Το πόρισμα για τα εργασιακά που θα αποτελέσει τη βάση διαπραγμάτευσης του Οκτωβρίου μεταξύ Κυβέρνησης και Θεσμών (στο πλαίσιο της β’ αξιολόγησης), παρέδωσε η Επιτροπή Σοφών στον υπουργό Εργασίας Γιώργο Κατρούγκαλο.
Στο πόρισμα 60 σελίδων της διεθνούς επιτροπής εμπειρογνωμόνων που παρουσίασε ο υπουργός Eργασίας, Γιώργος Κατρούγκαλος, προτείνεται μικτό σύστημα καθορισμού του κατώτατου μισθού, παραπέμπεται στο Ευρωδικαστήριο η απόφαση για τις ομαδικές απολύσεις, ενώ δεν υπάρχει εισήγηση για αυστηρότερους κανόνες στις απεργίες και στα συνδικαλιστικά προνόμια.
Αναλυτικότερα, για τον κατώτατο μισθό, η πλειοψηφία των μελών της Επιτροπής δέχεται να επιστρέψει ο καθορισμός του, στους κοινωνικούς εταίρους, ενώ σε ότι αφορά τους νέους υπάρχει διαφωνία. Η Επιτροπή εκφράζει την άποψη, κατά πλειοψηφία, ότι ο μειωμένος κατώτατος μισθός για τους νέους, δεν πρέπει να διαρκεί πάνω από δύο έτη και να διαμορφώνεται στα 510 ευρώ μικτά για όσους είναι μικρότεροι των 25 ετών και 586 ευρώ για όσους είναι πάνω από αυτό το ηλικιακό όριο. Η βασική πρόταση της Επιτροπής αφορά τον καθορισμό του κατώτατου μισθού από το 2018 στο πλαίσιο ελεύθερων διαπραγματεύσεων από τους κοινωνικούς εταίρους, αλλά ταυτόχρονα την σύσταση συμβουλευτικής επιτροπής η οποία θα καθορίζει σε ποιο εύρος τιμών θα κινείται η διαβούλευση, ανάλογα με την κατάσταση της οικονομίας.
Σε ότι αφορά τις ομαδικές απολύσεις, η Επιτροπή αποφεύγει να λάβει σαφή θέση και περιορίζεται απλώς να επισημάνει ότι όλα θα κριθούν από την οριστική απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για το θέμα. Ωστόσο, προετοιμάζοντας το έδαφος για μια αρνητική απόφαση, η Επιτροπή επισημαίνει πως «μετά τη την έκδοση της απόφασης επί του προδικαστικού ερωτήματος, το ισχύον σύστημα θα μπορούσε να καταργηθεί ή να αντικατασταθεί από ένα άλλο σύστημα εκ των προτέρων έγκρισης του σχεδίου απολύσεων».
Για τις συλλογικές διαπραγματεύσεις, προτείνεται η επαναφορά της αρχής της ευνοϊκότερης (για τον εργαζόμενο) ρύθμισης, καθώς η πλειοψηφία υποστηρίζει ότι οι μισθολογικές συμφωνίες δεν μπορεί να προβλέπουν χαμηλότερες αποδοχές από το υψηλότερο επίπεδο εθνικών/κλαδικών συμβάσεων, εκτός αν οι κοινωνικοί εταίροι συμφωνήσουν να υπάρχουν ρήτρες που θα επιτρέπουν προσωρινές παρεκκλίσεις σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης. Ωστόσο κάποια μέλη πρότειναν να διευρυνθεί η δυνατότητα ευελιξίας των μισθών και να υπερισχύουν οι επιχειρησιακές συμβάσεις.
Στις διαπραγματεύσεις με τους δανειστές η ελληνική πλευρά θα ζητήσει να επανέλθει η αρχή της επεκτασιμότητας των συμβάσεων που είχε καταργηθεί. Το πόρισμα υποστηρίζει ότι οι αντιπροσωπευτικές συλλογικές συμβάσεις που «καλύπτουν» το 50% των εργαζομένων μπορούν να επεκτείνονται με απόφαση του υπουργού Εργασίας, μετά από διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους. Αρκεί να αποδεικνύεται ότι οι συνδικαλιστικές οργανώσεις που υπογράφουν τις συμβάσεις έχουν ως μέλη τους το 50% των απασχολουμένων, ανά κλάδο ή επάγγελμα.
Τέλος η επιτροπή θέτει προθεσμία δύο ετών για «να δοκιμαστεί στην πράξη» η μονομερής προσφυγή στη διαιτησία την οποία δέχεται «ως έσχατο μέτρο», ενώ υποστηρίζει ότι η μετενέργεια των συμβάσεων που λήγουν θα πρέπει να είναι για επιπλέον έξι μήνες, αν οι κοινωνικοί εταίροι δεν καθορίσουν οι ίδιοι το χρονικό διάστημα ισχύος των όρων της σύμβασης που εκπνέει.
Το πόρισμα συμπεραίνει επίσης ότι δεν χρειάζονται αλλαγές στους κανόνες προκήρυξης της απεργίας, ούτε υπάρχει ανάγκη να αρθεί η απαγόρευση της ανταπεργίας (lock out).
«Προσυπογράφω το πόρισμα, γιατί είναι πολύ πιο κοντά στις δικές μας θέσεις, παρά στις θέσεις των εταίρων», επεσήμανε ο υπουργός Εργασίας κατά τη διάρκεια παρουσίασης των βασικών του σημείων. «Από τα 12 σημεία του πορίσματος, στα επτά υπάρχει ομοφωνία. Για την αμοιβή των νέων κάτω των 25 προτείναμε την εναλλακτική λύση του μισθού βάσει της εμπειρίας, καθώς η διάταξη που ισχύει προσκρούει στην απαγόρευση των διακρίσεων. Όσο για το δικαίωμα των εργοδοτών να μην καταβάλλουν μισθούς σε μη απεργούς εργαζόμενους, με βάση το άρθρο 656 του αστικού Κώδικα ισχύει και σήμερα και αποτελεί νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων», ανέφερε.
Οι 12 συστάσεις της Επιτροπής
1. Η ισχύουσα ελληνική νομοθεσία ρυθμίζει εκτενώς τις διαδικασίες για την κήρυξη απεργίας. Η Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων δεν βλέπει την ανάγκη για αυστηρότερους κανόνες σχετικά με την απεργία. Εναπόκειται στον Έλληνα νομοθέτη να καθορίσει τις προϋποθέσεις της νόμιμης απεργίας σεβόμενος το συνταγματικό πλαίσιο.
2. Η Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων δεν βλέπει κάποιον επείγοντα λόγο για άρση της απαγόρευσης της ανταπεργίας (lockout). Οι διατάξεις για τις εργατικές διαφορές στην Ελλάδα έχουν καθιερώσει μία ισορροπία δυνάμεων μεταξύ εργοδοτών και συνδικάτων – οι κανόνες τους είναι αποδεκτοί και από τα δύο μέρη. Ο Έλληνας νομοθέτης μπορεί να διευκρινίσει πως ο εργοδότης δικαιούται να μην πληρώσει τους μη απεργούς εργαζόμενους εφόσον δεν μπορούν να συνεχίσουν την εργασία τους, επειδή λαμβάνει χώρα απεργία στην επιχείρηση ή εκμετάλλευση.
3. Πριν την πραγματοποίηση της ομαδικής απόλυσης, οι εργοδότες οφείλουν να προχωρήσουν καλόπιστα σε διαβούλευση και διαπραγμάτευση με τους εκπροσώπους των εργαζομένων. Βάσει των οικονομικών δυνατοτήτων της επιχείρησης, θα πρέπει να σχεδιαστεί ένα κοινωνικό πλάνο που θα παρέχει αποζημίωση στους εργαζόμενους που ενδεχομένως θα μείνουν άνεργοι για ένα αβέβαιο χρονικό διάστημα. Θα πρέπει να παρέχεται επανεκπαίδευση στους εργαζόμενους που απολύονται προκειμένου να ενισχυθούν οι πιθανότητες εύρεσης εργασίας.
Οι ομαδικές απολύσεις θα πρέπει να ρυθμίζονται λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία τους ως ένα λειτουργικό εργαλείο για την προσαρμογή των επιχειρήσεων σε περιόδους κρίσης. Το ισχύον σύστημα της προληπτικής διοικητικής έγκρισης συζητείται ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μετά τη την έκδοση της απόφασης επί του προδικαστικού ερωτήματος, το ισχύον σύστημα θα μπορούσε να καταργηθεί ή να αντικατασταθεί από ένα άλλο σύστημα εκ των προτέρων έγκρισης του σχεδίου απολύσεων.
4. Σε περιπτώσεις προσωρινής οικονομικής δυσχέρειας, η εργασία μειωμένου ωραρίου μπορεί να αποτρέψει τις ομαδικές απολύσεις. Η εργασία μειωμένου ωραρίου πρέπει να είναι ευέλικτη βάσει των υπαρχουσών αναγκών της επιχείρησης. Ο εργαζόμενος θα πρέπει να λαμβάνει επίδομα ανεργίας από το δημόσιο ή το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης για τις ώρες που δεν μπόρεσε να εργαστεί. Μετά την πάροδο της κρίσης, ο εργοδότης θα μπορεί να προχωρήσει στην επανέναρξη της πλήρους δραστηριότητάς του με τη βοήθεια ενός έμπειρου εργατικού δυναμικού.
5. Θα πρέπει να υπάρχει ένας νόμιμος κατώτατος μισθός που θα λαμβάνει υπόψη την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας και τις προοπτικές σχετικά με την ανάπτυξη, τις τιμές, την ανταγωνιστικότητα, την απασχόληση, την ανεργία, τα εισοδήματα και τους μισθούς. Υπάρχει διαφωνία στην Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων ως προς την αρμοδιότητα καθορισμού του ύψους και των αυξήσεων του κατώτατου μισθού. Ένα μέρος της Επιτροπής προτείνει τον καθορισμό του κατώτατου μισθού, κατόπιν διαβουλεύσεων με ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες, μέσω εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας με καθολική εφαρμογή. Ένα άλλο μέρος της Επιτροπής προτείνει τον καθορισμό του κατώτατου μισθού από την κυβέρνηση, κατόπιν διαβουλεύσεων με τους κοινωνικούς εταίρους και ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες
6. Υπάρχει διαφωνία στην Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων ως προς τη λειτουργία του κατώτατου μισθού των νέων. Ένα μέρος της Επιτροπής προτείνει την αντικατάσταση του κατώτατου μισθού των νέων από ένα μειωμένο κατώτατο μισθό βάσει εργασιακής εμπειρίας με ανώτατη διάρκεια τα δύο έτη. Το ως άνω σύστημα μειωμένου κατώτατου μισθού θα πρέπει να αξιολογηθεί μετά την πάροδο των δύο ετών. Ένα άλλο μέρος της Επιτροπής προτείνει τη διατήρηση του κατώτατου μισθού των νέων με τα ισχύοντα ηλικιακά όρια.
7. Οι αντιπροσωπευτικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας θα μπορούν να επεκτείνονται από το κράτος κατόπιν αίτησης ενός από τα διαπραγματευόμενα μέρη σε κλαδικό ή ομοιοεπαγγελματικό επίπεδο. Οι συλλογικές συμβάσεις θεωρούνται αντιπροσωπευτικές εφόσον καλύπτουν το 50% των εργαζομένων της διαπραγματευτικής μονάδας του κλάδου/επαγγέλματος.
Η απόφαση για την επέκταση της συλλογικής σύμβασης λαμβάνεται από τον Υπουργό Εργασίας μετά από διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους. Η κυβέρνηση και οι κοινωνικοί εταίροι θα θεσμοθετήσουν ένα διοικητικό σύστημα που θα επιτρέπει τον αξιόπιστο έλεγχο του ποσοστού των εργαζομένων που αντιπροσωπεύεται στη διαπραγματευτική μονάδα. Ένα μέρος της Επιτροπής προτείνει, επίσης, τη δυνατότητα επέκτασης, σε περιπτώσεις σοβαρών προβλημάτων στην αντίστοιχη αγορά εργασίας (υψηλός κύκλος εργασιών, υψηλό ποσοστό χαμηλόμισθων, στρέβλωση ανταγωνισμού), καθώς και σε περιπτώσεις δημοσίου συμφέροντος (π.χ. εισαγωγή συστήματος μαθητείας. Ένα άλλο μέρος της Επιτροπής θεωρεί πως η επέκταση πρέπει να είναι δυνατή μόνο σε περίπτωση που καλύπτεται το όριο του 50%.
8. Υπάρχει διαφωνία στην Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων σχετικά με την αρχή της εύνοιας. Ένα μέρος της Επιτροπή υποστηρίζει πως συλλογικές συμβάσεις εργασίας χαμηλότερου επιπέδου δεν μπορούν να αποκλίνουν επί τα χείρω εθνικών/κλαδικών συλλογικών συμβάσεων, εκτός κι αν οι κοινωνικοί εταίροι προβλέπουν ρήτρες για συγκεκριμένα ζητήματα, οι οποίες επιτρέπουν προσωρινές αποκλίσεις σε περιπτώσεις επειγουσών οικονομικών/χρηματοοικονομικών αναγκών των επιχειρήσεων.
Ένα άλλο μέρος της Επιτροπής θεωρεί πως η μισθολογική ευελιξία στο μικρο-επίπεδο είναι σημαντική. Συνεπώς, η ιεραρχία των συλλογικών διαπραγματεύσεων πρέπει να διέπεται από την αρχή της επικουρικότητας, όπου συμβάσεις που συνάπτονται σε επιχειρησιακό επίπεδο, εγγύτερα των εμπλεκόμενων εργαζομένων και επιχειρήσεων, υπερισχύουν συμβάσεων που συνάπτονται σε κλαδικό/ομοιοεπαγγελματικό/εθνικό επίπεδο.
9. Η χρονική επέκταση, η μετενέργεια και η διάρκεια των συλλογικών συμβάσεων εργασίας αποφασίζονται από τους κοινωνικούς εταίρους. Αν δεν λάβουν σχετική απόφαση για το πρώτο ζήτημα, η χρονική επέκταση πρέπει να διαρκεί έξι μήνες. Αν το δεύτερο ζήτημα δεν ρυθμιστεί στη συλλογική σύμβαση, η μετενέργεια πρέπει να καλύπτει όλους τους συμφωνηθέντες όρους εργασίας. Αν το τρίτο ζήτημα δεν ρυθμιστεί στη συλλογική σύμβαση, η συλλογική σύμβαση θα μπορεί να καταγγέλλεται με προειδοποίηση τριών μηνών.
10. Αν δεν μπορεί να επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ των κοινωνικών εταίρων οι όροι της συλλογικής σύμβασης μπορούν να καθορίζονται μέσω διαιτησίας, κατά προτίμηση εφόσον και τα δύο μέρη συμφωνούν. Η μονομερής προσφυγή στη διαιτησία θα πρέπει να θεωρείται έσχατο μέσο, αφού καταδεικνύει έλλειψη εμπιστοσύνης. Το σύστημα διαιτησίας τροποποιήθηκε πρόσφατα και θα πρέπει να αξιολογηθεί μέχρι το 2018 προκειμένου να εκτιμηθεί ο ρόλος της διαιτησίας στις συλλογικές διαπραγματεύσεις.
11. Οι κοινωνικοί εταίροι πρέπει να διαπραγματεύονται για τις μισθολογικές ωριμάνσεις, την ίση μεταχείριση υπαλλήλων και εργατοτεχνιτών, τη δια βίου μάθηση, την παραγωγικότητα, την καινοτομία και την ενσωμάτωση των νέων, λαμβάνοντας υπόψη τα κριτικά σχόλια που περιλαμβάνονται στην παρούσα έκθεση. Με δεδομένο πως ορισμένα από τα ως άνω ζητήματα συνδέονται στενά με στρατηγικές του κράτους για τον εκσυγχρονισμό της ελληνικής οικονομίας και τη βελτίωση και του συστήματος επαγγελματικής επιμόρφωσης, η ενδυνάμωση ενός ουσιαστικού τριμερούς κοινωνικού διαλόγου είναι απαραίτητη. Σε αυτό το πλαίσιο μία συζήτηση για τα προβλήματα του συνδικαλιστικού νόμου θα ήταν χρήσιμη. Ωστόσο, σε αυτό το πεδίο, δεν βλέπουμε κάποια αντίθεση με την ευρωπαϊκή νομοθεσία και τις ευρωπαϊκές πρακτικές.
12. Ο Ο.Α.Ε.Δ. πρέπει να εξετάσει την ανάπτυξη πρωτοβουλιών για τη αποτελεσματικότερη επανένταξη των ανέργων και την προσέλκυση θέσεων εργασίας σε επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων καλά σχεδιασμένων επιδοτήσεων πρόσληψης με την υποστήριξη του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου.