Μεγάλες αλλαγές στον κλάδο της εφοδιαστικής αλυσίδας αναμένεται να φέρει η πανδημία του κορονοϊού, τόσο παγκοσμίως όσο και στην Ελλάδα.

Όπως προέκυψε μεταξύ άλλων, από διαδικτυακή ενημερωτική ημερίδα (webcast) με συμμετοχή ανώτερων και ανώτατων στελεχών ελληνικών επιχειρήσεων και εκπροσώπων θεσμικών οργανώσεων, που οργάνωσε η ΕΥ Ελλάδος, ως προς τις εκτιμώμενες απώλειες εσόδων για την εταιρεία τους εξαιτίας της πανδημίας, τα δύο τρίτα των συμμετεχόντων (68%) εκτίμησαν ότι η κάμψη θα ξεπεράσει το 20%. Από αυτούς το 15% προέβλεψαν απώλειες μεγαλύτερες του 40%. Αντίθετα, μόλις το 4% προσβλέπουν σε μία πιθανή αύξηση τζίρου άνω του 10%.

Ο Θάνος Μαύρος, Εταίρος στο Τμήμα Συμβουλευτικών Υπηρεσιών της EY Ελλάδος και Επικεφαλής του Τμήματος Εφοδιαστικής Αλυσίδας και Διεπιχειρησιακών Λειτουργιών EY Ελλάδος και EY Κεντρικής, Ανατολικής, Νοτιοανατολικής Ευρώπης και Κεντρικής Ασίας (CESA), τοποθέτησε τη σημερινή κρίση στο ευρύτερο πλαίσιο των διαταραχών που αποσταθεροποιούν τα τελευταία χρόνια τις εφοδιαστικές αλυσίδες, όπως οι φυσικές καταστροφές, οι κοινωνικές αναταραχές, οι τρομοκρατικές ενέργειες, αλλά και οι εμπορικοί ανταγωνισμοί. Παράλληλα διατύπωσε την άποψη ότι το νέο αυτό περιβάλλον διαρκών διαταραχών, αποτελεί ίσως τη νέα κανονικότητα

Ο κ. Μαύρος μιλώντας στο ΑΠΕ ΜΠΕ, αναμένει ότι σημαντικό ποσοστό των καταναλωτών, ενδεχομένως ακόμη και το 50% (ανεξαρτήτως ηλικίας), που στράφηκαν κατ' ανάγκη στο ηλεκτρονικό εμπόριο αυτό το διάστημα, πιθανότατα δεν θα επιστρέψουν στα φυσικά καταστήματα των σούπερ μάρκετ μετά τη λήξη του εγκλεισμού, γεγονός το οποίο θα έχει επίπτωση στον αριθμό των σημείων πώλησης των λιανεμπορικών αλυσίδων, που δεν αποκλείεται να συρρικνωθεί.

Τα τρία σενάρια

Παράλληλα περιγράφει τρία σενάρια για την ταχύτητα υπέρβασης και τις οικονομικές επιπτώσεις της κρίσης του COVID-19, ενώ επισημαίνει ότι πέρα από τα προβλήματα που δημιούργησε -και θα δημιουργήσει- η πανδημία στις εφοδιαστικές αλυσίδες και γενικά στην οικονομία.

Μεταξύ των τριών σεναρίων για τη διάρκεια της κρίσης και τις επιπτώσεις της «στο θετικό σενάριο, που ονομάσαμε "fast recovery- catch up", σε έναν- δύο μήνες από την έναρξη των μέτρων στα μέσα Μαρτίου, θα μπορούσαμε να επανέλθουμε σε μερική λειτουργία της αγοράς. Σε αυτό το σενάριο, θα ακολουθούσε ένα συναισθηματικό σοκ άλλων δύο μηνών τουλάχιστον, στη διάρκεια των οποίων οι καταναλωτές δεν θα ήταν πρόθυμοι να κάνουν αγορές μη αναγκαίων ειδών ή ταξίδια. Ο κλάδος HORECA (Hotel, Restaurant, Catering) στην Ευρώπη, που επηρεάζεται άμεσα από το πλήγμα στον τουρισμό, εκτιμάται πως θα χάσει το 50% του τζίρου του στο καλύτερο σενάριο», εξηγεί ο κ. Μαύρος.

Το μεσαίο σενάριο, με τίτλο «The Year of Corona», στο οποίο αναμένεται επιστροφή στη μερική λειτουργία της αγοράς τον Σεπτέμβριο, κάτι που σημαίνει ότι ο κλάδος HORECA στην Ευρώπη θα χάσει τους μήνες έντονης δραστηριότητας του καλοκαιριού, η πτώση τζίρου εκτιμάται ότι θα φτάσει στο 75%, αφού και σε αυτή την περίπτωση θα υπάρξει συναισθηματικό σοκ διάρκειας τουλάχιστον δύο μηνών, με αποτέλεσμα η «αρρυθμία» να «τραβήξει» μέχρι το τέλος του έτους.

Στο χειρότερο σενάριο («Corona is here to stay»), η επιστροφή της αγοράς σε μερική λειτουργία θα αργήσει μέχρι και πάνω από εννέα μήνες, με αποτέλεσμα -εξαιτίας και της κακής καταναλωτικής ψυχολογίας, που θα διαρκέσει περισσότερο από το lockdown- να χαθεί το 80%-85% του τζίρου του κλάδου HORECA.

Σημειώνεται ότι από το σύνολο των 487 συμμετεχόντων σε πρόσφατο σεμινάριο της ΕΥ για τις επιπτώσεις της πανδημίας στην εφοδιαστική αλυσίδα, μόλις το 6,85% θεωρεί ότι τελικά θα επιβεβαιωθεί το «καλό» σενάριο.

Μεταξύ άλλων προκύπτει ότι το 53% των συμμετεχόντων ανέφεραν ότι δεν διαπιστώνουν μείωση της απόδοσης στις επιχειρήσεις τους εξαιτίας αυξανόμενων απουσιών προσωπικού, ενώ, στον αντίποδα, το 41% αντιμετωπίζουν μειωμένη αποδοτικότητα μεταξύ 10% έως και 20%. Ένα υψηλό ποσοστό των στελεχών που συμμετείχαν ανέφεραν ότι το προσωπικό τους έχει ήδη εκπαιδευτεί (35%) ή είναι μερικώς εκπαιδευμένο (55%) για να καλύψει τα κενά που δημιουργούνται από απουσίες λόγω ασθένειας.

Ταυτόχρονα, έγινε αναφορά και σε ζητήματα επιχειρησιακής συνέχειας των οργανισμών και συγκεκριμένα, ότι ακόμα και εταιρείες που είχαν σχετικά σχέδια, αυτά κάλυπταν μόνο περιβαλλοντικές απειλές. Κατά συνέπεια, οι στρατηγικές ανάκαμψης δεν ήταν κατάλληλες για να αντιμετωπίσουν απειλές πανδημίας. Από σχετική ερώτηση που έγινε στους συμμετέχοντες, προκύπτει το ιδιαίτερα ενδιαφέρον εύρημα ότι, ενώ το 49% δήλωσαν ότι έχουν προχωρήσει σε δοκιμή των σχεδίων επιχειρησιακής συνέχειας (Business Continuity Plan) της εταιρείας τους, και το 18% εξ’ αυτών έχουν συμπεριλάβει προβλέψεις σχετικά με ξέσπασμα πανδημίας, ένα ακόμη μεγαλύτερο ποσοστό της τάξης του 51% δήλωσε ότι, είτε δεν έχει κάποιο καταγεγραμμένο σχέδιο επιχειρησιακής συνέχειας, είτε δεν το έχει δοκιμάσει.