«Στοπ» στην πλειοψηφία από τους δασμούς του Ντόναλντ Τραμπ έβαλε το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, τονίζοντας πως είναι «αντισυνταγματικοί» με αποτέλεσμα να προκληθεί ισχυρό πλήγμα στην ατζέντα του Αμερικανού προέδρου. Η ισχύουσα νομοθεσία «δεν εξουσιοδοτεί τον Πρόεδρο να επιβάλλει αμοιβαίους δασμούς», για «λόγους έκτακτης εθνικής ανάγκης» αποφάνθηκε η πλειοψηφία με έξι ψήφους έναντι τριών.
Ειδικότερα, έκρινε πως οι λεγόμενοι «αμοιβαίοι δασμοί» που επέβαλε η κυβέρνηση Τραμπ με βάση τον Νόμο περί Διεθνών Οικονομικών Εξουσιών σε Κατάσταση Έκτακτης Ανάγκης (International Emergency Economic Powers Act - IEEPA) του 1977 είναι παράνομοι. Τρεις φιλελεύθεροι δικαστές μαζί με τρεις συντηρητικούς ψήφισαν υπέρ της κατάργησης των δασμών: Οι δικαστές Μπρετ Κάβαναχ, Σάμουελ Αλίτο και Κλάρενς Τόμας διαφώνησαν.
Σύμφωνα με τον πρόεδρο του Ανώτατου Δικαστηρίου Τζον Ρόμπερτς, ο πρόεδρος των ΗΠΑ πρέπει «να έχει σαφή εξουσιοδότηση από το Κογκρέσο» προκειμένου να επιβάλει δασμούς. Το γεγονός πως το κείμενο του νόμου στον οποίο βασίζεται ο Λευκός Οίκος «του δίνει την εξουσία για να "ρυθμίσει τις εισαγωγές", είναι ανεπαρκές», δεδομένου ότι «δεν εμπεριέχει καμία αναφορά στους δασμούς». Αυτός ο νόμος «δεν επιτρέπει ο πρόεδρος να επιβάλει δασμούς», επιμένει ο δικαστής Ρόμπερτς στο κείμενο της απόφασης.
Όμως, σε ισχύ και στο «απυρόβλητο» παραμένουν εκείνοι που εφαρμόζονται σε ειδικούς τομείς δραστηριότητας, όπως την αυτοκινητοβιομηχανία ή τον χάλυβα και το αλουμίνιο. Οι δασμοί που δεν επηρεάστηκαν αφορούν συγκεκριμένους κλάδους, όπως ο χάλυβας, το αλουμίνιο, η ξυλεία και η αυτοκινητοβιομηχανία, οι οποίοι επιβλήθηκαν βάσει του άρθρου 232 του νόμου για την επέκταση του εμπορίου του 1962, επικαλούμενοι λόγους εθνικής ασφάλειας.
Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ επεσήμανε πως ο Τραμπ έκανε κατάχρηση εξουσίας χρησιμοποιώντας το IEEPA για να δικαιολογήσει ένα μεγάλο μέρος των δασμών του. «Το καθήκον μας σήμερα είναι να αποφασίσουμε μόνο αν η εξουσία να "ρυθμίζει … τις εισαγωγές", όπως παραχωρείται στον Πρόεδρο από τον Νόμο περί Διεθνών Έκτακτων Οικονομικών Εξουσιών, περιλαμβάνει την εξουσία επιβολής δασμών. Δεν την περιλαμβάνει» τονίζεται στο ανακοινωθέν.
Υπενθυμίζεται πως από τότε που επέστρεψε τον Λευκό Οίκο, ο Τραμπ αναδιαμόρφωσε τις εμπορικές σχέσεις των ΗΠΑ επιβάλλοντας μια σειρά σαρωτικών εισαγωγικών δασμών που έχουν επηρεάσει σχεδόν κάθε χώρα στον κόσμο, με μία αμφιλεγόμενη «ανάγνωση» του IEEPA, που δεν αναφέρει ρητά τους δασμούς ενώ επιτρέπει στον πρόεδρο των ΗΠΑ να «ρυθμίζει... την εισαγωγή» προϊόντων στη χώρα, μετά την κήρυξη εθνικής έκτακτης ανάγκης, προκειμένου να αντιμετωπίσει ορισμένες «ασυνήθιστες και έκτακτες» απειλές.
Η κυβέρνηση Τραμπ έχει υποστηρίξει ότι αυτό το πλαίσιο εξουσιοδοτεί τον πρόεδρο να επιβάλλει δασμούς σε ξένα αγαθά. Σε κάθε περίπτωση, η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου δεν σημαίνει ότι ο Τραμπ ξέμεινε από επιλογές και όπλα στη φαρέτρα του και δεν μπορεί να επιβάλει δασμούς σε προϊόντα άλλων χωρών όπως έκανε την Ημέρα της Απελευθέρωσης στις 2 Απριλίου, καθώς είναι διαθέσιμο το Άρθρο 301 του Νόμου περί Εμπορίου του 1974, που είχε χρησιμοποιήσει το 2016 για να «χτυπήσει» κινεζικά προϊόντα.
Ο Τραμπ επικαλέστηκε για πρώτη φορά τον IEEPA τον Φεβρουάριο του 2025, προκειμένου να επιβάλει φόρους σε προϊόντα από την Κίνα, το Μεξικό και τον Καναδά, υποστηρίζοντας ότι η διακίνηση ναρκωτικών από τις χώρες αυτές συνιστούσε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Τον ενεργοποίησε εκ νέου τον Απρίλιο, επιβάλλοντας δασμούς από 10% έως 50% σε προϊόντα από σχεδόν κάθε χώρα στον κόσμο.
Έχει επανειλημμένα επαινέσει τους δασμούς ως μια άφθονη πηγή εσόδων και ένα βασικό εργαλείο στις διαπραγματεύσεις με ξένους εταίρους, συμμάχους και αντίπαλες χώρες. Έχει ισχυριστεί ότι οι χώρες του εξωτερικού πλέον επωμίζονται το κόστος των δασμών του και δεν ανησυχεί πως οι έξτρα φόροι στις εισαγωγές θα οδηγήσουν σε υψηλότερες τιμές για τους Αμερικανούς.
Σύμφωνα με τον ίδιο, τα έσοδα από τους δασμούς ήταν τόσο μεγάλα που μπορούν αντικαταστήσουν τον φόρο εισοδήματος. Έχει επίσης προτείνει την ιδέα να αποσταλούν στους Αμερικανούς επιταγές μερισμάτων δασμών ύψους 2.000 δολαρίων. «Έχουμε εισπράξει και σύντομα θα λάβουμε περισσότερα από 600 δισ. δολάρια σε δασμούς», τόνισε πρόσφατα στo Truth Social.
Η απόφαση αναμένεται να προκαλέσει ευρύτερους κραδασμούς, με επιπτώσεις στο παγκόσμιο εμπόριο, στις επιχειρήσεις, στους καταναλωτές και στον πληθωρισμό, αλλά και άμεσα στο διαθέσιμο εισόδημα των Αμερικανών. Σύμφωνα με το CBNC, το διακύβευμα είναι εξαιρετικά υψηλό, καθώς οι επίμαχοι δασμοί αφορούν εμπορικές ροές αξίας τρισ. δολαρίων.