Η Ελλάδα πιο κοντά στην επενδυτική βαθμίδα - Αναβάθμιση των προοπτικών σε «θετικές» από S&P

Viber Whatsapp Μοιράσου το
Η Ελλάδα πιο κοντά στην επενδυτική βαθμίδα - Αναβάθμιση των προοπτικών σε «θετικές» από S&P
Σε αναβάθμιση των προοπτικών της ελληνικής οικονομίας προχώρησε η Standard & Poor's, τοποθετώντας, πλέον, τη χώρα ένα μικρό σκαλοπάτι μακριά από την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας. Διατηρείται στο «ΒΒ+» το ελληνικό αξιόχρεο.

Ένα βήμα πιο κοντά στην επενδυτική βαθμίδα βρίσκεται πλέον η Ελλάδα, μετά την αναβάθμιση των προοπτικών της από τη Standard & Poor's σε «θετικές», από «σταθερές», με το ελληνικό αξιόχρεο να διατηρείται στο «BB+».

Η άκρως αυτή θετική εξέλιξη φέρνει πιο κοντά χρονικά την επενδυτική βαθμίδα, η ανάκτηση της οποίας θα υποστηριχθεί από τη συνέχιση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, παράλληλα με τις ισχυρότερες από τις αναμενόμενες οικονομικές και δημοσιονομικές επιδόσεις.

Την ίδια στιγμή η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας θα επιφέρει μια σημαντική πτώση του κόστους δανεισμού τόσο για το ελληνικό δημόσιο, όσο και για τις εισηγμένες που θέλουν να αντλήσουν ρευστότητα από τις αγορές. Κατόπιν αυτού πλήθος ξένων διαχειριστών θα αρχίζουν να βλέπουν καλύτερα τον τραπεζικό κλάδο και την ευρύτερα την εγχώρια επιχειρηματικότητα, τοποθετώντας σημαντικά κεφάλαια προς αυτήν.

Γιατί αναβάθμισε το outlook

Όπως αναφέρει ο οίκος οι θετικές προοπτικές αντανακλούν τη θέση του πως η Ελλάδα θα βασιστεί στο ισχυρό «track record» της όσον αφορά την εφαρμογή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Επιπλέον, η κυβέρνηση αντέστρεψε το δημοσιονομικό έλλειμμα πιο γρήγορα από ό,τι αναμένονταν, μέσω βελτιώσεων που οι αναλυτές θεωρούν γενικά βιώσιμες.

Η Standard & Poor's τονίζει πως θα μπορούσε να προχωρήσει σε μια αναβάθμιση του ελληνικού αξιόχρεου μέσα στους επόμενους 12 μήνες, εάν διατηρηθεί η δημοσιονομική πειθαρχία κατά την περίοδο εκτιμήσεών της έως το 2026. Οι αναβαθμίσεις των αξιολογήσεων πιθανότατα θα εξαρτηθούν επίσης από τη διατήρηση του ρυθμού των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων από την επόμενη κυβέρνηση, ενισχύοντας έτσι την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.

Ευρύτερα, η ελληνική οικονομία έχει αποδειχθεί ανθεκτική παρά τις δύσκολες εξωτερικές μακροοικονομικές συνθήκες. Η οικονομική δραστηριότητα ενισχύθηκε κατά 5,9% σε πραγματικούς όρους το 2022, ξεπερνώντας τα προ πανδημίας επίπεδα, παρά το ενεργειακό «σοκ» που υπέστη η Ελλάδα αλλά και οι εμπορικοί της εταίροι. Οι επενδύσεις αυξήθηκαν στο 21,4% του ΑΕΠ στο τέλος του 2022, αυξημένες κατά 9 ποσοστιαίες μονάδες από τα τέλη του 2019, ενώ οι εξαγωγές ως ποσοστό του ΑΕΠ εκτιμάται ότι αυξήθηκαν κατά 20 ποσοστιαίες μονάδες κατά την τελευταία δεκαετία.

Τουλάχιστον 2,5% ανάπτυξη φέτος - Λίγο κάτω από το 3% το 2024 - 2026

Με το ισχυρό «carry over» να εξακολουθεί να υφίστανται το 2023, με μια σταθερή επενδυτική προοπτική και χωρίς τυχόν δείγματα υποχώρησης της υψηλής πορείας και των αριθμών του τουρισμού, η S&P βλέπει την οικονομική ανάπτυξη να φτάνει τουλάχιστον στο 2,5% το 2023 και στη συνέχεια να κυμαίνεται κατά μέσο όρο λίγο κάτω από το 3% την περίοδο 2024 - 2026.

Η καθαρή αρνητική πιστωτική ώθηση από τις τράπεζες φαίνεται να έχει αντιστραφεί το 2022 - για πρώτη φορά από το 2010 - ενώ η καθαρή αύξηση των πιστώσεων του ιδιωτικού τομέα ήταν θετική. Επιπλέον, οι προσπάθειες εξυγίανσης στο εγχώριο τραπεζικό σύστημα απέδωσαν καρπόυς, με τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια να μειώνονται στο 8,2% των ακαθάριστων δανείων τον Δεκέμβριο του 2022, το οποίο αν και εξακολουθεί να είναι αυξημένο είναι πολύ χαμηλότερο από το ανώτατο όριο του 49,2% που βρίσκονταν τον Ιούνιο του 2017. Ενώ λοιπόν οι ανησυχίες παραμένουν σχετικά με την ποιότητα των κεφαλαίων των τραπεζών (το DTC εξακολουθεί να αποτελεί περίπου τα δύο τρίτα του εποπτικού κεφαλαίου), ο χρηματοπιστωτικός κλάδος εμφανίζεται πιο σταθερός από ό,τι τα τελευταία χρόνια.

Την ίδια στιγμή, οι δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις αρχίζουν επίσης να αποδίδουν. Οι αρχές έχουν επικεντρωθεί στη βελτίωση της συμμόρφωσης και της ψηφιοποίησης των υπηρεσιών, η οποία ενισχύει τα έσοδα παράλληλα με τον υψηλό πληθωρισμό. Παρά το γεγονός ότι η κυβέρνηση παρείχε μια σημαντική στήριξη το 2022 μέσω των ενεργειακών επιδοτήσεων, η S&P αναμένει ένα πρωτογενές πλεόνασμα της γενικής κυβέρνησης το 2022, το οποίο σηματοδοτεί μια σημαντική δημοσιονομικη προσαρμογή, ενώ περιμένει και περαιτέρω δημοσιονομικά «κέρδη» τα επόμενα χρόνια, καθώς άλλες μεταρρυθμίσεις, όπως αυτές για τις συντάξεις, αλλά και η απομάκρυνση των μέτρων στήριξης για την πανδημία και το ενεργειακό κόστος θα συμβάλλουν στην κάλυψη του δημοσιονομικού κενού.

Επιπλέον, ο οίκος υπενθυμίζει πως η Ελλάδα έλαβε και τη δεύτερη δόση από το RRF ύψους 3,6 δισ. ευρώ (σχεδόν 2% του ΑΕΠ) τον Ιανουάριο του 2023 μετά την πρόωρη ψήφιση των σχετικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που απαιτούνται για την απελευθέρωση των συγκεκριμένων πόρων. Αυτό ανεβάζει τις συνολικές εκταμιεύσεις σταν11,1 δισ. ευρώ από το μέγιστο ποσό των 30,5 δισ. ευρώ από επιχορηγήσεις και δάνεια που είναι διαθέσιμα για την Ελλάδα έως το 2026. Η S&P πιστεύει ότι το σχέδιο μεταρρυθμίσεων παρέχει μια σταθερή βάση και θα πρέπει να ενθαρρύνει σε έναν συνεχή ρυθμό υιοθέτησης και εφαμοργής διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα αλλά και τη μετέπειτα πορεία εξυπηρέτησης του χρέους.

Οι αναλυτές εκτιμούν πως το Ταμείο Ανάκαμψης - καθώς και τα απτά οφέλη από τη σημαντική πρόοδο στην αναδιάρθρωση της οικονομίας την τελευταία δεκαετία - θα προσφέρουν ένα κίνητρο στις αρχές που θα εκλεγούν, στο να συνεχίσουν την εφαρμογή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Ωστόσο, ο ρυθμός και το βάθος των μεταρρυθμίσεων, κατά την άποψή τους, θα εξαρτηθούν τελικά από την αποφασιστικότητα της επόμενης κυβέρνησης. Στις εκτιμήσεις τους, υποθέτουν ότι η επόμενη κυβέρνηση θα συνεχίσει να επιδιώκει την εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.

Στο 145% το καθαρό χρέος προς το ΑΕΠ στα τέλη του 2023 - Υπό όρους χαμηλότερα τα επόμενα χρόνια

Οι αξιολογήσεις της Standard & Poor's για την Ελλάδα παραμένουν περιορισμένες εξαιτίας των αυξημένων εξωτερικών ανισορροπιών. Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών διευρύνθηκε στο 9,7% του ΑΕΠ το 2022 λόγω της ξαφνικής και σημαντικής αύξησης των τιμών στις εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου. Ωστόσο, εν μέρει ευθύνονται και οι εισαγωγές, παράλληλα με την ανάκαμψη της επενδυτικής δραστηριότητας. Η χαλάρωση των ενεργειακών τιμών μαζί με την περαιτέρω ανάπτυξη της τουριστικής δραστηριότητας αποτελούν τη βάση της προσδοκίας του οίκου ότι το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών θα μετριαστεί τα επόμενα χρόνια.

Ως προς το χρέος ο οίκος επισημαίνει πως αν και εξακολουθεί να είναι αρκετά μεγάλο σε ονομαστικούς όρους, το προφίλ του χρέους της ελληνικής κυβέρνησης σε σχέση με τη λήξη και το κόστος των τόκων παραμένει ένα από τα πιο ευνοϊκά παγκοσμίως. Η μεγάλη αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ μείωσε σημαντικά τον δείκτη χρέους προς ΑΕΠ της Ελλάδας τα τελευταία χρόνια. Το καθαρό χρέος έφτασε στο υψηλό του 188% του ΑΕΠ το 2020 και εκτιμάται ότι θα μειωθεί στο 145% του ΑΕΠ μέχρι το τέλος του 2023. Η Ελλάδα ξεχωρίζει μεταξύ των υπόλοιπων της ΕΕ ως η χώρα με την ταχύτερη μείωση του δείκτη χρέους της το 2022. Ο οίκος αναμένει περαιτέρω μείωση την περίοδο 2024-2026, με βάση τη σταθερή οικονομική ανάπτυξη και τη βελτίωση των δημοσιονομικών επιδόσεων.

Δημοσιονομική υπεραπόδοση

Η Standard & Poor's στέκεται ιδιαίτερα στις δημοσιονομικές επιδόσεις της Ελλάδας που συνεχίζουν να ξεπερνούν τις προσδοκίες της. Το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης μειώθηκε στο 2,3% του ΑΕΠ το 2022 από 7,1% το 2021, καθιστώντας την, την πιο επιθετική δημοσιονομική προσαρμογή μεταξύ όλων των μελών της ΕΕ. Η υπεραπόδοση των εσόδων ήταν κομβική για αυτή την βελτιωμένη θέση της χώρας, με τις προσπάθειες να αυξηθεί η ψηφιοποίηση, καταβάλλοντας «μέρισμα» με τη μορφή υψηλότερης φορολογικής συμμόρφωσης. Μάλιστα, η βελτίωση αυτή έρχεται παρά το γεγονός ότι τα μέτρα κρατικής στήριξης προς την οικονομία παρέμειναν σημαντικα το 2022. Οι προσπάθειες επικεντρώθηκαν κυρίως στις ενεργειακές επιδοτήσεις, αλλά περιελάμβαναν επίσης την περικοπή του φόρου εισοδήματος των φυσικών προσώπων, συμπεριλαμβανομένης της κοινωνικής ασφάλισης και την κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης. Όπως και αλλού, ο υψηλότερος, από τον αναμενόμενο, πληθωρισμός το 2022 αύξησε σημαντικά την απόδοση των κρατικών εσόδων και συνέβαλε στη συρρίκνωση του σημαντικού δείκτη δημοσίου χρέους.

Πρωτογενές πλεόνασμα 1% για εφέτος

Ο Προϋπολογισμός του 2023 στοχεύει σε πρωτογενές πλεόνασμα 0,7% του ΑΕΠ. Δεδομένης της βελτιωμένης θέσης εκκίνησης και της προσδοκίας ότι τα μέτρα τόνωσης των εσόδων θα οδηγήσουν σε βιώσιμα υψηλότερη φορολογία, η S&P υπολογίζει πρωτογενές πλεόνασμα περίπου 1% του ΑΕΠ φέτος. Ενώ η Ελλάδα έχει μέχρι στιγμής επιτύχει να κλείσει το «κενό» στον φόρο προστιθέμενης αξίας (η διαφορά μεταξύ των εκτιμώμενων εισπράξεων ΦΠΑ και των πραγματικών εσόδων ΦΠΑ, ένα μέτρο φορολογικής συμμόρφωσης), αυτό παραμένει πολύ υψηλότερα από αντίστοιχες χώρες, υποδηλώνοντας περιθώρια για περαιτέρω αύξηση των εσόδων. Ωστόσο, η S&P δεν αναμένει ότι η βελτίωση θα είναι τόσο γρήγορη όσο το 2022. Τα επόμενα χρόνια, η βασική εκτίμηση του οίκου κάνει λόγο για μια σταδιακή σύσφιξη προς ένα συνολικό δημόσιο έλλειμμα της τάξεως του 0,5% έως το 2026, περίπου ισοδύναμο με πρωτογενές πλεόνασμα 2%.

Κίνδυνοι

Ωστόσο, οι κίνδυνοι για τις προβλέψεις της Standard & Poor's περιλαμβάνουν:

  • Ελλειψη αποφασιστικότητας της επόμενης κυβέρνησης να προχωρήσει σε διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και να μειώσει το δημόσιο χρέος. Αν και ακόμη και σε ένα σενάριο χωρίς αλλαγή πολιτικής, η οικονομική ανάπτυξη από μόνη της θα ήταν πιθανότατα αρκετή για να κλείσει περαιτέρω το δημοσιονομικό κενό, η έλλειψη ώθησης για προώθηση μεταρρυθμίσεων θα μπορούσε να βλάψει τις θετικές οικονομικές προοπτικές.
  • Ανησυχίες ως προς το σκέλος της ενέργειας. Σύμφωνα με τη S&P, οι τιμές της ενέργειας θα μπορούσαν να εκτιναχθούν εκ νέου, ιδιαίτερα σε μια περίπτωση ενός κρύου χειμώνα. Χωρίς κανένα σημάδι επίλυσης του πολέμου στην Ουκρανία, η δημοσιονομική έκθεση της κυβέρνησης στις τιμές της ενέργειας παραμένει αυξημένη, παρά την απορρόφηση που παρέχουν οι φόροι στα απροσδόκητα κέρδη των εταιρειών.
  • Η εξωτερική μακροοικονομική ή χρηματοπιστωτική σταθερότητα ασκεί πιέσεις στις προοπτικές της χώρας. Ενώ τα τρέχοντα παγκόσμια δεδομένα δεν φαίνεται να συνάδουν με τα πιο απαισιόδοξα σενάρια, ο κίνδυνος να υλοποιηθούν έχει αυξηθεί. Αυτό θα μπορούσε να βλάψει τις οικονομικές προοπτικές της Ελλάδας.

Η τρέχουσα θέση του οίκου, έγκειται σε μια περαιτέρω πτώση του ακαθάριστου χρέους της γενικής κυβέρνησης στο 136% περίπου του ΑΕΠ έως το 2026, από το ανώτατο όριο του 206% το 2020. Αρχικά, αυτό εξηγείται κυρίως από τη σημαντική αύξηση που κατέγραψε το ονομαστικό ΑΕΠ και αναμένεται την περίοδο 2021 - 2023. Στη συνέχεια, αναμένει ότι η δημοσιονομική προσαρμογή θα διαδραματίσει όλο και πιο σημαντικό ρόλο. Τα ταμειακά διαθέσιμα παραμένουν σημαντικά στην Ελλάδα, περίπου στο 15% του ΑΕΠ στο τέλος του 2022. Αυτά τα ποσά αφαιρούνται από το ακαθάριστο δημόσιο χρέος, με αποτέλεσμα να υπολογογίζει ένα καθαρό δημόσιο χρέος στο 124% του ΑΕΠ το 2026.

Επίσης, το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους της κεντρικής κυβέρνησης της Ελλάδας παραμένει πολύ χαμηλό στο 1,54% περίπου, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του 2022. Παρά το μεγάλο χρέος της χώρας, αυτό είναι σημαντικά χαμηλότερο από το μέσο κόστος αναχρηματοδότησης για τα περισσότερα κράτη που αξιολογεί η S&P με «ΒΒ». Η μέση σταθμισμένη εναπομένουσα διάρκεια του χρέους της κεντρικής κυβέρνησης ήταν 17,5 έτη στο τέλος του 2022. Ο οίκος αναμένει ότι αυτό και οι μελλοντικές κινήσεις διαχείρισης του χρέους, συμπεριλαμβανομένων των διμερών δανείων, θα συμβάλουν στην ελάφρυνση του επιτοκιακού φόρτου της κυβέρνησης. Καθώς η Ελλάδα συνεχίζει να αντικαθιστά ένα αυξανόμενο ποσοστό του δημόσιου χρέους της με την έκδοση διαπραγματεύσιμου στις αγορές χρέους, το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους της ως ποσοστό των κρατικών εσόδων θα μπορούσε να αυξηθεί.

Πληθωρισμός 4,3% το 2023

Επιπλέον, ο πληθωρισμός αρχίζει να υποχωρεί με τη αποκλιμάκωση των τιμών της ενέργειας, μετά από άνοδο στο 9,3% το 2022. Ο αποπληθωριστικός αντίκτυπος της πτώσης των τιμών που σχετίζονται με τους υδρογονάνθρακες οδηγεί σε εκτιμήσεις για έναν πληθωρισμό της τάξεως του 4,3% για το 2023. Αυτός, ωστόσο, εξακολουθεί να είναι πολύ υψηλότερα από τον κεντρικό στόχο της ΕΚΤ και η πρόσφατη ιστορία στην Ελλάδα δείχνει ότι ο δομικός πληθωρισμός εξακολουθεί να εμφανίζεται αυξημένος στο 6,7% τον Μάρτιο του 2023 και να αυξάνεται. Ο πληθωρισμός στο σκέλος των τροφίμων είναι επίσης ιδιαίτερα αυξημένος, πιθανώς λόγω μιας πιο καθυστερημένης προσαρμογής. Η Standard & Poor's βλέπει τελικά να υποχωρεί στο 2,1% κατά μέσο όρο την περίοδο 2024 - 2026. Στο βαθμό που ο πληθωρισμός παραμένει ευθυγραμμισμένος με τους εμπορικούς εταίρους, η ελληνική ανταγωνιστικότητα παραμένει σε γενικές γραμμές ανεπηρέαστη.

Η εικόνα για τις τράπεζες

Βασική ενότητα της αξιολόγησης αποτελούν σαφώς οι τράπεζες. Σύμφωνα με τον αμερικανικό οίκο, τα οικονομικά αποτελέσματα των ελληνικών τραπεζών για το 2022 φανερώνουν μια σημαντική βελτίωση μετά από μια δεκαετία ζητημάτων ποιότητας ενεργητικού. Τα NPLs μειώθηκαν στο 8,2% τον Δεκέμβριο του 2022 από το υψηλό του 49,2% τον Ιούνιο του 2017, με βελτίωση 32 ποσοστιαίων μονάδων μόνο τα τελευταία τρία χρόνια. Η εκκαθάριση ακολουθεί την εφαρμογή του σχεδίου «Ηρακλής», όπου μέσω αυτού άνοιξε ο δρόμος για μεγάλες πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων και για τη συνεχιζόμενη εκκαθάριση των ισολογισμών. Παράλληλα, η συγκρατημένη διάθεση ανάληψης κινδύνων των τραπεζών τα τελευταία χρόνια υποδηλώνει επίσης ότι η μελλοντική επιδείνωση του ενεργητικού αναμένεται να περιοριστεί περισσότερο εάν επιδεινωθούν οι μακροοικονομικές συνθήκες. Ως αποτέλεσμα, η ιδιωτική πίστωση άρχισε τελικά να επεκτείνεται σε καθαρούς όρους, αντιστρέφοντας την τάση συρρίκνωσης του καθαρού δανεισμού από το 2010. Αυτό εξηγείται εν μέρει από τα δάνεια στο σκέλος του RFF που διοχετεύονται μέσω του τραπεζικού συστήματος, αλλά σε μεγαλύτερο βαθμό αντικατοπτρίζει την πρόοδο που καταγράφηκε σε επίπεδο ισολογισμών, με αποτέλεσμα την αυξημένη ικανότητα στήριξης της οικονομίας.

Ακολουθήστε το insider.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.

gazzetta
gazzetta readerinsiderinsider