Από το 2018 η ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην Ελλάδα δεν έχει επιβαρυντική επίπτωση δημοσιονομικά. Αν και οι θεσμοί υπογραμμίζουν τη σχετική λεπτομέρεια, η ελληνική κυβέρνηση δεν το πράττει.

Στην Ελλάδα για πολλά χρόνια η ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας γινόταν μέσω του κρατικού προϋπολογισμού. Ωστόσο, λόγω της οικονομικής κρίσης, οι δαπάνες της στήριξης αυτής μετακυλήθηκαν στους παραγωγούς και, σε μικρότερο βαθμό, στους καταναλωτές, μέσω της αύξησης του ειδικού τέλους για τις ΑΠΕ. Το 2018 το δημοσιονομικό έλλειμμα που αφορούσε στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αντισταθμίστηκε εξ ολοκλήρου.

Το 2009 και το 2010, η Ελλάδα προσέφερε στους επενδυτές εγγυημένες σταθερές τιμές 20ετούς διάρκειας, ύψους 450 ευρώ/MWh για σταθμούς ισχύος μεταξύ 10 και 100 kWp, και 400 ευρώ/MWh για σταθμούς άνω των 100 kWp. Ωστόσο, μετά το πρώτο Μνημόνιο οι σοβαρές περικοπές στις τιμές λειτούργησαν αποτρεπτικά για τους επενδυτές στα φωτοβολταϊκά. Το 2010, η χώρα μείωσε πρώτα τα ποσά των εγγυημένων σταθερών τιμών για την ηλιακή φωτοβολταϊκή ενέργεια, μολονότι οι συμβάσεις που είχαν συνομολογηθεί με τους παραγωγούς δεν περιλάμβαναν ρήτρα για τροποποίηση των τιμών. Έκτοτε, οι τιμές μειώθηκαν και πάλι αρκετές φορές, και μάλιστα σε δύο περιπτώσεις με αναδρομική ισχύ. 

Το διάστημα μεταξύ 2013 και 2016, όταν η Ελλάδα διοργάνωσε τις πρώτες πιλοτικές ανταγωνιστικές διαδικασίες, δεν εγκαταστάθηκε σχεδόν καθόλου νέα ισχύς στον τομέα των φωτοβολταϊκών. Αντιθέτως, στον τομέα της αιολικής ενέργειας, δεν έχουν σημειωθεί στην Ελλάδα περικοπές τιμών και η αιολική ισχύς παρουσίαζε σχεδόν γραμμική αύξηση της τάξης του 10 % ετησίως, ακόμη και κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης της χώρας.

Το 2017 το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας της ΕΕ ανήλθε στο 17,5 % έναντι του συνολικού στόχου του 20 % για το 2020. Πρόκειται για διπλασιασμό σχεδόν του ποσοστού του 2005. Η Ελλάδα ακολούθησε ο «βηματισμός» της είχε διακυμάνσεις. Το μερίδιο για την ηλιακή ενέργεια αυξήθηκε το διάστημα μεταξύ 2008 και 2010 με ταχείς ρυθμούς και στη συνέχεια, μετά το 2013, παρέμεινε στάσιμο, εξαιτίας μέτρων που ελήφθησαν για τη μετρίαση της αρχικά υψηλής στήριξης. 

Είναι χαρακτηριστικό πως στη χώρα μας αρκετά projects απολάμβαναν έναν ιδιαίτερα ελκυστικό εσωτερικό βαθμό απόδοσης, ο οποίος ξεπερνούσε κατά πολύ τις αποδόσεις των δεκαετών ομολόγων του Δημοσίου του μήνα κατά τον οποίο είχαν εγκριθεί. Αυτό οφειλόταν κυρίως στο γεγονός ότι, πέραν των πολύ γενναιόδωρων εγγυημένων σταθερών τιμών που λάμβαναν για τη στήριξη των εξόδων λειτουργίας τους, τύγχαναν επίσης επενδυτικών ενισχύσεων.

Κοινοτικές πηγές εκτιμούν πως η Ελλάδα θα εκπληρώσει κατά πάσα πιθανότητα τον στόχο για μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές 20% έως το 2020, εφόσον εξακολουθήσει να εφαρμόζει με τους σημερινούς ρυθμούς μέτρα που εστιάζουν στις ΑΠΕ. Αρκεί να σημειωθεί πως σήμερα χρειάζεται αύξηση μικρότερη από 2% για να επιτύχει  τον στόχο του 2020.