Στην εξαγορά νέας βιομηχανικής μονάδας στη βορειοανατολική Βουλγαρία προχώρησαν οι Μύλοι Λούλη. 

Πρόκειται για μία επένδυση ύψους 2,25 εκατ. ευρώ, η οποία και χρηματοδοτήθηκε από τα διαθέσιμα της εταιρείας. Με αυτήν η εταιρεία επιστρέφει στην αγορά των Βαλκανίων με παραγωγική μονάδα, ύστερα από 10 έτη απουσίας. 

Οι Μύλοι Λούλη, μέσω της θυγατρικής Loulis Mel- Bulgaria EAD εξαγόρασαν μύλο στην εύφορη περιοχή του Ντόμπριχ, όπου σύμφωνα με την εταιρεία παράγονται τα καλύτερα Βουλγάρικα σιτηρά, σε απόσταση μόλις 13 χιλιομέτρων από τα σύνορα με την Ρουμανία. 

Ο μύλος είναι κατασκευής του 2015, αλεστικής δυναμικότητας 100 τόνων / 24ωρο με αποθηκευτική δυνατότητα 4.500 τόνων σταριού και βρίσκεται σε οικόπεδο 21.000 τ.μ. και θα εξυπηρετήσει τις αγορές της Βουλγαρίας και Ρουμανίας.

«Οι αγορές αυτές είναι δυναμικά αναπτυσσόμενες με αυξανόμενες απαιτήσεις για ποιοτικά άλευρα, τις οποίες η εταιρεία σκοπεύει να καλύψει. Στόχος της εταιρείας είναι να συνεχίσει να αναπτύσσεται στις διεθνείς αγορές τόσο μέσω εξαγωγών όσο και επενδύσεων».

Να σημειωθεί ότι το 2017 η εταιρεία υλοποίησε σημαντικές επενδύσεις στις βιομηχανικές μονάδες της, ώστε να παραμείνουν άκρως ανταγωνιστικές. Συγχρόνως, με σκοπό να ενισχύσει την χρηματοοικονομική θέση της, προχώρησε σε αναχρηματοδότηση του δανεισμού της. Επίσης, ενίσχυσε τη θέση της στην εγχώρια αγορά συσκευασμένων αλεύρων για το καταναλωτικό κοινό.

Η Μύλοι Λούλη διαθέτει δύο μεγάλες βιομηχανικές μονάδες στη Σούρπη Μαγνησίας και στο Κερατσίνι Αττικής. Παράγει και εμπορεύεται άλευρα από άλεση σίτου, αλλά και σίκαλης, καλαμποκιού και κριθαριού. Συγκεκριμένα, παράγει 120 τύπους αλεύρων-σιμιγδαλιών και μείγματα αρτοποιίας και ζαχαροπλαστικής για 5.000 περίπου αρτοποιούς και ζαχαροπλάστες, βιομηχανίες και βιοτεχνίες τροφίμων. Επίσης, παράγει ευρεία ποικιλία επώνυμων προϊόντων για το καταναλωτικό κοινό, κυρίως με το σήμα «Μύλοι Αγίου Γεωργίου Loulis», σε διάφορες συσκευασίες. Λειτουργεί κέντρα διανομής στη Μαγνησία, την Αττική, τη Θεσσαλονίκη και την Καβάλα.

Η επιχείρηση εξάγει μέρος των προϊόντων της στις χώρες Αίγυπτος, Αλβανία, Κύπρος, π.Γ.Δ.Μ., Ρωσία και Τυνησία.

Σύμφωνα με τις χρηματοοικονομικές καταστάσεις της, η εταιρεία, από κοινού με τις θυγατρικές της, το 2017 κατέγραψε ενοποιημένα έσοδα 97,66 εκατ. ευρώ, αντί 101,33 εκατ. ευρώ το 2016, μειωμένα κατά 3,6%. Όσον αφορά τα καθαρά της κέρδη παρέμειναν σταθερά στα 2,76 εκατ ευρώ.