ότι αν δεν πληρώσουν τα χρέη τους, τότε θα αναλάβει το Κράτος να τα πληρώσει, π.χ. μέσω της εγγύησης που παρείχε (βλέπε πρόγραμμα «ΗΡΑΚΛΗΣ») και άρα οι ίδιοι θα «γλιτώσουν» τις οφειλές τους. Ωστόσο, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή νομοθεσία, σε οποιαδήποτε περίπτωση κληθεί το Κράτος να πληρώσει το χρέος ενός πολίτη, αμέσως μετά υποχρεούται η ΑΑΔΕ να προβεί σε ισόποσο καταλογισμό των χρημάτων προς τον οφειλέτη και διενέργεια μέτρων είσπραξης, όπως κατασχέσεις λογαριασμών και δέσμευση ακινήτων.
Καταλήγοντας, η μοναδική ορθή λύση για την αποπληρωμή ενός χρέους είναι η διευθέτησή του, αξιοποιώντας τα επίσημα θεσπισμένα εργαλεία ρύθμισης, όπως ο εξωδικαστικός μηχανισμός και ο Κώδικας Δεοντολογίας, μέσω των αντίστοιχων ψηφιακών πλατφορμών, που παρέχουν αυτό που δικαιούται ο οφειλέτης, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία και κατόπιν των σχετικών ελέγχων.