Μεγάλη δυσαρέσκεια επικρατεί στη εγχώρια χρηματιστηριακή κοινότητα για την οδηγία MiFID II, η οποία ρυθμίζει από σήμερα 3 Ιανουαρίου 2018 τη λειτουργία των χρηματοοικονομικών αγορών της ΕΕ και της Ελλάδος. Όπως έχει καταδειχθεί η οδηγία έρχεται να φορτώσει με πρόσθετα κόστη τις ήδη ασθμαίνουσες χρηματιστηριακές εταιρείες. Αλλά όχι μόνον αυτό. Η MiFID II αλλάζει σημαντικά τη συμπεριφορά των επαγγελματιών της χρηματιστηριακής αγοράς απέναντι στους επενδυτές και ειδικά τον τρόπο που απευθύνονται, καθώς οποιαδήποτε αναφορά που δεν υιοθετεί το λεκτικό της οδηγίας MiFID II, μπορεί να θεωρηθεί επενδυτική συμβουλή.
Η MiFID II «θεωρητικά» θέτει νέες απαιτήσεις διαφάνειας για τις πλατφόρμες συναλλαγών, ώστε να γνωρίζει όλη η αγορά τις τιμές που προσφέρονται και οι επενδυτές να μπορούν να ελέγχουν ότι κάνουν την καλύτερη συμφωνία. Ενδεικτικά, η MiFID II θέτει πλαφόν στο ύψος των εκτός χρηματιστηρίου συναλλαγών, αλλά και περιορισμούς στον όγκο των αξιών που μπορεί να κατέχει ένας χρηματιστής, ώστε να αποφεύγεται αδικαιολόγητος επηρεασμός των τιμών της αγοράς. Επιπρόσθετα η εποπτική Αρχή της ΕΕ για τις κινητές αξίες η λεγόμενη ESMA αποκτά αρμοδιότητες περιορισμού ή απαγόρευσης χρηματοπιστωτικών προϊόντων που θεωρούνται ως επιζήμια.
Επισήμως από σήμερα οι τηλεφωνικές συναλλαγές αντικαθιστώνται με ηλεκτρονικές, οι συναλλαγές υψηλής συχνότητας ή οι κανόνες για πολύ γρήγορες συναλλαγές επικαιροποιούνται, οι διαχειριστές χαρτοφυλακίων πρέπει να είναι σαφείς προς τους πελάτες τους για το ποιος πληρώνει την έρευνα για τις μετοχές που αποκτούν από τις τράπεζες, οι τράπεζες και οι σύμβουλοι πρέπει να γνωρίζουν καλά ποιος τύπος επενδυτή είναι κατάλληλος για ένα προϊόν, ώστε να αποφεύγονται πωλήσεις υπό πίεση σε οποιονδήποτε επενδυτή, κ.α..
Ανεπισήμως θα χρειαστεί μια μεταβατική περίοδος έξι μηνών για να γίνουν όλα αυτά στην πράξη.