Στουρνάρας: Ανθεκτική η ελληνική οικονομία παρά τις διεθνείς αναταράξεις

Newsroom
Viber Whatsapp
Μοιράσου το
Στουρνάρας: Ανθεκτική η ελληνική οικονομία παρά τις διεθνείς αναταράξεις
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του insider.gr στην Google
Οι ελληνικές τράπεζες συνέχισαν να καταγράφουν θετικές επιδόσεις κατά τους πρώτους μήνες του 2026, διατηρώντας ισχυρή κερδοφορία και υψηλά επίπεδα κεφαλαιακής επάρκειας και ρευστότητας.

Στην πορεία της ελληνικής οικονομίας, τις διεθνείς οικονομικές εξελίξεις και τις προκλήσεις που διαμορφώνουν το νέο γεωοικονομικό περιβάλλον, εστίασε η ομιλία του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννη Στουρνάρα, στην Ετήσια Τακτική Γενική Συνέλευση της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών με τίτλο «Εξελίξεις στη διεθνή και την ελληνική οικονομία και στον ελληνικό τραπεζικό τομέα». Ο Διοικητής υπογραμμίζει ότι, παρά τις αυξημένες γεωπολιτικές εντάσεις, την ενεργειακή αβεβαιότητα και τις επίμονες πληθωριστικές πιέσεις, η ελληνική οικονομία διατηρεί ισχυρότερη αναπτυξιακή δυναμική από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, ενώ ο τραπεζικός τομέας συνεχίζει να ενισχύει την ανθεκτικότητα και τη συμβολή του στη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας. Παράλληλα, ανέδειξε την ανάγκη επιτάχυνσης των μεταρρυθμίσεων, ενίσχυσης των παραγωγικών επενδύσεων και εμβάθυνσης της ευρωπαϊκής οικονομικής ολοκλήρωσης, ώστε η Ελλάδα και η Ευρώπη να ανταποκριθούν αποτελεσματικά στις νέες διεθνείς προκλήσεις.

Αναλυτικά, η ομιλία του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος:

«Κυρίες και κύριοι,

Θα ήθελα κατ’ αρχάς να σας ευχαριστήσω θερμά για την πρόσκληση και την ευκαιρία να συμμετάσχω στη σημερινή εκδήλωση.

Στην παρέμβασή μου θα παρουσιάσω τις εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος για τις πρόσφατες διεθνείς οικονομικές και χρηματοπιστωτικές εξελίξεις, τις εξελίξεις στην ζώνη του ευρώ και την ελληνική οικονομία, στον ελληνικό τραπεζικό τομέα, καθώς και τις προοπτικές και τις βασικές προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει η χώρα μας τα επόμενα χρόνια.

1. Εξελίξεις στην παγκόσμια, την ευρωπαϊκή και την ελληνική οικονομία

Το 2026 η παγκόσμια οικονομία εισήλθε σε μια νέα περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας και εντεινόμενων γεωοικονομικών κινδύνων, μετά τις διαδοχικές και απρόβλεπτες διαταραχές των τελευταίων ετών. Η κλιμάκωση των εντάσεων στη Μέση Ανατολή και η διαταραχή των διεθνών ενεργειακών ροών λόγω του κλεισίματος του Στενού του Ορμούζ προκάλεσαν νέα απότομη άνοδο των διεθνών τιμών της ενέργειας, επιβαρύνοντας τις προοπτικές οικονομικής ανάπτυξης και αναζωπυρώνοντας τις πληθωριστικές πιέσεις σε παγκόσμιο επίπεδο. Παράλληλα, η διατήρηση υψηλών δασμών από τις Ηνωμένες Πολιτείες, η αυξανόμενη χρήση μη δασμολογικών εμποδίων και η συνεχιζόμενη αναδιάρθρωση των παγκόσμιων αλυσίδων εφοδιασμού εντείνουν την αβεβαιότητα και περιορίζουν τη δυναμική του διεθνούς εμπορίου. Πηγές κινδύνου αποτελούν επίσης: Μια ενδεχόμενη διόρθωση των αγορών στον τομέα της υψηλής τεχνολογίας, λαμβάνοντας υπόψη τη μεγάλη εξάρτηση αυτού του τομέα από εισροές ενέργειας σε συνδυασμό με την αύξηση των τιμών των ενεργειακών προϊόντων, η υπερβολική εξάπλωση των Μη Τραπεζικών Χρηματοπιστωτικών Οργανισμών (NBFIs) σε συνδυασμό με την υψηλή διακράτηση, από τους οργανισμούς αυτούς, κρατικών ομολόγων χωρών με σοβαρά δημοσιονομικά προβλήματα, και η ενδεχόμενη γενικευμένη υποκατάσταση της ανθρώπινης εργασίας από την Τεχνητή Νοημοσύνη.

Σύμφωνα με τις τελευταίες προβλέψεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (Ιούλιος 2026), ο ρυθμός αύξησης του παγκόσμιου ΑΕΠ αναμένεται σε 3,0% το 2026 και 3,4% το 2027, από 3,5% το 2024 και το 2025. Η επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης του παγκόσμιου ΑΕΠ οφείλεται στον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, παρά την ώθηση από τον τομέα της τεχνολογίας παγκοσμίως, κυρίως λόγω των επενδύσεων στην Τεχνητή Νοημοσύνη. Ταυτόχρονα, ο παγκόσμιος πληθωρισμός, βάσει του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, εκτιμάται σε 4,7% το 2026 και 3,9% το 2027 από 4,1% το 2025. Η τάση μείωσης του πληθωρισμού που παρατηρήθηκε παγκοσμίως το 2024 και μετά, σταμάτησε λόγω υψηλότερων τιμών στην ενέργεια και στα είδη διατροφής.

Πιο πρόσφατα, η συμφωνία μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν δημιούργησε προσδοκίες για τερματισμό των εχθροπραξιών, οδηγώντας σε σημαντική αποκλιμάκωση των τιμών της ενέργειας. Ως αποτέλεσμα, τον περασμένο Ιούνιο το ποσοστό μεταβολής του Εναρμονισμένου Δείκτη Τιμών Καταναλωτή στη ζώνη του ευρώ μειώθηκε στο (μη αναμενόμενο) 2,8% από 3,2% τον Μάιο. Η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να οδηγήσει σε ευνοϊκότερες μακροοικονομικές προοπτικές σε σχέση με τις εκτιμήσεις της άνοιξης του 2026. Όμως, οι εχθροπραξίες επαναλήφθησαν, και συνεχίζονται, με αποτέλεσμα την εκ νέου σημαντική αύξηση στις τιμές του πετρελαίου και ένα νέο κύκλο αβεβαιότητας γύρω από τον πληθωρισμό και τον ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης.

Παρά την ανθεκτικότητα που επέδειξε η οικονομία της ζώνης του ευρώ κατά το προηγούμενο έτος απέναντι στις σημαντικές εμπορικές εντάσεις, η επιδείνωση του γεωπολιτικού περιβάλλοντος και η νέα ενεργειακή κρίση αναμένεται να επιβαρύνουν τις βραχυπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης για το 2026, δεδομένου ότι η ζώνη του ευρώ παραμένει καθαρός εισαγωγέας ενέργειας. Η άνοδος των διεθνών τιμών της ενέργειας, σε συνδυασμό με την αυξημένη αβεβαιότητα, επηρεάζει αρνητικά την εμπιστοσύνη των καταναλωτών και των επιχειρήσεων, περιορίζει την εγχώρια ζήτηση και ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις.

Κατά το α΄ τρίμηνο του 2026, το πραγματικό ΑΕΠ της ζώνης του ευρώ μειώθηκε κατά 0,2% σε τριμηνιαία βάση, μετά από αύξηση 0,2% το δ΄ τρίμηνο του 2025. Σύμφωνα με τις προβολές των εμπειρογνωμόνων του Ευρωσυστήματος (Ιούνιος 2026) η οικονομική ανάπτυξη στην ζώνη του ευρώ αναμένεται να διαμορφωθεί σε 0,8% το 2026 από 1,5% το 2025, σε 1,2% το 2027 και 1,5% το 2029. Παράλληλα, όπως ήδη αναφέρθηκε, ο ετήσιος πληθωρισμός στη ζώνη του ευρώ, όπως μετρείται από τον Εναρμονισμένο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΕνΔΤΚ), μειώθηκε σε 2,8% τον Ιούνιο από 3,2% τον Μάιο του 2026, υπερβαίνοντας τον στόχο του 2% μετά από μία παρατεταμένη περίοδο αποκλιμάκωσης (Φεβρουάριος: 1,9%). Σύμφωνα με τις προβολές των εμπειρογνωμόνων του Ευρωσυστήματος, (Ιούνιος 2026), ο γενικός πληθωρισμός στη ζώνη του ευρώ αναμένεται να διαμορφωθεί σε 3,0% το 2026, 2,3% το 2027 και 2,0% το 2028.

Το α’ τρίμηνο του 2026 η ελληνική οικονομία συνέχισε να αναπτύσσεται με ικανοποιητικούς ρυθμούς. Το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,0% σε ετήσια βάση και κατά 0,2% έναντι του δ’ τριμήνου του 2025, υπερβαίνοντας σημαντικά τις αντίστοιχες επιδόσεις της οικονομίας της ζώνης του ευρώ που προαναφέρθηκαν. Βασικός μοχλός της ανάπτυξης παρέμειναν οι επενδύσεις, ενώ θετική ήταν και η συμβολή των καθαρών εξαγωγών και της ιδιωτικής κατανάλωσης. Οι εξελίξεις αυτές αναδεικνύουν τη διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής της ελληνικής οικονομίας, παρά την αυξημένη αβεβαιότητα που προκαλούν οι γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή και η αναζωπύρωση των πληθωριστικών πιέσεων. Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Τράπεζας της Ελλάδος, η ελληνική οικονομία αναμένεται να συνεχίσει να αναπτύσσεται με ρυθμούς υψηλότερους του μέσου όρου της ζώνης του ευρώ, στηρίζοντας τη διαδικασία σύγκλισης των πραγματικών εισοδημάτων. Ειδικότερα, ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ αναμένεται σε 1,9% το 2026 και το 2027, και σε 2,0% το 2028.

Στην Ελλάδα κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, η αναμενόμενη περαιτέρω αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, μετά το 2,9% του Δεκεμβρίου 2025, διακόπηκε εξαιτίας της γεωπολιτικής κρίσης στη Μέση Ανατολή και της έντονης αύξησης των διεθνών τιμών της ενέργειας. Ως αποτέλεσμα, ο ετήσιος πληθωρισμός βάσει του ΕνΔΤΚ επιταχύνθηκε σε 4,9% τον Μάιο του 2026 από 3,1% τον Φεβρουάριο, πριν μειωθεί εκ νέου σε 3,9% τον περασμένο Ιούνιο, παραμένοντας όμως υψηλότερος από τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ (2,8% τον Ιούνιο και 3,2% τον Μάιο). Η άνοδος του ενεργειακού κόστους εκτιμάται ότι θα προκαλέσει δευτερογενείς επιδράσεις στις τιμές τόσο των υπηρεσιών όσο και των βιομηχανικών αγαθών, ενώ ο πληθωρισμός των ειδών διατροφής αναμένεται να διατηρηθεί σε υψηλά επίπεδα, αντανακλώντας κυρίως την αύξηση του ενεργειακού κόστους σε όλα τα στάδια της παραγωγικής και εφοδιαστικής αλυσίδας. Τον Ιούνιο του 2026, όπως προαναφέρθηκε, ο πληθωρισμός στην Ελλάδα υποχώρησε στο 3,9%, λόγω της επιβράδυνσης του πληθωρισμού της ενέργειας, των υπηρεσιών και των μη επεξεργασμένων ειδών διατροφής. Ο γενικός πληθωρισμός αναμένεται σε 3,8% το 2026, από 2,9% το 2025, πριν υποχωρήσει σε 2,6% το 2027 και 2,3% το 2028, καθώς αναμένεται σταδιακή εξασθένιση των πιέσεων στις τιμές της ενέργειας και των ειδών διατροφής.

Μετά την ισχυρή δημοσιονομική επίδοση του 2024, οι ιδιαίτερα ευνοϊκές δημοσιονομικές εξελίξεις συνεχίστηκαν και το 2025. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, το αποτέλεσμα της γενικής κυβέρνησης κατέγραψε πλεόνασμα ύψους 1,7% του ΑΕΠ το 2025, έναντι 1,3% το 2024, ενώ το πρωτογενές αποτέλεσμα διαμορφώθηκε σε ιστορικά υψηλό πλεόνασμα 4,9% του ΑΕΠ, υπερβαίνοντας σημαντικά τον στόχο του Προϋπολογισμού (3,7% του ΑΕΠ). Η εξέλιξη αυτή αντανακλά κυρίως την καλύτερη του αναμενομένου πορεία των φορολογικών εσόδων, ιδίως από τον ΦΠΑ, τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων και τις ασφαλιστικές εισφορές, ως αποτέλεσμα της ενίσχυσης της φορολογικής και ασφαλιστικής συμμόρφωσης μέσω της επέκτασης των ηλεκτρονικών συναλλαγών, της ευρύτερης χρήσης ψηφιακών εργαλείων και της περαιτέρω εφαρμογής της ψηφιακής κάρτας εργασίας. Παράλληλα, η συνετή διαχείριση των δημόσιων δαπανών συνέβαλε στη δημιουργία πρόσθετου δημοσιονομικού χώρου, επιτρέποντας την υλοποίηση στοχευμένων μέτρων στήριξης από το 2026 και μετά.

Ο λόγος του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ συνέχισε την καθοδική του πορεία, υποχωρώντας στο 146,1% το 2025 από 154,2% το 2024, και κατέγραψε τη μεγαλύτερη ετήσια μείωση μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η εξέλιξη αυτή οφείλεται κυρίως στη διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων και στην ισχυρή αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ.

2. Τραπεζικός τομέας

Οι ελληνικές τράπεζες συνέχισαν να καταγράφουν θετικές επιδόσεις κατά τους πρώτους μήνες του 2026, διατηρώντας ισχυρή κερδοφορία και υψηλά επίπεδα κεφαλαιακής επάρκειας και ρευστότητας. Η ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας, παρά τις συνεχιζόμενες γεωπολιτικές εντάσεις και την αυξημένη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, συνέβαλε στη διατήρηση της ευρωστίας του τραπεζικού συστήματος. Παράλληλα, η ποιότητα του ενεργητικού των ελληνικών τραπεζών βελτιώθηκε περαιτέρω, περιορίζοντας ακόμη περισσότερο την απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Οι θετικές επιδόσεις του κλάδου αποτυπώνονται επίσης στις συνεχείς αναβαθμίσεις των πιστοληπτικών αξιολογήσεων των τραπεζών από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης, καθώς οι τέσσερις σημαντικές ελληνικές τράπεζες διαθέτουν πλέον αξιολόγηση BBB+, δηλαδή μία μόλις βαθμίδα χαμηλότερα από την κατηγορία Α.

Αναλυτικότερα, κατά το α΄ τρίμηνο του 2026 τα καθαρά κέρδη των ελληνικών τραπεζών (σημαντικών και λιγότερο σημαντικών) μειώθηκαν οριακά σε ετήσια βάση, καθώς η αύξηση των καθαρών εσόδων από τόκους και η ενίσχυση των καθαρών εσόδων από προμήθειες και λοιπές πηγές αντισταθμίστηκαν από την άνοδο των λειτουργικών εξόδων και από μη επαναλαμβανόμενες δαπάνες αναδιάρθρωσης που σχετίζονται με προγράμματα εθελούσιας εξόδου προσωπικού.

Τα καθαρά έσοδα από τόκους υποστηρίχθηκαν κυρίως από τη συνεχιζόμενη καθαρή πιστωτική επέκταση, μεταξύ άλλων μέσω της αύξησης των χορηγήσεων σε συνδυασμό με την αξιοποίηση των πόρων του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF), ενώ το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητο. Παράλληλα, τα καθαρά έσοδα από προμήθειες ενισχύθηκαν σημαντικά, κυρίως χάρη στα έσοδα από τη διαχείριση χαρτοφυλακίου και τη χορήγηση δανείων, συμβάλλοντας σε μεγαλύτερη διαφοροποίηση των πηγών εσόδων των τραπεζών. Ως αποτέλεσμα, η αποδοτικότητα ιδίων κεφαλαίων διατηρήθηκε σε υψηλά επίπεδα, ενώ ο δείκτης κόστους προς έσοδα εξακολούθησε να βρίσκεται χαμηλότερα από τον αντίστοιχο μέσο όρο των τραπεζών της ζώνης του ευρώ.

Οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας των ελληνικών τραπεζών παρέμειναν σε υψηλά επίπεδα κατά το α΄ τρίμηνο του 2026, παρά τη σημαντική αύξηση της πιστωτικής επέκτασης. Στη θετική αυτή εξέλιξη συνέβαλαν τόσο η ισχυρή οργανική κερδοφορία όσο και οι επιτυχείς εκδόσεις κεφαλαιακών μέσων. Συγκεκριμένα, το 2025 πραγματοποιήθηκαν εκδόσεις τίτλων Additional Tier 1 (AT1) ύψους 2,7 δισεκ. ευρώ και ομολόγων Tier 2 ύψους 0,9 δισεκ. ευρώ, ενώ από τις αρχές του 2026 μέχρι σήμερα οι αντίστοιχες εκδόσεις ανέρχονται σε 0,7 δισεκ. ευρώ και 0,4 δισεκ. ευρώ. Επιπλέον, οι σημαντικές τράπεζες συνέχισαν την έκδοση ομολόγων υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας (senior preferred bonds), συνολικού ύψους 3,1 δισεκ. ευρώ από τις αρχές του έτους, στο πλαίσιο συμμόρφωσης με τις ελάχιστες απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων (MREL), ενώ ταυτόχρονα προχώρησαν σε εκδόσεις πράσινων ομολόγων ύψους 1,2 δισεκ. ευρώ για τη χρηματοδότηση βιώσιμων επενδύσεων.

Η ποιότητα του ενεργητικού των ελληνικών τραπεζών παραμένει ικανοποιητική. Ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) ανέρχεται σε 3,4% και έχει συγκλίνει προς τον αντίστοιχο μέσο όρο της ευρωζώνης. Η εξέλιξη αυτή αντανακλά τη διατήρηση της θετικής πορείας της ελληνικής οικονομίας, καθώς και τη βελτίωση της πιστοληπτικής ικανότητας επιχειρήσεων και νοικοκυριών.

Παράλληλα, η θέση ρευστότητας των ελληνικών τραπεζών παρέμεινε ιδιαίτερα ισχυρή. Τόσο ο δείκτης κάλυψης ρευστότητας (Liquidity Coverage Ratio – LCR) όσο και ο δείκτης καθαρής σταθερής χρηματοδότησης (Net Stable Funding Ratio – NSFR) διαμορφώθηκαν σημαντικά υψηλότερα από τις ελάχιστες εποπτικές απαιτήσεις και εξακολούθησαν να υπερβαίνουν τους αντίστοιχους μέσους όρους των τραπεζών της ζώνης του ευρώ. Επιπλέον, ο λόγος δανείων προς καταθέσεις παρέμεινε αισθητά χαμηλότερος από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, γεγονός που επιβεβαιώνει την ισχυρή χρηματοδοτική βάση του εγχώριου τραπεζικού συστήματος.

Η εύρωστη χρηματοοικονομική θέση των ελληνικών τραπεζών επέτρεψε τη συνέχιση της ουσιαστικής στήριξης της πραγματικής οικονομίας μέσω της παροχής νέων πιστώσεων. Ο ετήσιος ρυθμός αύξησης της χρηματοδότησης προς τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις διατηρήθηκε υψηλός και διαμορφώθηκε σε 9,8% τον Μάιο του 2026, περίπου διπλάσιος τόσο του ρυθμού μεταβολής του ονομαστικού ΑΕΠ, όσο και του αντίστοιχου ρυθμού μεταβολής στη ζώνη του ευρώ, αν και επιβραδύνθηκε σε σύγκριση με τον εξαιρετικά υψηλό ρυθμό (17,4%) που είχε καταγραφεί ένα έτος νωρίτερα. Η εξέλιξη αυτή αντανακλά τόσο τη διατηρούμενη ισχυρή ζήτηση για επιχειρηματική χρηματοδότηση όσο και τη συνεχιζόμενη υποστηρικτική πιστοδοτική πολιτική των τραπεζών. Παράλληλα, η χρηματοδότηση προς τα νοικοκυριά συνέχισε να ενισχύεται, κυρίως λόγω της αυξημένης καταναλωτικής πίστης και της περαιτέρω επιτάχυνσης της στεγαστικής πίστης, η οποία υποστηρίζεται από την άνοδο των τιμών των κατοικιών, τη βελτίωση των συνθηκών στην αγορά εργασίας και την ενίσχυση της ιδιωτικής κατανάλωσης.
Συνολικά, ο ελληνικός τραπεζικός τομέας εξακολουθεί να ενισχύει την ανθεκτικότητα και την κερδοφορία του εν μέσω αυξημένων εξωτερικών κινδύνων και αβεβαιότητας. Η ισχυροποίηση των θεμελιωδών μεγεθών του τραπεζικού συστήματος έχει δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για περαιτέρω διεύρυνση των δραστηριοτήτων των ελληνικών τραπεζών. Έτσι, κατά το 2026 συνεχίστηκαν οι δραστηριότητες ενίσχυσης των κεφαλαίων του τραπεζικού τομέα, οι συγχωνεύσεις, οι εξαγορές και οι στρατηγικές συνεργασίες με χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς στην Ελλάδα και το εξωτερικό, ενισχύοντας την εξωστρέφεια και τις μακροπρόθεσμες αναπτυξιακές προοπτικές του κλάδου, την προσφορά νέων χρηματοπιστωτικών προϊόντων και υπηρεσιών προς επιχειρήσεις και νοικοκυριά, καθώς και τις συνθήκες ανταγωνισμού στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα.

Ενόψει των αυξημένων γεωπολιτικών και οικονομικών αβεβαιοτήτων, η άσκηση συνεκτικών πολιτικών από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς αποτελεί βασική προϋπόθεση για τον περιορισμό των εξωγενών κινδύνων. Οι ελληνικές τράπεζες καλούνται να διασφαλίσουν την απρόσκοπτη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας, εφαρμόζοντας συνετά πιστοδοτικά κριτήρια, αξιοποιώντας την ισχυρή τους θέση ρευστότητας και ενισχύοντας περαιτέρω την κεφαλαιακή τους επάρκεια. Με τον τρόπο αυτό θα συνεχίσουν να στηρίζουν τις επενδύσεις, την ιδιωτική κατανάλωση και τη διατηρήσιμη οικονομική ανάπτυξη, συμβάλλοντας παράλληλα στη διαφύλαξη της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.

3. Κεντρικές Τράπεζες του Ευρωσυστήματος: Νέες Προκλήσεις

Το ταχέως μεταβαλλόμενο χρηματοπιστωτικό, ψηφιακό, οικονομικό και τεχνολογικό περιβάλλον θέτει νέες προκλήσεις και για τις κεντρικές τράπεζες, πέραν των κύριων και βασικών καθηκόντων τους που είναι η νομισματική και χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Η εμφάνιση των κρυπτοστοιχείων, και ιδιαίτερα των σταθερών κρυπτονομισμάτων (stablecoins), απαιτεί την έγκαιρη προσαρμογή της μορφής του χρήματος των κεντρικών τραπεζών, των συστημάτων πληρωμών που ελέγχονται από αυτές, αλλά και του ρυθμιστικού-εποπτικού περιβάλλοντος που αφορά τα κρυπτοστοιχεία και τα σταθερά κρυπτονομίσματα, στις νέες συνθήκες και τεχνολογίες. Οι νέες μεγάλες προκλήσεις για τις Κεντρικές Τράπεζες του Ευρωσυστήματος αφορούν: Πρώτον, την καθιέρωση του ψηφιακού ευρώ, συμπληρωματικά προς τα μετρητά και τα υφιστάμενα ηλεκτρονικά μέσα πληρωμών, το οποίο θα παρέχει στους πολίτες και στις επιχειρήσεις μια ασφαλή και αξιόπιστη ψηφιακή μορφή χρήματος κεντρικής τράπεζας. Δεύτερον, τη σύνδεση των υπηρεσιών εκκαθάρισης συναλλαγών του συστήματος TARGET, δηλαδή του διευρωπαϊκού αυτοματοποιημένου συστήματος πληρωμών, με τη νέα Τεχνολογία Κατανεμημένου Καθολικού (Distributed Ledger Technology – DLT), για τη διευκόλυνση των συναλλαγών χονδρικής. Η έγκαιρη εφαρμογή των προγραμμάτων Appia και Pontes αποσκοπεί στο να ενσωματώσει πλήρως τη νέα Τεχνολογία Κατανεμημένου Καθολικού (DLT) σε ένα τεχνολογικά προηγμένο και ενοποιημένο ευρωπαϊκό οικοσύστημα πολύ χαμηλού κόστους και ταχύτατης διεκπεραίωσης συναλλαγών. Τρίτον, τη διασύνδεση και συνεργασία των συστημάτων πληρωμών του Ευρωσυστήματος με εκείνα άλλων ευρωπαϊκών χωρών, καθώς και άλλων χωρών εκτός Ευρώπης, όπως π.χ. η Ινδία, για τη διευκόλυνση των διασυνοριακών συναλλαγών. Τέταρτον, την εφαρμογή της Τεχνητής Νοημοσύνης στις ίδιες τις κεντρικές τράπεζες, αλλά και στους εποπτευόμενους από αυτές χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς. Με τον τρόπο αυτό, διασφαλίζεται ότι το ευρώ, ως χρήμα κεντρικής τράπεζας, θα παραμείνει όχι μόνο το κυρίαρχο μέσο συναλλαγών στην ζώνη του ευρώ, αλλά και δημόσιο αγαθό, άγκυρα εμπιστοσύνης και σταθερότητας στην καρδιά του χρηματοπιστωτικού της συστήματος.

4. Καταληκτικές παρατηρήσεις

Κλείνοντας, θα ήθελα να τονίσω ότι η ελληνική οικονομία έχει επιτύχει τα τελευταία χρόνια σημαντική πρόοδο, ενισχύοντας την ανθεκτικότητα και την αξιοπιστία της μετά τη βαθιά κρίση της προηγούμενης δεκαετίας. Οι ρυθμοί οικονομικής ανάπτυξης παραμένουν υψηλότεροι από τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ, η δημοσιονομική και η χρηματοπιστωτική σταθερότητα έχουν αποκατασταθεί, το δημόσιο χρέος ακολουθεί σταθερά καθοδική πορεία, ο τραπεζικός τομέας έχει ισχυροποιήσει τα θεμελιώδη μεγέθη του και η χώρα αναβαθμίζεται πάνω από την επενδυτική κατηγορία. Η πολιτική σταθερότητα, οι μεταρρυθμίσεις των τελευταίων ετών και η αποτελεσματική αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων έχουν δημιουργήσει μια ισχυρή βάση για τη συνέχιση της αναπτυξιακής πορείας της οικονομίας.

Ωστόσο, οι προκλήσεις παραμένουν σημαντικές. Σε εγχώριο επίπεδο, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει διαρθρωτικές αδυναμίες, όπως η χαμηλή παραγωγικότητα, οι δημογραφικές πιέσεις, οι ελλείψεις δεξιοτήτων στην αγορά εργασίας, η περιορισμένη διάχυση της καινοτομίας, οι δυσκολίες πρόσβασης σε οικονομικά προσιτή κατοικία και οι αδυναμίες στη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης και της δικαιοσύνης. Παράλληλα, το ακόμα υψηλό δημόσιο χρέος, το επίμονο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και η συνακόλουθη αρνητική διεθνής επενδυτική θέση της χώρας καθώς και ο πληθωρισμός, που εξακολουθεί να υπερβαίνει τον μέσο όρο της ευρωζώνης, αποτελούν παράγοντες που επιβάλλουν συνεχή προσοχή.

Την ίδια στιγμή, το διεθνές περιβάλλον καθίσταται ολοένα πιο απαιτητικό. Οι γεωπολιτικές εντάσεις, η ενεργειακή αβεβαιότητα, ο αυξανόμενος κατακερματισμός του διεθνούς εμπορίου, οι ταχείες τεχνολογικές εξελίξεις και οι οικονομικές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής δημιουργούν νέες προκλήσεις σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Η αντιμετώπισή τους προϋποθέτει τη συνέχιση συνετών μακροοικονομικών πολιτικών, τη διατήρηση της δημοσιονομικής αξιοπιστίας, την προώθηση μεταρρυθμίσεων και την επιτάχυνση επενδύσεων που ενισχύουν την παραγωγικότητα και τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Όσον αφορά την Ελλάδα, ιδιαίτερη σημασία έχει η βελτίωση της ποιότητας των επενδύσεων. Η αποτελεσματική αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών πόρων και η προσέλκυση ιδιωτικών κεφαλαίων θα πρέπει να κατευθυνθούν σε τομείς υψηλής παραγωγικότητας που αυξάνουν γρήγορα το παραγωγικό δυναμικό της οικονομίας, όπως η βιομηχανία, η έρευνα και η καινοτομία, οι ψηφιακές τεχνολογίες, η τεχνητή νοημοσύνη, οι ενεργειακές υποδομές, η πράσινη μετάβαση και οι εξωστρεφείς κλάδοι υψηλής προστιθέμενης αξίας. Παράλληλα, η περαιτέρω ενδυνάμωση του ανθρώπινου κεφαλαίου, μέσω της αναβάθμισης των δεξιοτήτων και της στενότερης διασύνδεσης της εκπαίδευσης και της έρευνας με τις ανάγκες της παραγωγής, αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη διατηρήσιμη αύξηση της παραγωγικότητας.

Οι πρόσφατες διεθνείς εξελίξεις αναδεικνύουν επίσης την ανάγκη για στενότερη ευρωπαϊκή συνεργασία. Η ενίσχυση της ενεργειακής και αμυντικής ασφάλειας, η επιτάχυνση της πράσινης και της ψηφιακής μετάβασης, η χρηματοδότηση μεγάλων στρατηγικών επενδύσεων και η αύξηση της παραγωγικότητας αποτελούν κοινές ευρωπαϊκές προτεραιότητες. Η ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης και της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, σε συνδυασμό με αποτελεσματικότερους κοινούς ευρωπαϊκούς χρηματοδοτικούς μηχανισμούς, θα ενισχύσουν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, θα διευκολύνουν τη χρηματοδότηση των επενδύσεων και θα αυξήσουν τη στρατηγική αυτονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για την Ευρωπαϊκή Ένωση η οποία σήμερα αποταμιεύει πολύ περισσότερα απ’ότι επενδύει, αποτελεί βασική επιδίωξη να διοχετεύσει τις αποταμιεύσεις της, που σήμερα χρηματοδοτούν ξένες επενδύσεις, στην εγχώρια ευρωπαϊκή οικονομία, χρηματοδοτώντας ποιοτικές επενδύσεις στους τομείς της τεχνολογίας, της καινοτομίας, της πράσινης ενέργειας μειώνοντας παράλληλα την εξάρτηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα, και ενισχύοντας την αμυντική της ικανότητα. Για τον σκοπό αυτό, η ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης και της ένωσης κεφαλαιαγορών, η εξάλειψη εμποδίων που εναπομένουν στις διασυνοριακές συναλλαγές, και η δημιουργία μηχανισμού έκδοσης κοινού, ασφαλούς χρέους, στο πρότυπο του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF), για την χρηματοδότηση δημόσιων αγαθών, αποτελούν βασικές προϋποθέσεις. Η επιτάχυνση της εφαρμογής των προτάσεων των Εκθέσεων Draghi και Letta αποτελεί μονόδρομο για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ικανή και συγχρόνως πρακτική απάντηση στο ερώτημα σχετικά με το τι πρέπει να κάνει η Ευρώπη στο σημερινό περιβάλλον γεωπολιτικών εντάσεων, εμπορικού προστατευτισμού και υψηλού ανταγωνισμού στους τομείς της υψηλής τεχνολογίας. Με την εφαρμογή των προτάσεων αυτών, η Ευρώπη ουσιαστικά θα εγκαταλείψει ατελέσφορες πολιτικές και διαπραγματεύσεις που μοιάζουν με παίγνιο μηδενικού αθροίσματος και θα υιοθετήσει θέσεις όπου όλοι έχουν ένα αμοιβαίο συμφέρον και όφελος να υιοθετήσουν.

Η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα σε πολύ ισχυρότερη θέση από ό,τι λίγα χρόνια πριν και πληροί όλες τις προϋποθέσεις ώστε να αξιοποιήσει τις ευκαιρίες που δημιουργούνται από τον μετασχηματισμό της ευρωπαϊκής και της παγκόσμιας οικονομίας. Η διατήρηση της δημοσιονομικής υπευθυνότητας, η συνέχιση των μεταρρυθμίσεων, η ενίσχυση της καινοτομίας, η προσέλκυση παραγωγικών επενδύσεων και η διαφύλαξη της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας αποτελούν τους βασικούς πυλώνες για την επίτευξη υψηλότερης παραγωγικότητας, ταχύτερης πραγματικής σύγκλισης με τις πιο προηγμένες ευρωπαϊκές οικονομίες και διατηρήσιμης ευημερίας για τους πολίτες.

Σας ευχαριστώ».

Ακολουθήστε το insider.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.

Διαβάζονται αυτή τη στιγμή

Η αλήθεια πίσω από τα τραγούδια κάθε ομάδας στο Μουντιάλ

«Φόβοι» για αυξήσεις στο ρεύμα ελέω φυσικού αερίου - Εκτός συζήτησης προς ώρας οι επιδοτήσεις

Η τρικλοποδιά Άδωνι στον Σαμαρά - H έδρα που «ανοίγει» για τον Κασσελάκη - O βαθμός του Τσίπρα

Φόρτωση BOLM...

reader insiderinsiderinsiderinsiderinsider