Το 2025 αποτέλεσε νέο έτος ρεκόρ για τον ελληνικό τουρισμό, με την άμεση, την έμμεση και την επαγόμενη συνεισφορά του κλάδου στην οικονομία να είναι πολύ σημαντική σε όρους εισοδήματος, απασχόλησης και αντιστάθμισης (μερικής) του εμπορικού ελλείμματος τονίζει η Eurobank μέσα από το «7 Ημέρες Οικονομία», υπογραμμίζοντας πως οι ταξιδιωτικές εισπράξεις διαμορφώθηκαν στα 23,6 δισ. ευρώ σε τρέχουσες τιμές και οι ταξιδιωτικές αφίξεις -εξαιρουμένης της κρουαζιέρας- στα 38 εκατ. ταξιδιώτες.
Η ανάλυση των στοιχείων καταδεικνύει ότι η ενίσχυση της εισερχόμενης ταξιδιωτικής κίνησης παρέμεινε ο βασικός μοχλός ανόδου των πραγματικών τουριστικών εισπράξεων το 2025, καθότι η δαπάνη ανά ταξιδιώτη ναι μεν ενισχύθηκε στα 594,7 ευρώ από 572,8 ευρώ το 2024 (+3,8%), εντούτοις σε σταθερές τιμές παρουσίασε οριακή στασιμότητα ή ακόμα και πτώση αναλόγως του δείκτη τιμών που χρησιμοποιείται ως αποπληθωριστής.
«Αυτή η εξέλιξη αναδεικνύει τη σημασία της ποιοτικής αναβάθμισης του τουριστικού προϊόντος και της ενίσχυσης της προστιθέμενης αξίας ανά επισκέπτη Τέλος, η τάση μετά την πανδημία της διεύρυνσης της κατανομής των ταξιδιωτικών εισπράξεων στη διάρκεια του έτους (θετική εξέλιξη) συνεχίστηκε το 2025, με τη βαρύτητα του γ’ τριμήνου να μειώνεται και του β’ και του δ’ τριμήνου να αυξάνεται» επισημαίνεται.

Η ενίσχυση της πραγματικής δαπάνης ανά ταξιδιώτη και η διεύρυνση της τουριστικής σεζόν αποτελούν σημαντικούς παράγοντες για τη βιωσιμότητα του ελληνικού τουρισμού. Ως προς τη βαρύτητα των τουριστικών εσόδων στο ονομαστικό Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ), εκτιμάται ότι ενισχύθηκαν στο 9,5%, από 9,1% το 2024, παραμένοντας ωστόσο οριακά χαμηλότερα από τα προ πανδημίας επίπεδα του 2019.
Τα τουριστικά έσοδα μπορούν να διαχωριστούν σε δύο κύριες συνιστώσες: πρώτον, στον αριθμό των ταξιδιωτών από την αλλοδαπή, και δεύτερον, στη δαπάνη ανά ταξιδιώτη. Η μεν πρώτη μεταβλητή είναι πραγματική, καθότι μετριέται σε αριθμό ατόμων, η δε δεύτερη είναι ονομαστική, καθότι μετριέται σε νομισματικές μονάδες σε τρέχουσες τιμές. Για να μετατραπεί από ονομαστικούς σε πραγματικούς όρους η δαπάνη ανά ταξιδιώτη, θα πρέπει να αποπληθωριστεί με έναν δείκτη τιμών που να αποτυπώνει τις τιμές των αγαθών και υπηρεσιών που καταναλώνουν οι ταξιδιώτες κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στη χώρα (π.χ. τιμές καταλυμάτων, εστίασης, μεταφορών, πολιτιστικών δραστηριοτήτων, αναψυχής, αγαθών λιανικού εμπορίου κ.ά.).
Πέραν της ανόδου και της σύνθεσης των ταξιδιωτικών εισπράξεων το 2025, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η μεταβολή της κατανομής τους κατά τη διάρκεια του έτους. Ειδικότερα, την περίοδο 2010–2019 το γ’ τρίμηνο συνεισέφερε κατά μέσο όρο το 60,0% των ετήσιων εσόδων, ενώ το 2025 το αντίστοιχο ποσοστό διαμορφώθηκε στο 52,3%. Αντιθέτως, η βαρύτητα του β’ τριμήνου αυξήθηκε στο 28,1%, από 25,2% την προ πανδημίας περίοδο, και του δ’ τριμήνου στο 15,2%, έναντι 10,9%.
Σε μηνιαία βάση, καταγράφεται σχετική μείωση της συμβολής των μηνών Ιουλίου–Σεπτεμβρίου και ενίσχυση της συμμετοχής των μηνών Απριλίου–Ιουνίου και Οκτωβρίου–Δεκεμβρίου. Η διεύρυνση της κατανομής των ταξιδιωτικών εισπράξεων στη διάρκεια του έτους μπορεί να είναι αποτέλεσμα συγκυριακών άλλα και δομικών παραγόντων. Οι αυξημένες τιμές, λόγω της ισχυρής μεταπανδημικής ζήτησης και των υστερόχρονων επιδράσεων της ενεργειακής κρίσης, και τα φαινόμενα υπερτουρισμού σε κάποιες περιοχές της χώρας, δημιουργούν κίνητρα στους ταξιδιώτες να αποφύγουν να επισκεφτούν την Ελλάδα στους μήνες αιχμής της τουριστικής σεζόν (π.χ. τον Αύγουστο) και να προτιμήσουν άλλες περιόδους.
Επιπρόσθετα, τα τελευταία χρόνια οι συχνοί και παρατεταμένοι καύσωνες έχουν επιπτώσεις στην εμπειρία των επισκεπτών, ειδικότερα αυτών που διαμένουν σε βόρειες χώρες με πολύ χαμηλότερες θερμοκρασίες, οδηγώντας τους να επισκεφτούν την Ελλάδα πριν ή μετά το καλοκαίρι. Τέλος, η δυναμική τάση που εμφανίζει διεθνώς το τουριστικό πακέτο του city break καθιστά τα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας (Αθήνα και Θεσσαλονίκη) ως προορισμούς καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.