Μικρή υπολογίζεται, σύμφωνα με τραπεζικά στελέχη, η δυνητική επίπτωση από μια ενδεχόμενη αύξηση των ελάχιστων υποχρεωτικών αποθεματικών (minimum reserve requirements -MRR) της ΕΚΤ από το 1% στο 2%.
Οι τράπεζες της Ευρωζώνης υποχρεούνται σήμερα να τηρούν στις εθνικές κεντρικές τράπεζες ελάχιστα υποχρεωτικά αποθεματικά, τα οποία αντιστοιχούν στο 1% συγκεκριμένων υποχρεώσεών τους, κυρίως των καταθέσεων πελατών. Τα εν λόγω αποθεματικά διαμορφώνονται σε περίπου 175 δισ. ευρώ, επί συνολικών αποθεματικών ύψους 2,6 τρισ. ευρώ.
Υπό αυτό το πρίσμα, μια αύξηση του MRR στο 2% εκτιμάται ότι θα έχει αρνητικό αντίκτυπο σε επιτοκιακά έσοδα της τάξεως των 50 - 60 εκατ. ευρώ για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες για το επόμενο έτος, με ελαφρώς μεγαλύτερη επιβάρυνση σε Εθνική (κοντά στα 19 εκατ. ευρώ), Πειραιώς (κοντά στα 15 εκατ. ευρώ) λόγω όγκου καταθέσεων.
Διαχειρίσιμη εκτιμάται ότι θα είναι η επίπτωση και για τις ευρωπαϊκές τράπεζες συνολικά. Αναλυτές υπολογίζουν ότι η υστέρηση εσόδων θα διαμορφωθεί σε περίπου 4,3 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 1% των καθαρών εσόδων από τόκους του κλάδου και στο 1,7% των προ φόρων κερδών. Οι τράπεζες της Ιρλανδίας, του Βελγίου και της Γερμανίας αναμένεται να επηρεαστούν περισσότερο.
Ευρύτερα, προκειμένου να περιορίσουν την απώλεια εσόδων από την αύξηση των μη αμειβόμενων υποχρεωτικών αποθεματικών, οι τράπεζες ενδέχεται να ανακατανείμουν μέρος της πλεονάζουσας ρευστότητάς τους προς κρατικούς τίτλους της Ευρωζώνης ή να επιχειρήσουν να μετακυλίσουν μέρος του κόστους μέσω της τιμολογιακής πολιτικής στις καταθέσεις.
Να σημειωθεί πως από τις 20 Σεπτεμβρίου 2023, η ΕΚΤ έχει ορίσει μηδενικό επιτόκιο για τα ελάχιστα υποχρεωτικά αποθεματικά, τα οποία έως τότε αμείβονταν με το επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων. Αντίθετα, το επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων εξακολουθεί να εφαρμόζεται στο υπόλοιπο των αποθεματικών που διακρατούν οι τράπεζες στο Ευρωσύστημα.



