Η γονιμότητα ήταν ήδη φθίνουσα και στη Ρωσία και στην Ουκρανία και τα τέσσερα χρόνια πολέμου την έχουν επιταχύνει σημαντικά.
Στην Ουκρανία, ο δείκτης γονιμότητας -ο μέσος αριθμός παιδιών ανά γυναίκα- μειώθηκε από 1,22 το 2021 σε περίπου 1,0 το 2025, ενώ κάποιες εκτιμήσεις τον τοποθετούν ακόμη χαμηλότερα, μεταξύ 0,8 και 0,9. Η πτώση αυτή οφείλεται στον πόλεμο, στους θανάτους συντρόφων και συζύγων, στον εκτοπισμό οικογενειών και στη μαζική μετανάστευση, αλλά και στην αβεβαιότητα για την ασφάλεια και το μέλλον. Το επίπεδο αναπλήρωσης για να διατηρηθεί ο πληθυσμός χωρίς μετανάστευση είναι 2,1 παιδιά ανά γυναίκα, πολύ πάνω από τα τρέχοντα δεδομένα της χώρας.
Η Ρωσία παρουσιάζει επίσης μια συνεχή πτωτική τάση στη γονιμότητα, με τον δείκτη να μειώνεται από 1,51 το 2021 σε περίπου 1,37 το 2025, παρά τις κρατικές επιδοτήσεις και τις εκστρατείες για προώθηση μεγαλύτερων οικογενειών. Η χώρα κατέγραψε 1,222 εκατομμύρια γεννήσεις το 2024, τον χαμηλότερο ετήσιο αριθμό από το 1999. Οι προσπάθειες της ρωσικής κυβέρνησης περιλαμβάνουν οικονομικά κίνητρα, φοροαπαλλαγές και επανεισαγωγή του σοβιετικού βραβείου «Μητέρα Ήρωας», αλλά η ανταπόκριση παραμένει περιορισμένη, καθώς η ασφάλεια και οι συνθήκες διαβίωσης αποτελούν βασικούς παράγοντες στις αποφάσεις για οικογένεια.
Η μείωση των γεννήσεων έχει σοβαρές οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες, επισημαίνεται σε δημοσίευμα του CNBC. Λιγότερα παιδιά σημαίνουν μελλοντικά λιγότερους εργαζόμενους, χαμηλότερη παραγωγικότητα και περιορισμένη οικονομική ανάπτυξη. Αυτό οδηγεί σε μειωμένα φορολογικά έσοδα και αυξημένη πίεση στα συστήματα συντάξεων και υγείας, καθώς ο πληθυσμός γερνά και εξαρτάται από ένα μικρότερο εργατικό δυναμικό. Στην Ουκρανία, η πτώση των μαθητών και φοιτητών δείχνει ήδη ότι η χώρα θα αντιμετωπίσει μείωση του εργατικού δυναμικού σε 10-15 χρόνια.
Η συνεχιζόμενη μετανάστευση από την Ουκρανία, ακόμη και μετά την πιθανή λήξη του πολέμου, αναμένεται να επηρεάσει περαιτέρω τη γονιμότητα. Οι γυναίκες που έμειναν στη χώρα συχνά αναβάλλουν ή αποφασίζουν να μην κάνουν παιδιά λόγω φόβου νέας εισβολής ή αβεβαιότητας. Η κατάσταση αυτή αναδεικνύει την ανάγκη για ασφαλιστικές εγγυήσεις σε οποιαδήποτε συμφωνία ειρήνης.
Στη Ρωσία, παρά τις επίσημες προσπάθειες και την προβολή της γονιμότητας ως «πατριωτικό καθήκον» και παραδοσιακή αξία, η πραγματικότητα δείχνει ότι η ασφάλεια και η ποιότητα ζωής είναι πιο σημαντικά για τις οικογένειες από οικονομικά κίνητρα. Η πολεμική κατάσταση και η κοινωνική ανασφάλεια μειώνουν την πρόθεση των γυναικών να αποκτήσουν περισσότερα παιδιά, γεγονός που καταγράφεται απευθείας στη χαμηλή γεννητικότητα και αμφισβητεί τις προπαγανδιστικές εικόνες του κράτους.
Ακόμη και μετά τον πόλεμο, οι τάσεις γονιμότητας δύσκολα αναστρέφονται γρήγορα. Παράλληλα με τη μείωση των γεννήσεων, η Ουκρανία και η Ρωσία αντιμετωπίζουν ήδη προκλήσεις στην εκπαίδευση και στην αγορά εργασίας, ενώ η μακροπρόθεσμη οικονομική ανάπτυξη και η κοινωνική σταθερότητα θα εξαρτηθούν από τις πολιτικές ασφάλειας, υποστήριξης οικογενειών και την αποκατάσταση των υποδομών.