Κρίσιμες είναι οι επόμενες τρεις δεκαετίες για τη διαφύλαξη και την ορθή διαχείριση των υδάτινων πόρων καθώς η λειψυδρία θα μπορούσε να οδηγήσει σε μείωση έως και 25% του ΑΕΠ σε ορισμένες ηπείρους μέχρι το 2055. Η έλλειψη νερού δεν αφορά μόνο στην κάλυψη των πρωταρχικών βιοτικών αναγκών των πολιτών με πόσιμο νερό αλλά και σε ολόκληρη την οικονομία και την αλυσίδα νερού και πλέον κάθε κυβικό μέτρο που κινδυνεύει να χαθεί μπορεί να πλήξει ποικιλοτρόπως τις οικονομίες των κρατών.
Ο πλανήτης αποτελείται κατά 70% από νερό, ωστόσο μόνο περίπου το 0,5% είναι γλυκό νερό άμεσα διαθέσιμο για πόση, πλύσιμο και πότισμα των καλλιεργειών. Και μεγάλο μέρος αυτού του νερού γίνεται όλο και πιο σπάνιο λόγω της αυξανόμενης ζήτησης και της εντεινόμενης ζέστης και ξηρασίας που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή.
Περίπου 2 δισεκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως δεν έχουν τακτική πρόσβαση σε φρέσκο πόσιμο νερό, ενώ ο μισός παγκόσμιος πληθυσμός υποφέρει από λειψυδρία για ένα μέρος του έτους.
- Κρίση νερού: Οι παγκόσμιες διαστάσεις και οι μεγάλοι «ασθενείς» – Τι έχει αλλάξει και τι προμηνύει το μέλλον
- ΟΗΕ: 1 στους 4 ανθρώπους δεν έχει πρόσβαση σε ασφαλώς διαχειριζόμενο πόσιμο νερό
Η οικονομική αξία των λειτουργικών οικοσυστημάτων γλυκού νερού εκτιμήθηκε σε 58 τρισεκατομμύρια δολάρια (49,4 τρισεκατομμύρια ευρώ) το 2023 ή περίπου το 60% του παγκόσμιου ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ), σύμφωνα με τον οργανισμό προστασίας της φύσης, το Παγκόσμιο Ταμείο για την Άγρια Ζωή (WWF). Από την άλλη, η έλλειψη νερού είναι δαπανηρή. Μπορεί να μειώσει τις αποδόσεις των καλλιεργειών, να επιδεινώσει την επισιτιστική ανασφάλεια, να μειώσει την παραγωγή ενέργειας και να αυξήσει τους κινδύνους για την υγεία.
Ο Quentin Grafton, Πρόεδρος της UNESCO στην Οικονομία του Νερού επεσήμανε ότι η τα υψηλά επίπεδα έλλειψης νερού σε άνυδρες, πληγείσες από ξηρασία χώρες σε όλη την Αφρική και τη Μέση Ανατολή αναμένεται να προκαλέσει οικονομική ύφεση 25% τα επόμενα 20-30 χρόνια. Αυτό σημαίνει επίσης λιγότερα χρήματα για τις απαραίτητες εισαγωγές τροφίμων ή τις σημαντικές υποδομές που απαιτούνται για την αντιμετώπιση της λειψυδρίας, όπως φράγματα και μονάδες αφαλάτωσης.
Και το πρόβλημα δεν είναι μόνο βιοτικό ή κοινωνικό. Καθώς η έλλειψη νερού επηρεάζει την προμήθεια τροφίμων, την οικονομική δραστηριότητα και την απασχόληση σε αυτές τις περιοχές, μπορεί να ακολουθήσουν κοινωνικές και πολιτικές αναταραχές. Ο εκτοπισμός και η μαζική μετανάστευση είναι συνέπειες, που οδηγούν σε αστάθεια σε περιοχές όπως η νότια Ευρώπη, καθώς οι άνθρωποι διασχίζουν τη Μεσόγειο από περιοχές που αντιμετωπίζουν αυξανόμενη ερημοποίηση.
Η έλλειψη νερού είναι κοστοβόρα αλλά και η εφαρμογή λύσεων κοστίζει επίσης. Τα ποικίλα οικοσυστήματα γλυκού νερού μπορούν να μειώσουν τη διάρκεια και τη σοβαρότητα των ξηρασιών, αλλά έχουν αποστραγγιστεί λόγω της ανάπτυξης και της υπερβολικής άρδευσης. Αυτά απαιτούν σημαντική αποκατάσταση, καθώς ο κόσμος έχει χάσει το ένα τρίτο των υγροτόπων του από το 1970, σύμφωνα με το WWF.
Η επικείμενη κρίση νερού στην Ευρώπη
Η λειψυδρία αυξάνεται επίσης σε όλη την Ευρώπη, καθώς η περιοχή θερμαίνεται ταχύτερα από οποιαδήποτε άλλη ήπειρο στον πλανήτη εκτός από την Ανταρκτική.
Αφού η Ευρώπη κατέγραψε το 2024 το θερμότερο έτος της μέχρι σήμερα, η Γερμανία βίωσε φέτος την πιο ξηρή γνωστή περίοδο από τα τέλη του χειμώνα έως τις αρχές της άνοιξης. Η ξηρασία επεκτάθηκε σε μεγάλα τμήματα της ηπείρου από το Ηνωμένο Βασίλειο έως την Κεντρική Ευρώπη, ενώ οι μεσογειακές χώρες έχουν βιώσει συνεχιζόμενη έντονη ζέστη, πυρκαγιές και λειψυδρία.
Εν τω μεταξύ, στο Ηνωμένο Βασίλειο, η κλιματική αλλαγή, η αύξηση του πληθυσμού και οι περιβαλλοντικές πιέσεις αναμένεται να προκαλέσουν έλλειμμα νερού έως το 2055, ισοδύναμο με το ένα τρίτο της τρέχουσας ημερήσιας χρήσης της χώρας σύμφωνα με κυβερνητικές προβλέψεις.
Αλλά και εκτός Ευρώπης, στις ΗΠΑ, η πρόσβαση σε νερό μειώνεται καθώς ανεβαίνουν οι θερμοκρασίες.
Οι κάτοικοι που υποφέρουν από περιορισμένη πρόσβαση στο νερό στις Ηνωμένες Πολιτείες υφίστανται επίσης το οικονομικό κόστος. Ένας αυξανόμενος αριθμός νοικοκυριών δεν έχει επαρκή πρόσβαση σε νερό και αποχέτευση. Ως αποτέλεσμα, ξοδεύουν κατά μέσο όρο 15.800 δολάρια περισσότερα ετησίως από άλλα νοικοκυριά για υγειονομική περίθαλψη, απώλεια εργασίας και απώλεια εκπαιδευτικών ευκαιριών, σύμφωνα με μελέτη του 2022 του μη κερδοσκοπικού οργανισμού DigDeep της Καλιφόρνια.