Με τη φράση «Πιστεύουμε ότι λεφτά υπάρχουν ή ότι λεφτά γεννώνται;», ο Κυριάκος Πιερρακάκης συνόψισε σε συνέντευξή του στον Status FM 107,7 τη βασική φιλοσοφία που, όπως ανέφερε, διέπει την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης, συνδέοντας την ανάπτυξη και τις επενδύσεις με τη δημιουργία δημοσιονομικού χώρου. Παράλληλα, στάθηκε στις παρεμβάσεις για την ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος, στις προτεραιότητες των μέτρων που θα ανακοινωθούν στη ΔΕΘ, αλλά και σε ζητήματα όπως η ακρίβεια, το ιδιωτικό χρέος και η πορεία της ελληνικής οικονομίας.
Ο υπουργός ξεκίνησε από την πρόσφατη επίσκεψή του στη Θεσσαλονίκη, υπογραμμίζοντας τη σημασία της εγκατάστασης του νέου Διεθνούς Κέντρου Διαχείρισης Εφοδιαστικής Αλυσίδας του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης στην πόλη. Όπως ανέφερε, πρόκειται για το βασικό κέντρο λογιστικής υποστήριξης του οργανισμού σε παγκόσμιο επίπεδο, η φιλοξενία του οποίου αποτελεί, σύμφωνα με τον ίδιο, σημαντική εθνική επιτυχία, καθώς πολλές χώρες διεκδίκησαν τη συγκεκριμένη δομή. Σημείωσε ότι το επιχειρησιακό αποτύπωμα του οργανισμού ανέρχεται σε 1,7 δισ. δολάρια και εκτίμησε ότι η παρουσία του θα ενισχύσει τις θέσεις εργασίας, την οικονομική δραστηριότητα και το διεθνές αποτύπωμα της Θεσσαλονίκης, η οποία, όπως είπε, εδραιώνεται ως στρατηγικός κόμβος για τα Βαλκάνια και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Αναφερόμενος στην υπεραπόδοση της οικονομίας, δήλωσε ότι κάθε διαθέσιμο ευρώ που επιτρέπουν οι ευρωπαϊκοί δημοσιονομικοί κανόνες επιστρέφει στην κοινωνία μέσω των μέτρων που ανακοινώνονται στη ΔΕΘ. Παράλληλα, υποστήριξε ότι η αποπληρωμή του δημόσιου χρέους μειώνει τις ετήσιες δαπάνες για τόκους, σημειώνοντας ότι κάθε δισεκατομμύριο ευρώ που αποπληρώνεται μειώνει τους τόκους κατά περίπου 30 εκατ. ευρώ. Επισήμανε ακόμη ότι, σύμφωνα με τον ίδιο, το ζήτημα του δημόσιου χρέους και των προβλέψεων για το 2032 έχει πλέον αντιμετωπιστεί μέσω της στρατηγικής που ακολουθήθηκε.
- Πιερρακάκης: «Το IRIS είναι το success story της ελληνικής ψηφιακής οικονομίας»
- Πιερρακάκης: «Πληρώσαμε πολύ ακριβά τον λαϊκισμό»
Σχετικά με τον δημοσιονομικό χώρο, ανέφερε ότι η οικονομία υπεραποδίδει και ότι κάθε διαθέσιμο ποσό επιστρέφει στην κοινωνία εντός των ορίων που θέτουν οι ευρωπαϊκοί κανόνες. Υπενθύμισε ότι στη ΔΕΘ του προηγούμενου έτους υπήρχε δημοσιονομικός χώρος ύψους 1,76 δισ. ευρώ και υποστήριξε ότι ο δημόσιος διάλογος θα πρέπει να επικεντρώνεται στον τρόπο διάθεσης των διαθέσιμων πόρων και όχι στην αμφισβήτηση του ύψους τους.
Για την εφαρμογή της δικαστικής απόφασης που αφορά τον Νόμο Κατσέλη, σημείωσε ότι η κυβέρνηση προχώρησε όχι μόνο στην εφαρμογή της αλλά και στην αναδρομική ισχύ της, επισημαίνοντας ότι η σχετική νομοθετική παρέμβαση υπερβαίνει το περιεχόμενο της δικαστικής απόφασης.
Στο πεδίο των επενδύσεων, ο υπουργός ανέφερε ότι περίπου οι μισές επενδύσεις δεν σχετίζονται με το real estate ή τις golden visas, αλλά αφορούν άλλους τομείς, όπως τα data centers, τα logistics, την τεχνολογία και την αγροδιατροφή. Υποστήριξε ότι το ποσοστό των επενδύσεων αυξήθηκε από το 11% του ΑΕΠ το 2019 σε περίπου 17% σήμερα, ενώ στόχος είναι η προσέγγιση του ευρωπαϊκού μέσου όρου του 21%. Παράλληλα, ανέφερε ότι η πρόβλεψη ανάπτυξης για το τρέχον έτος αναθεωρήθηκε από 2,4% σε 2%, ενώ για το επόμενο έτος αυξήθηκε από 1,7% σε 2%, επικαλούμενος τη συμβολή των εθνικών και ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων, καθώς και των ιδιωτικών επενδύσεων. Στο πλαίσιο αυτό διατύπωσε τη φράση «Πιστεύουμε ότι λεφτά υπάρχουν ή ότι λεφτά γεννώνται;», δηλώνοντας ότι ο ίδιος θεωρεί πως ο πλούτος δημιουργείται μέσω της ανάπτυξης και των επενδύσεων.
Αναφερόμενος στην ακρίβεια, αναγνώρισε ότι αποτελεί πρόβλημα τόσο στην Ελλάδα όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Ως βασικές πηγές των πληθωριστικών πιέσεων ανέφερε τις τιμές στα σούπερ μάρκετ, τα ενοίκια και το κόστος της ενέργειας. Υποστήριξε ότι οι λύσεις για την ενέργεια είναι κυρίως ευρωπαϊκές, με έμφαση στις διασυνδέσεις και στις επενδύσεις σε ενεργειακές υποδομές, ενώ σημείωσε ότι βασική στρατηγική της κυβέρνησης είναι η αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών, παράλληλα με στοχευμένες παρεμβάσεις όπου χρειάζονται.
Σε σχέση με την αγοραστική δύναμη των πολιτών, ανέφερε ότι η χώρα έχασε το ένα τέταρτο του ΑΕΠ της κατά τη διάρκεια της δεκαετούς κρίσης και ότι από το 2019 και μετά το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ έχει αυξηθεί κατά 13 μονάδες. Υποστήριξε επίσης ότι η Ελλάδα αναπτύσσεται με διπλάσιο ρυθμό από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ότι έχουν δημιουργηθεί περίπου 600.000 θέσεις εργασίας και ότι η ανεργία βρίσκεται κοντά σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Ωστόσο, επισήμανε ότι βασική εκκρεμότητα παραμένει η περαιτέρω αύξηση των μισθών, ώστε η βελτίωση της οικονομίας να αποτυπωθεί σε κάθε νοικοκυριό.
Για το ιδιωτικό χρέος παρουσίασε σειρά παρεμβάσεων, όπως η αύξηση του ακατάσχετου ορίου, η μείωση του ορίου υπαγωγής στον εξωδικαστικό μηχανισμό από τις 10.000 στις 5.000 ευρώ, η ενίσχυση της προστασίας της πρώτης κατοικίας και η νομοθετική ρύθμιση για τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο. Εξήγησε ότι η αναμονή της δικαστικής απόφασης πριν από τη νομοθετική παρέμβαση κρίθηκε απαραίτητη, ώστε να υπάρχει σαφής ερμηνεία του νόμου και να αποφευχθούν διαφορετικές ερμηνείες από τα δικαστήρια.
Ερωτηθείς για τα μέτρα που θα ανακοινωθούν στη ΔΕΘ, δεν προχώρησε σε συγκεκριμένες προαναγγελίες, σημειώνοντας ότι οι σχετικές αποφάσεις διαμορφώνονται έως τον Σεπτέμβριο και θα παρουσιαστούν από τον Πρωθυπουργό. Αναφερόμενος στον 13ο και 14ο μισθό και στις αντίστοιχες συντάξεις, δήλωσε ότι το συνολικό δημοσιονομικό κόστος ανέρχεται περίπου στα 8 δισ. ευρώ, ενώ μόνο ο 13ος μισθός και η 13η σύνταξη υπολογίζονται στα 4 δισ. ευρώ. Τόνισε ότι στόχος των ανακοινώσεων της ΔΕΘ είναι κάθε κοινωνική ομάδα — συνταξιούχοι, δημόσιοι και ιδιωτικοί υπάλληλοι, ελεύθεροι επαγγελματίες και αγρότες — να μπορεί να αναγνωρίσει τον εαυτό της στα μέτρα που θα παρουσιαστούν. Παράλληλα υπενθύμισε ότι στη ΔΕΘ του προηγούμενου έτους είχε ανακοινωθεί φορολογική μεταρρύθμιση με μειώσεις άμεσων φόρων και πρόσθετες ελαφρύνσεις για νέους, οικογένειες με παιδιά και πολύτεκνους, καθώς και η σταδιακή κατάργηση του ΕΝΦΙΑ στα χωριά της χώρας.
Τέλος, αναφερόμενος στη φορολογία, υποστήριξε ότι η μείωση του φόρου στα μερίσματα από το 10% στο 5% συνοδεύτηκε, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέθεσε, από αύξηση των δηλωθέντων μερισμάτων και υψηλότερα έσοδα για το Δημόσιο. Εξήγησε ακόμη ότι, κατά την ενεργειακή κρίση, προτιμήθηκαν προσωρινά και στοχευμένα μέτρα, όπως η επιδότηση του diesel στην αντλία αντί της μείωσης του ειδικού φόρου κατανάλωσης, καθώς, όπως είπε, το αποτέλεσμα για τον καταναλωτή ήταν η χαμηλότερη τιμή στα καύσιμα. Ολοκληρώνοντας, ανέφερε ότι η κυβέρνηση έχει προχωρήσει σε 83 μειώσεις φόρων και εισφορών κατά τη διάρκεια της θητείας της.



