Upd. 23:59
Αμετάβλητη στη βαθμίδα Baa3 διατήρησε την αξιολόγηση για την Ελλάδα η Moody’s, με σταθερό outlook.
Όπως επισημαίνει ο οίκος, η αξιολόγηση της Ελλάδας στη βαθμίδα Baa3 και το σταθερό outlook στηρίζονται σε ένα ισχυρό ιστορικό μεταρρυθμίσεων, το οποίο έχει οδηγήσει σε εμφανείς βελτιώσεις στους θεσμούς και τη διακυβέρνηση, σε ισχυρότερες επενδύσεις και σε έναν πιο υγιή τραπεζικό τομέα.
«Παρά τη σημαντική μείωση που αναμένεται, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ θα παραμείνει πολύ υψηλός. Ωστόσο, η ευνοϊκή δομή του χρέους και το μεγάλο ταμειακό απόθεμα αποτελούν σημαντικούς παράγοντες περιορισμού των κινδύνων» αναφέρουν οι αναλυτές της Moody’s, προσθέτοντας πως «η ελληνική οικονομία έχει αποδείξει ότι μπορεί να απορροφά αποτελεσματικά τα κονδύλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα οποία μαζί με τις ιδιωτικές επενδύσεις θα στηρίξουν την ανάπτυξη τα επόμενα χρόνια». Σε συνδυασμό με τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων, αυτό θα συμβάλει στην ενίσχυση της δυνητικής ανάπτυξης και θα αντισταθμίσει εν μέρει τις αρνητικές επιπτώσεις από τις δυσμενείς δημογραφικές τάσεις, εκτιμά ο οίκος.
Οι δημοσιονομικές επιδόσεις της Ελλάδας από την πανδημία και μετά συνεχίζουν να υπερβαίνουν τις προσδοκίες, κάτι που παραμένει βασικό στοιχείο της πιστοληπτικής ισχύος της χώρας, αναφέρει ο οίκος. Εκτιμάται ότι το πρωτογενές πλεόνασμα το 2025 διαμορφώθηκε στο 4,4% του ΑΕΠ, αντανακλώντας έναν συνδυασμό ισχυρής ανάπτυξης, πολύ καλών επιδόσεων στα φορολογικά έσοδα και αυστηρού ελέγχου των δαπανών. Αυτό ακολουθεί ένα ήδη εξαιρετικό αποτέλεσμα το 2024, όταν το πρωτογενές πλεόνασμα έφθασε το 4,7% του ΑΕΠ, συμβάλλοντας στη μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ σε περίπου 154% στο τέλος του 2024.
Όπως επισημαίνει η Moody’s, εκτιμάται ότι το ελληνικό χρέος υποχώρησε στο 148% του ΑΕΠ στο τέλος του 2025, το χαμηλότερο επίπεδο από το 2010. Ο οίκος αναμένει ότι τα πρωτογενή πλεονάσματα θα παραμείνουν υψηλά, λίγο πάνω από το 3% του ΑΕΠ την περίοδο 2026-2027, και στη συνέχεια θα μειωθούν σταδιακά, συνεχίζοντας όμως να οδηγούν σε ταχεία αποκλιμάκωση του χρέους προς το 140% του ΑΕΠ περίπου, έως το 2027.
Διατηρήσιμη ανάπτυξη
Η μακροοικονομική επίδοση της Ελλάδας παραμένει ισχυρή και σε γενικές γραμμές ευθυγραμμισμένη με τις προσδοκίες για μια διατηρήσιμη, επενδυτικά καθοδηγούμενη ανάπτυξη. Εκτιμάται ότι το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε περίπου κατά 2,1% το 2025, με ρυθμό αντίστοιχο των ετών 2023-2024, παρά το πιο αδύναμο διεθνές περιβάλλον και την ομαλοποίηση της δυναμικής του τουρισμού.
Ο οίκος σχολιάζει ότι το μίγμα της ανάπτυξης γίνεται όλο και πιο ευνοϊκό από πλευράς πιστοληπτικής αξιολόγησης, εξηγώντας ότι οι ιδιωτικές επενδύσεις αποτελούν τον βασικό μοχλό της ανάκαμψης τα τελευταία έξι χρόνια, περιορίζοντας ένα μακροχρόνιο επενδυτικό κενό και αυξάνοντας τον λόγο επενδύσεων προς ΑΕΠ από περίπου 11% σε περίπου 16% το 2024, με περαιτέρω βελτίωση το 2025.
Στον υποκείμενο επιμέρους δείκτη «οικονομικής ισχύος» η Ελλάδα αξιολογείται με «baa1», που αντανακλά υψηλότερα επίπεδα ευημερίας σε σχέση με χώρες με παρόμοια αξιολόγηση και ισχυρές προοπτικές ανάπτυξης τα επόμενα τρία χρόνια, παρά το σχετικά μικρό μέγεθος της οικονομίας και τις προκλήσεις λόγω των δυσμενών δημογραφικών τάσεων.
Η αξιολόγηση «baa1» για τους θεσμούς και τη διακυβέρνηση αντικατοπτρίζει τη σημαντική πρόοδο στην εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, οι οποίες έχουν ήδη φέρει απτά αποτελέσματα σε αρκετούς τομείς. Ωστόσο, η αναδιάρθρωση του χρέους το 2012 εξακολουθεί να επηρεάζει την αξιολόγηση.
Η δημοσιονομική ισχύς αξιολογείται σε «ba1», λόγω του πολύ υψηλού αλλά ταχέως μειούμενου δημόσιου χρέους, το οποίο υποστηρίζεται από μια ευνοϊκή δομή με χαμηλά επιτόκια και πολύ μεγάλες διάρκειες. Παράλληλα, η ευπάθεια σε κινδύνους γεγονότων αξιολογείται με «baa», κυρίως λόγω κινδύνων που σχετίζονται με τον τραπεζικό τομέα, παρά τη σημαντική μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPLs).
Τι σημαίνει το σταθερό outlook
Το σταθερό outlook ενσωματώνει την εκτίμηση ότι η σημερινή πολύ ισχυρή δημοσιονομική επίδοση είναι πιθανό να μετριαστεί με την πάροδο του χρόνου, αν και το δημόσιο χρέος θα συνεχίσει να μειώνεται. Ταυτόχρονα, λαμβάνει υπόψη ότι ορισμένες από τις βασικές πιστωτικές προκλήσεις της Ελλάδας θα βελτιωθούν με αργό ρυθμό, στοιχείο που αντισταθμίζεται από το σταθερό θεσμικό και πολιτικό περιβάλλον.
Οι βασικές παραδοχές του οίκου περιλαμβάνουν ότι η ολοκλήρωση θεσμικών και αναπτυξιακών μεταρρυθμίσεων θα απαιτήσει χρόνο. Επίσης εκτιμάται ότι η οικονομική ανάπτυξη θα επιβραδυνθεί σε σχέση με τα σημερινά υψηλά επίπεδα μετά την ολοκλήρωση της απορρόφησης των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης. «Εν μέρει αυτό οφείλεται στο ότι οι δυσμενείς δημογραφικές εξελίξεις θα δημιουργήσουν σημαντικά εμπόδια στην ανάπτυξη, παρά τις προσπάθειες της κυβέρνησης να αυξήσει τη συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό και να υλοποιήσει διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.
Παρότι το χρέος έχει μειωθεί γρήγορα τα τελευταία χρόνια, θα παραμείνει ένα από τα υψηλότερα μεταξύ των χωρών που αξιολογούνται από τον οίκο έως το τέλος της δεκαετίας. Οι βασικές παραδοχές λαμβάνουν επίσης υπόψη ότι οι ελληνικές αρχές αξιοποιούν αποτελεσματικά τη θετική δυναμική που δημιουργούν οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης για την εφαρμογή πολιτικών που στηρίζουν την πιστοληπτική αξιολόγηση, επιλογή που μειώνει τους κινδύνους υποβάθμισης οι οποίοι θα μπορούσαν να προκύψουν από αυτές τις οικονομικές και δημοσιονομικές αδυναμίες.
Ανοδικές προοπτικές και καθοδικοί κίνδυνοι
Ανοδική πίεση στην αξιολόγηση της Ελλάδας θα μπορούσε να προκύψει εάν υπάρξουν:
- διατηρήσιμες μειώσεις του δημόσιου χρέους που να υπερβαίνουν σημαντικά τις σημερινές εκτιμήσεις.
- ενδείξεις επιτάχυνσης στην εφαρμογή μεταρρυθμίσεων για την αποτελεσματικότητα του δικαστικού συστήματος ή μεγαλύτερης διαφοροποίησης της οικονομίας
- αυξημένες πιθανότητες για μεσοπρόθεσμη δυνητική ανάπτυξη που να υπερβεί τις σημερινές εκτιμήσεις.
Αντίθετα, καθοδικές πιέσεις στην αξιολόγηση Baa3 θα μπορούσαν να προκύψουν:
- αν αντιστραφεί η πορεία πολιτικής των τελευταίων ετών ή εάν υπάρξουν ενδείξεις ότι οι μεταρρυθμίσεις του παρελθόντος δεν αποδίδουν τα αναμενόμενα οφέλη για την ανάπτυξη και τα δημόσια οικονομικά
- σε περίπτωση σημαντικής επιδείνωσης της δημοσιονομικής θέσης της κυβέρνησης, ενδεχομένως σε συνδυασμό με έντονη επιδείνωση της υγείας του τραπεζικού τομέα
- σε περίπτωση οπισθοδρόμησης στις διαρθρωτικές μακροοικονομικές ή δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις.
- αν υπάρξει σημαντική επιδείνωση της γεωπολιτικής κατάστασης στην Ευρώπη, που θα οδηγούσε σε απτές ενδείξεις αποδυνάμωσης της στήριξης από βασικούς συμμάχους, ιδίως τις Ηνωμένες Πολιτείες.