Ένα πακέτο προτεινόμενων επενδύσεων αξίας 41 δισ. ευρώ - που αποτελείται από προτάσεις για επιδοτήσεις αξίας 28 δισ. ευρώ και δάνεια αξίας 13 δισ. ευρώ - τέθηκε ξανά χθες επί τάπητος στις διαπραγματεύσεις της κυβέρνησης με την Κομισιόν. Το προσχέδιο που έχει διαμορφωθεί ξεπερνά το διαθέσιμο προϋπολογισμό κατά περίπου 12 δισ. ευρώ, αφού θεωρήθηκε εξ αρχής δεδομένο πως καθώς θα προχωρούν οι συζητήσεις αλλά και ο έλεγχος των σχεδίων θα γίνεται κατανοητό πως τελικά πολλά εξ αυτών θα πρέπει να «βγουν» από τη λίστα …  

Οι συζητήσεις με τους θεσμούς θα συνεχιστούν με ρυθμό δύο επαφές ανά εβδομάδα και έχουν ως πρώτο στόχο να ολοκληρωθεί το σκέλος  των επιδοτήσεων που συνδέεται με τις επενδύσεις που «τρέχουν» τα υπουργεία.  Από τα 28 δισ. ευρώ έργων που είναι υποψήφια για επιδότηση, θα πρέπει να επιλεγούν παρεμβάσεις  αξίας 16 περίπου δισ. ευρώ.

Τούτο ήδη έχει αρχίσει να γίνεται μέσα από την απόρριψη παρεμβάσεων για τις οποίες είτε υπάρχουν ενστάσεις από τις Βρυξέλλες, είτε θεωρείται ότι υπάρχει επικινδυνότητα αναφορικά με την ομαλή ολοκλήρωσή τους εντός του πολύ «σφικτού» χρονοδιαγράμματος και δεδομένου του αυστηρού πλαισίου (οροσήμων, σύνδεσης με μεταρρυθμίσεις κ.λ.π.) που θέτουν οι κανονισμοί του Ταμείου Ανάκαμψης της ΕΕ.

Ένα 2ο σκανάρισμα θα γίνει στη συνέχεια από ελληνικής πλευράς. Ανεξάρτητος σύμβουλος θα αξιολογήσει το εύλογο κόστος των έργων και των προγραμμάτων. Διαφορετικός σύμβουλος θα βοηθήσει στην προετοιμασία του τελικού σχεδίου που στόχος είναι να υποβληθεί στις Βρυξέλλες τον Μάρτιο.

Προφανώς κάποια έργα θα ξεκινήσουν πολύ πιο πριν μέσα από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων. Άλλωστε οι κανονισμοί της ΕΕ ορίζουν ότι μπορούν να χρηματοδοτηθούν έργα με περίοδο επιλεξιμότητας από το Φεβρουάριο του 2020.

Πάντως, αρμόδιες πηγές αναφέρουν ότι δεν έχουν ως στόχο να «γεμίσουν» με έτοιμα έργα το Σχέδιο Ανάκαμψης. Καθώς επιθυμητό είναι ένα πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα  για την οικονομία.

Ένας άλλος παράγοντας είναι οι μεταρρυθμίσεις με τις οποίες θα πρέπει να συνδεθεί η  κάθε επένδυση. Προτείνονται από την Ελληνική πλευρά, αλλά η διαδικασία διαβούλευσης με βάση τους κανονισμούς της ΕΕ βάζει στο «κάδρο» και τις συστάσεις της ΕΕ.

Το πλαίσιο του Ταμείου Ανάκαμψης συνδέεται με αυτό του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου. Αλλά οι συστάσεις του Εξαμήνου εμπεριέχουν το πλαίσιο Ενισχυμένης Εποπτείας στην περίπτωση της Ελλάδας. Δηλαδή τις μεταρρυθμίσεις που αποφασίσθηκαν το 2018 με την 9η αξιολόγηση της χώρας να είναι σε εξέλιξη απαιτώντας μεταξύ άλλων και την μη αναστροφή των παρεμβάσεων των 3 μνημονίων.

Σύμφωνα με πληροφορίες την Πέμπτη τέθηκαν επί τάπητος οι επενδύσεις των Υπουργείων Πολιτισμού και Τουρισμού. Ένας νέος κύκλος συναντήσεων έχει προβλεφθεί για την προσεχή Τρίτη και Πέμπτη.

Στόχος είναι να ολοκληρωθεί η «σάρωση» των υπουργείων έως το τέλος του μήνα και από το Φεβρουάριο να μπουν στο επίκεντρο τα δάνεια των 13 δισ. ευρώ.

Στο πεδίο των δανείων η κυβέρνηση επιθυμεί να περάσει εργαλεία  με τα οποία θα αποφευχθεί η επιβάρυνση του ελλείμματος.  

Σημειώνεται πως η  Διοικούσα Επιτροπή που εποπτεύει την προετοιμασία του Σχεδίου  αποτελείται από τους κ. Θ. Σκυλακάκη, Αναπληρωτή Υπουργό Οικονομικών, κ. Α. Σκέρτσο, Υφυπουργό παρά τω Πρωθυπουργώ, κ. Δ. Σκάλκο, Γ.Γ. Δημοσίων Επενδύσεων & ΕΣΠΑ, κ. Α. Πατέλη, Οικονομικό Σύμβουλο του Πρωθυπουργού και κ. Μ. Αργυρού, Πρόεδρο του ΣΟΕ. Ο κ. Ν. Μαντζούφας είναι ο Διοικητής της σχετικής Ειδικής Υπηρεσίας.

Υπενθυμίζεται πως από το νέο Ταμείο Ανάκαμψης της ΕΕ (RRF) η Ελλάδα θα πάρει το 70% (12,6 δισ. ευρώ) έως το 2022. Για το υπόλοιπο 30% που θα δοθεί το 2023 η πρώτη κατανομή (θα κλειδώσει οριστικά το 2022 ανάλογα με την πορεία του ΑΕΠ έως τότε) υπολογίζεται προς το παρόν σε επιπλέον 3,6 δισ. ευρώ. Στο ποσό αυτό προστίθενται και δάνεια έως 13 δισ. ευρώ περίπου (τα οποία η ελληνική κυβέρνηση θέλει μέσω μόχλευσης να διοχετεύσει σε επενδύσεις αξίας 30 δισ. ευρώ).

Οι πόροι του Ταμείου ξεπερνούν τα 29 δισ. ευρώ. Το ποσό φτάνει στα 32 δισ. ευρώ αν υπολογισθούν διάφορα μικρότερα προγράμματα (πχ το ReactEU).

Διαβάστε επίσης: