Το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ εισέρχεται στην τελική ευθεία, με το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας να επεξεργάζεται τις παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στη δημόσια διαβούλευση και τις επαφές με τους εμπλεκόμενους φορείς να συνεχίζονται σε πολλαπλά μέτωπα. Σύμφωνα με πληροφορίες της αγοράς, στόχος του ΥΠΕΝ είναι το νέο πλαίσιο να κλείσει μέσα στο καλοκαίρι, καθώς πιέζει και το χρονοδιάγραμμα του Ταμείου Ανάκαμψης (RRF).
Στο παρασκήνιο βρίσκονται συνεχείς διαβουλεύσεις, ενώ η ΕΛΕΤΑΕΝ, η οποία έχει ήδη εκφράσει την αντίθεσή της στο σχέδιο του νέου χωροταξικού, υποστηρίζει ότι πριν από τις τελικές αποφάσεις θα πρέπει να προηγηθεί μια ολοκληρωμένη ποσοτική μελέτη των επιπτώσεων των προτεινόμενων περιορισμών στο ενεργειακό σύστημα, στις επενδύσεις και στο κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Όπως ανέφερε η διοίκηση της ΕΛΕΤΑΕΝ σε ενημερωτική συνάντηση με δημοσιογράφους την Τρίτη, το σχέδιο του νέου Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις ΑΠΕ απογοήτευσε έντονα τον κλάδο, καθώς - όπως υποστήριξε - ήταν πολύ πιο περιοριστικό από ό,τι ανέμενε, παρά το γεγονός ότι αποτέλεσε αντικείμενο επεξεργασίας και διαβουλεύσεων επί σειρά ετών.
Η Ένωση έχει ήδη καταθέσει αναλυτικό υπόμνημα στο Υπουργείο, έχει πραγματοποιήσει συναντήσεις με την πολιτική ηγεσία και αναμένει συνάντηση με το νέο Γραμματέα Χωροταξίας και Περιβάλλοντος, καθώς θεωρεί ότι υπάρχουν ακόμη κρίσιμα σημεία που μπορούν να αλλάξουν πριν από την οριστικοποίηση του χωροταξικού.
Το μήνυμα που εκπέμπει η αγορά είναι ότι το τελικό κείμενο δύσκολα θα είναι πανομοιότυπο με εκείνο που τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση. Ωστόσο, όπως ανέφεραν στελέχη της ΕΛΕΤΑΕΝ, οι συζητήσεις εξελίσσονται σε πολλά επίπεδα, με πολλούς εμπλεκόμενους φορείς, γι' αυτό και υπάρχουν «ελπίδες αλλά όχι βεβαιότητες» για το εύρος των αλλαγών που τελικά θα γίνουν.
Η βασική ένσταση του κλάδου παραμένει ότι το νέο χωροταξικό στηρίζεται σε εκτεταμένες ζώνες αποκλεισμού αντί στην αξιολόγηση κάθε έργου κατά περίπτωση ενώ όπως υποστηρίζουν εκπρόσωποι του κλάδου δεν επιτρέπει βιώσιμες επενδύσεις ούτε με βάση τα οικονομικά αλλά ούτε και τα περιβαλλοντικά κριτήρια. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της ΕΛΕΤΑΕΝ, οι περιοχές που αποκλείονται εκ των προτέρων από νέα αιολικά έργα φθάνουν περίπου στο 61% της ελληνικής επικράτειας, κυρίως λόγω των περιορισμών στις Ζώνες Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ), στα μεγάλα υψόμετρα και στις νησιωτικές περιοχές.
Το μεγάλο οικονομικό διακύβευμα
Πέρα από τη χωροθέτηση, ο πρόεδρος της ΕΛΕΤΑΕΝ, Παναγιώτης Λαδακάκος, ανέλυσε την οπτική της Ένωσης για το οικονομικό αποτύπωμα του νέου πλαισίου. Σύμφωνα με την ποσοτική ανάλυση που παρουσίασε, εάν εφαρμοστεί το χωροταξικό όπως βρίσκεται σήμερα στη διαβούλευση, το διαθέσιμο αιολικό δυναμικό των νέων έργων μειώνεται κατά περίπου 29%. Για να εξηγήσει το επιχείρημα, χρησιμοποίησε το παράδειγμα μιας τυπικής ανεμογεννήτριας ισχύος 5 MW. Αν αυτή εγκατασταθεί στις περιοχές που απομένουν διαθέσιμες μετά τους νέους περιορισμούς, η μέση παραγωγικότητά της θα είναι κατά περίπου 29% χαμηλότερη σε σχέση με εκείνη που θα είχε χωρίς τους συγκεκριμένους χωροταξικούς αποκλεισμούς.
Η επένδυση, όμως, κοστίζει σχεδόν το ίδιο είτε πραγματοποιηθεί σε περιοχή με πολύ υψηλό είτε με χαμηλότερο αιολικό δυναμικό. Σύμφωνα με την ποσοτική ανάλυση της ΕΛΕΤΑΕΝ, για να παραχθεί η ίδια ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας θα απαιτηθούν περίπου 29% περισσότερες νέες ανεμογεννήτριες, γεγονός που συνεπάγεται περισσότερες συνοδευτικές υποδομές, όπως δρόμους πρόσβασης, ηλεκτρικά δίκτυα και υποσταθμούς. Επομένως, όταν η ίδια ανεμογεννήτρια παράγει λιγότερες μεγαβατώρες, αυξάνεται το κόστος παραγωγής κάθε παραγόμενης μονάδας ηλεκτρικής ενέργειας.
Η ΕΛΕΤΑΕΝ εκτιμά ότι αυτό μεταφράζεται σε περίπου 27% υψηλότερο κόστος παραγωγής για τα νέα αιολικά πάρκα. Κατά συνέπεια, οι απαιτούμενες τιμές αποζημίωσης μέσω Συμβάσεων Διαφοράς (CfD) ή διμερών συμβολαίων (PPA) θα είναι υψηλότερες, καθώς διαφορετικά οι επενδύσεις δεν θα είναι οικονομικά βιώσιμες. Κατά την επιχειρηματολογία της Ένωσης, αυτό περιορίζει τη δυνατότητα των νέων αιολικών να προσφέρουν ακόμη φθηνότερη ηλεκτρική ενέργεια στην αγορά.
Ταυτόχρονα, υποστηρίχθηκε ότι οι περιορισμοί μπορεί να οδηγήσουν μακροπρόθεσμα σε αυξημένη χρήση φυσικού αερίου, υψηλότερες εκπομπές CO₂ και αντίστοιχη αύξηση του σχετικού κόστους για την οικονομία.
«Δεν μπορούν να ισχύσουν όλα ταυτόχρονα»
Απαντώντας στις κυβερνητικές επισημάνσεις ότι το ηλεκτρικό σύστημα χρειάζεται πλέον περισσότερο εξορθολογισμό και όχι ανεξέλεγκτη ανάπτυξη έργων, η διοίκηση της Ένωσης υποστήριξε ότι δημιουργείται σύγχυση μεταξύ του συνολικού pipeline των έργων ΑΠΕ και των αιολικών.
Όπως επισημάνθηκε, το μεγαλύτερο μέρος των έργων που βρίσκονται σε διάφορα στάδια αδειοδότησης αφορά φωτοβολταϊκά και όχι αιολικά πάρκα. Για τον λόγο αυτό θεωρεί ότι απαιτείται διατήρηση της ισορροπίας του ενεργειακού μείγματος και προειδοποιεί ότι δεν μπορούν να επιτευχθούν ταυτόχρονα όλοι οι στόχοι: περισσότερα αιολικά στο ενεργειακό μείγμα, αυστηρότεροι χωροταξικοί αποκλεισμοί, ελάχιστες κοινωνικές αντιδράσεις και ταυτόχρονα χαμηλότερο κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.
Οι άδειες δεν σημαίνουν ώριμες επενδύσεις
Η ΕΛΕΤΑΕΝ απέρριψε επίσης το επιχείρημα ότι υπάρχει ήδη επαρκές απόθεμα αδειοδοτημένων έργων για να καλυφθούν οι στόχοι του ΕΣΕΚ. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, από περίπου 15 GW αιολικών έργων, σχεδόν 6 GW βρίσκονται ήδη σε λειτουργία, ενώ απομένουν περίπου 9,4 GW υπό ανάπτυξη. Ωστόσο, από αυτά μόνο περίπου 3 GW διαθέτουν Οριστική Προσφορά Σύνδεσης και μπορούν να θεωρηθούν πραγματικά ώριμα, καθώς τα υπόλοιπα εξακολουθούν να περιμένουν τη δυνατότητα σύνδεσης στο δίκτυο.
Η Ένωση υπενθύμισε ακόμη ότι παλαιότερη μελέτη της έδειχνε πως μόλις το 3,5% των έργων που ξεκινούν τη διαδικασία αδειοδότησης φτάνει τελικά σε λειτουργία, υποστηρίζοντας ότι γι' αυτό απαιτείται πολύ μεγαλύτερη δεξαμενή έργων από εκείνη που τελικά προβλέπεται να κατασκευαστεί.
Το πρόβλημα με τις περιβαλλοντικές άδειες
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε και στις εγκρίσεις περιβαλλοντικών όρων. Όπως εξήγησε η ΕΛΕΤΑΕΝ, ένα έργο μπορεί να διαθέτει ΑΕΠΟ χωρίς να είναι πραγματικά ώριμο προς κατασκευή. Οι πολύχρονες διαδικασίες αδειοδότησης έχουν ως αποτέλεσμα, μέχρι να φτάσει η ώρα της υλοποίησης, οι ανεμογεννήτριες που είχαν εγκριθεί να μην κατασκευάζονται πλέον. Έτσι, ο επενδυτής αναγκάζεται να ζητήσει τροποποίηση της ΑΕΠΟ, όμως - όπως υποστηρίζει η Ένωση - οι αρμόδιες υπηρεσίες εξετάζουν εκ νέου ολόκληρο τον φάκελο, αντί να αξιολογούν μόνο τις αλλαγές, γεγονός που δημιουργεί νέες καθυστερήσεις και αβεβαιότητα.
Repowering: Να ξεκαθαρίσει το τοπίο για την πιο «πράσινη» επένδυση
Ξεχωριστό κεφάλαιο αποτελεί το repowering των παλαιών αιολικών πάρκων. Πρόκειται για την φιλικότερη προς το περιβάλλον μορφή ανάπτυξης, καθώς αντικαθιστά πολλές παλιές ανεμογεννήτριες με λιγότερες και αποδοτικότερες, αξιοποιώντας τους ίδιους δρόμους, τα ίδια δίκτυα και τις ίδιες θέσεις εγκατάστασης.
Η εκτίμηση που διατυπώθηκε είναι ότι πρόθεση του ΥΠΕΝ είναι να επιτρέψει το repowering, ωστόσο ο κλάδος ζητά να αποσαφηνιστεί πλήρως το πλαίσιο και να απλοποιηθούν οι διαδικασίες ώστε οι επενδύσεις αυτές να προχωρούν χωρίς νέα πολυετή εμπόδια.
Το υψόμετρο των 1.200 μέτρων
Ένα από τα βασικότερα σημεία τριβής παραμένει το όριο των 1.200 μέτρων. Το επιχείρημα είναι ότι, εφόσον το ΥΠΕΝ επιμείνει στη διατήρησή του, προτείνει να προβλεφθούν εξαιρέσεις για περιοχές με ιδιαίτερα υψηλό αιολικό δυναμικό, υποστηρίζοντας ότι διαφορετικά αποκλείονται οι πλέον παραγωγικές περιοχές της χώρας.
Natura και ΖΕΠ: Αξιολόγηση κατά περίπτωση
Από τις πιο επίμαχες διατάξεις είναι εκείνες που αφορούν στις περιοχές Natura και ειδικότερα τις Ζώνες Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ). Οι εκπρόσωποι του κλάδου ζητούν να μην υπάρχουν οριζόντιες απαγορεύσεις, αλλά κάθε έργο να αξιολογείται ξεχωριστά μέσω επιστημονικής στάθμισης και χαρτών περιβαλλοντικής ευαισθησίας, πρακτική που εφαρμόζεται ήδη σε χώρες όπως η Ισπανία και η Ιταλία.
Ιδιαίτερη κριτική ασκήθηκε στη σύνδεση της χωροθέτησης με τις Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες. Σύμφωνα με την ΕΛΕΤΑΕΝ, το σχέδιο προβλέπει ότι στις Ζώνες Ειδικής Προστασίας ένα αιολικό έργο μπορεί να προχωρήσει μόνο εφόσον το επιτρέπει η Ειδική Περιβαλλοντική Μελέτη. Ωστόσο, όπως αναφέρθηκε, στην πράξη οι συγκεκριμένες μελέτες σπάνια καταλήγουν θετικά για αιολικά έργα, καθώς εκπονούνται κυρίως από επιστήμονες περιβαλλοντικών ειδικοτήτων και δεν ενσωματώνουν συνολική στάθμιση μεταξύ του ενεργειακού οφέλους και των περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Κατά την άποψή της, αυτό οδηγεί ουσιαστικά σε εκ των προτέρων αποκλεισμό έργων σε περιοχές υψηλού αιολικού δυναμικού.
Για τον λόγο αυτό προτείνει οι περιοχές αυτές να μην αποκλείονται αυτομάτως, αλλά να εξετάζονται κατά περίπτωση στο πλαίσιο της περιβαλλοντικής αδειοδότησης, με αξιολόγηση τόσο της περιβαλλοντικής διάστασης όσο και της συμβολής κάθε έργου στους ενεργειακούς στόχους της χώρας.
Στο υπόμνημά της προς το ΥΠΕΝ, μάλιστα, η ΕΛΕΤΑΕΝ σημειώνει ότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου το ισχύον σχέδιο οδηγεί σε αντιφάσεις μεταξύ διαφορετικών διατάξεων, ζητώντας να αποσαφηνιστεί το πλαίσιο πριν από την οριστικοποίηση του χωροταξικού.
Τα μικρά νησιά και οι τοπικές κοινωνίες
Ανάλογες ενστάσεις διατυπώνονται και για τα μικρά νησιά καθώς οι εταιρείες του κλάδου θεωρούν υπερβολικό το όριο των 400 τετραγωνικών χιλιομέτρων, υποστηρίζοντας ότι ουσιαστικά απομένουν ελάχιστα νησιά στα οποία θα μπορούν να αναπτυχθούν νέα αιολικά έργα (11 εάν δεν συνυπολογιστούν η Κρήτη και η Εύβοια). Η πρότασή της ΕΛΕΤΑΕΝ είναι να μην υπάρχει αντίστοιχος περιορισμός ή, εφόσον διατηρηθεί, να μειωθεί σημαντικά, ακόμη και στα 100 τετραγωνικά χιλιόμετρα.
Παράλληλα, επισημάνθηκε ότι οι εκτεταμένοι αποκλεισμοί δεν σημαίνουν απαραίτητα μεγαλύτερη κοινωνική αποδοχή. Αντίθετα, όπως ειπώθηκε, υπάρχει κίνδυνος οι τοπικές κοινωνίες των περιοχών που θα παραμείνουν διαθέσιμες να αντιδράσουν ακόμη περισσότερο, θέτοντας το ερώτημα γιατί τα έργα να συγκεντρωθούν στις δικές τους περιοχές και όχι σε άλλες, όπως κορυφογραμμές ή νησίδες με περιορισμένη οπτική όχληση.
Η πρόταση προς το ΥΠΕΝ
Πέρα από τις επιμέρους αλλαγές, η ΕΛΕΤΑΕΝ υποστηρίζει ότι πριν ληφθούν οι οριστικές αποφάσεις θα πρέπει το ΥΠΕΝ να εκπονήσει ολοκληρωμένη ποσοτική μελέτη επιπτώσεων του νέου χωροταξικού. Όπως ανέφερε, η ίδια μπορεί να υπολογίσει τις συνέπειες σε ένα τυπικό αιολικό πάρκο, όμως μόνο το Υπουργείο διαθέτει όλα τα δεδομένα για να αξιολογήσει πώς οι νέοι περιορισμοί επηρεάζουν συνολικά το ενεργειακό σύστημα, τις επενδύσεις, το κόστος παραγωγής και την επίτευξη των στόχων του ΕΣΕΚ.



