Την ανάγκη περαιτέρω μεταρρυθμιστικών προσπαθειών προκειμένου να περιοριστεί η αναμενόμενη αύξηση του δημοσιονομικού κόστους της γήρανσης του πληθυσμού, σε ένα περιβάλλον με ήδη υψηλά επίπεδα δημόσιου χρέους, επισημαίνει η Τράπεζα της Ελλάδος στην Ενδιάμεση Έκθεση για την Οικονομία.
Όπως επισημαίνει η ΤτΕ, η γήρανση του πληθυσμού μπορεί να επηρεάσει δυσμενώς την τροχιά του δημόσιου χρέους και τη δυνητική ανάπτυξη, σύμφωνα με την Eurostat, αν δεν αντιμετωπιστεί με αποφασιστικές παρεμβάσεις πολιτικής.
Στην πρόσφατη Έκθεσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη Γήρανση του Πληθυσμού, εκτιμάται ότι ο δείκτης εξάρτησης των ηλικιωμένων, δηλ. η αναλογία των ατόμων ηλικίας 65 ετών και άνω προς τον πληθυσμό σε ηλικία εργασίας, θα σημειώσει άνοδο κατά 20 ποσοστιαίες μονάδες μεταξύ 2016 και 2070 και θα διαμορφωθεί σε 52% το 2070.
Συνεπώς οι δημόσιες δαπάνες για συντάξεις θα αποτελέσουν τον κυριότερο παράγοντα της ανόδου του κόστους της γήρανσης του πληθυσμού.
Η έκθεση βασίζεται στην παραδοχή ότι θα εφαρμοστούν πλήρως όλες οι συνταξιοδοτικές μεταρρυθμίσεις που έχουν νομοθετηθεί τα τελευταία χρόνια.
Ωστόσο, σε ορισμένες χώρες (λ.χ. στην Ιταλία και την Ισπανία) φαίνεται να υπάρχει υψηλός κίνδυνος να ανατραπούν μεταρρυθμίσεις οι οποίες έχουν ήδη θεσπιστεί.
Επιπλέον, ο κίνδυνος ανατροπής μεταρρυθμίσεων μπορεί να αυξηθεί σε χώρες που επί του παρόντος προβλέπουν μεγάλες μειώσεις της αναλογίας του μέσου ύψους των συνταξιοδοτικών παροχών προς τις μέσες αποδοχές των εν ενεργεία εργαζομένων.
Εναλλακτικά, στις περιπτώσεις αυτές μπορεί να αυξηθεί ο κίνδυνος συνεχώς μεγαλύτερων κοινωνικών μεταβιβάσεων σε περίπτωση που τα συστήματα ιδιωτικών συντάξεων δεν είναι σε θέση να καλύψουν τα κενά.
Στο πλαίσιο αυτό κρίνεται πολύ σημαντικό, σύμφωνα με την ΤτΕ, οι χώρες να πραγματοποιήσουν περαιτέρω αποφασιστικές παρεμβάσεις και να αυξήσουν τις προσπάθειες διαρθρωτικής μεταρρύθμισης στους τομείς των συντάξεων, της περίθαλψης και της μακροχρόνιας φροντίδας.