Σύντομα πρόκειται να εισαχθεί στη Βουλή το νομοσχέδιο που μεταρρυθμίζει την επικουρική σύνταξη και υιοθετεί για αυτή ένα κεφαλαιοποιητικό σύστημα, μέσα στη λειτουργία της δημόσιας Κοινωνικής Ασφάλισης που αποτελεί μέριμνα του Κράτους σύμφωνα με το άρθρο 22 του Συντάγματος. Η κύρια σύνταξη δεν επηρεάζεται και δεν αλλάζει. 

Α. Κατανόηση των βασικών χαρακτηριστικών

Η μεταρρύθμιση αφορά αποκλειστικά: α) υποχρεωτικά όσους ενταχθούν για πρώτη φορά στην ασφάλιση από 1/1/22 και β) προαιρετικά όσους εργαζόμενους είναι κάτω από 35 ετών, αυτούς που αποκαλούνται Millennials, που θα έχουν τη δυνατότητα να μεταπηδήσουν από το παλιό σύστημα επικουρικής σύνταξης στο νέο.

Αυτό το νέο σύστημα, σε αντίθεση με το παλιό, θα αποταμιεύει τις εισφορές (του ίδιου του εργαζόμενου και του εργοδότη του που ανέρχονται σε 3%+3% των αποδοχών) σε ένα «ατομικό κουμπαρά». Ο κουμπαράς θα ανοίγει όταν ο εργαζόμενος δικαιούται να λάβει τη σύνταξή του (με βάση τους ισχύοντες όρους, δηλαδή γενικά στην ηλικία των 67 ετών) και το ποσό που θα έχει μαζευτεί θα μετατρέπεται σε μηνιαία ισόβια σύνταξη. Η μετατροπή του συσσωρευμένου κεφαλαίου σε σύνταξη θα γίνεται με βάση συντελεστές οι οποίοι εξαρτώνται από δύο παράγοντες: Από το προσδόκιμο επιβίωσης που θα ισχύει τότε και από το επιτόκιο με βάση το οποίο θα προεξοφλούνται τότε οι μελλοντικές χρηματορροές, δηλ. οι συντάξεις.

Παράδειγμα 1: Με βάση τα σημερινά ισχύοντα για το προσδόκιμο επιβίωσης στην ηλικία των 67 ετών, ένα εφάπαξ ποσό 1.000€ (ο κουμπαράς δηλαδή) μετατρέπεται σε ισόβια σύνταξη από 4,2€ έως 5,2€ ανά μήνα αν τα επιτόκια προεξόφλησης είναι στο εύρος από 0% έως 2% αντίστοιχα. Για κάθε έτος που προστίθεται στο προσδόκιμο επιβίωσης η μείωση αυτών των ποσών είναι της τάξης του 5%, έτσι αν το προσδόκιμο επιβίωσης για την ηλικία των 67 αυξηθεί κατά 2 χρόνια (στο διάστημα ας πούμε των επόμενων 35 ετών), η ισόβια σύνταξη για το ίδιο ποσό του κουμπαρά θα είναι από 3,8€ έως 4,7€ δηλαδή μειωμένη κατά 10%.   

Το απλό αυτό παράδειγμα δείχνει ότι ο καθορισμός της σύνταξης από τον συσσωρευμένο κουμπαρά, θα ενσωματώνει και θα εξαρτάται από τους άγνωστους σήμερα παράγοντες του προσδόκιμου επιβίωσης και των επιτοκίων προεξόφλησης, όταν ο εργαζόμενος θα βγαίνει στη σύνταξη.

Αυτό με τη σειρά του κάνει πολύ κρίσιμο, το πως θα συσσωρεύει κεφάλαια ο κουμπαράς που θα τροφοδοτείται από τις εισφορές και από τις αποδόσεις των επενδύσεων στις οποίες αυτές θα τοποθετούνται.

Παράδειγμα 2: Για ένα μηνιαίο μισθό των 1.000€ και εισφορές 60€ ανά μήνα, ένας σημερινός 30άρης που θα επιλέξει να μπει στο νέο σύστημα, στα 67 του θα έχει μαζέψει κουμπαρά που θα αντιστοιχεί σε ισόβια σύνταξη από 129€ μέχρι 235€ το μήνα, με καθαρές αποδόσεις επενδύσεων στο εύρος από 0% έως 3% ετησίως. Οι διαφορές που οφείλονται στις αποδόσεις των επενδύσεων είναι τεράστιες, αφού ακόμα και για ένα εύρος μόλις 3 ποσοστιαίων μονάδων τα ποσά της σύνταξης διαφοροποιούνται σχεδόν κατά 80%. Για να γίνει ακόμα πιο κατανοητό πόσο εξαιρετικά σημαντικό είναι το θέμα των επενδύσεων, αν η μέση καθαρή ετήσια απόδοση πάει στο 5%, η σύνταξη γίνεται 371€ ανά μήνα δηλαδή σχεδόν τριπλασιάζεται σε σχέση με τη σύνταξη που αναλογεί στη μηδενική απόδοση επενδύσεων.

Το Κράτος οφείλει να εξασφαλίσει τους αυστηρούς κανόνες διαφάνειας, λειτουργικής και επενδυτικής αποτελεσματικότητας και διακυβέρνησης του νέου συστήματος. Ο βαθμός της ανταποδοτικότητας δεν θα είναι προφανώς ίδιος για τον κάθε πολίτη – όπως συμβαίνει στη ζωή για πολλά άλλα πράγματα – και θα εξαρτάται από τις ατομικές επιλογές για το πως θέλει να επενδύονται οι εισφορές του (οι εξαγγελίες λένε ότι θα υπάρχουν τρία επίπεδα κινδύνου, χαμηλό, μεσαίο και υψηλό) αλλά και από τη διαχρονική διαχείριση αυτών των επιλογών του.

Το νέο αυτό σύστημα για την επικουρική σύνταξη των νέων ανθρώπων, είναι ένα σύστημα ανταποδοτικό. Και ως εκ τούτου, δίκαιο. Η επικουρική σύνταξη παύει να είναι προϊόν των αποφάσεων οποιασδήποτε Κυβέρνησης και γίνεται προϊόν της συστηματικής διαχείρισης της συνταξιοδοτικής αποταμίευσης. Ο νέος πολίτης, από παθητικός δέκτης που δεν μπορεί να παρέμβει με το σημερινό σύστημα, γίνεται σε μεγάλο βαθμό ιδιοκτήτης της δικής του επικουρικής σύνταξης. Το δικαίωμά του σε επιλογές και ευελιξίες σε μεγάλο χρονικό ορίζοντα είναι δεδομένο και βέβαια δεν είναι δωρεάν, συνοδεύεται και από την ατομική ευθύνη για τα αποτελέσματα που παράγει η ελεύθερη άσκηση κάθε δικαιώματος.   

Β. Οι απαντήσεις στην κριτική που ασκείται

Διατυπώνονται βεβαίως και επικριτικές απόψεις. Αυτές δεν φαίνεται να αντικρούουν τη μεταρρύθμιση αυτή με όρους που αφορούν την ανταποδοτικότητά της προς τους πολίτες που αποκλειστικά αφορά, δηλαδή τους νέους ανθρώπους. Η αλήθεια είναι ότι κάτι τέτοιο θα ήταν πολύ δύσκολο από τεχνική άποψη αλλά και κοινωνικά και πολιτικά επικίνδυνο αφού θα στρέφονταν κατά μιας εξέλιξης που αφορά ένα σημαντικό πληθυσμό πολιτών (ηλικίες 20 μέχρι 35 ετών, σχεδόν 1,8εκ πολίτες), οι οποίοι με βάση την κοινή λογική θα την αξιολογήσουν θετικά.

Όσοι διατυπώνουν αυτές τις απόψεις, εστιάζονται κυρίως σε δύο επιχειρήματα:

Το πρώτο έχει μια κοινωνική χροιά και εντοπίζεται στην περίφημη «αλληλεγγύη των γενεών».

Το νέο σύστημα, αφού θα κεφαλαιοποιεί τις εισφορές υπέρ των ιδίων πολιτών που θα τις πληρώνουν, θα τις αφαιρεί από το σημερινό ισχύον διανεμητικό που τις αξιοποιεί για να πληρώνει τις τρέχουσες συντάξεις. Όπως ισχυρίζονται, αυτό σημαίνει ότι κλονίζεται η διαγενεακή αλληλεγγύη. Αυτό όμως που δεν λένε, ενώ ξέρουν πολύ καλά τα δημογραφικά δεδομένα, είναι ότι αν το σύστημα παραμείνει ίδιο, τρία πράγματα θα συμβούν: ή οι εισφορές των σταδιακά λιγότερων εργαζομένων θα πρέπει να αυξηθούν υπέρμετρα, ή οι δικές τους συντάξεις σε 30-40 χρόνια θα είναι ανύπαρκτες ή εξευτελιστικές ή ο κρατικός προϋπολογισμός θα επωμίζεται εσαεί πολύ υψηλό κόστος για τις συντάξεις με άμεση συνέπειες στους φόρους και στη μελλοντική ανάπτυξη.

Παρεπιπτόντως και τα τρία, είναι σαφώς σε βάρος των σημερινών νέων ανθρώπων. Αυτό αγνοείται, λες και η διαγενεακή αλληλεγγύη στο ασφαλιστικό είναι μιας μόνο κατεύθυνσης, δηλαδή πάντα από την επόμενη προς την προηγούμενη γενιά. Μια απλή ανάγνωση των δημογραφικών δεδομένων και της προβολής τους στα επόμενα 30-40 χρόνια, δείχνει ότι μια αντίστοιχη μεταρρύθμιση έχει ήδη καθυστερήσει. Απόδειξη, η εισαγωγή κεφαλαιοποιητικών στοιχείων στα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης σε πολλές χώρες της Ευρώπης, ακόμα και με ευνοϊκότερα δημογραφικά δεδομένα, ήδη εδώ και σχεδόν 3 δεκαετίες.

Το δεύτερο επιχείρημα, είναι αυτό της χρηματοδότησης του κόστους μετάβασης από το ισχύον σύστημα στο καινούργιο.

Αυτό είναι πράγματι ένα σοβαρό οικονομικό θέμα που θα προκύψει και που το μέγεθός του θα εξαρτηθεί κυρίως από το πόσοι από όσους προαιρετικά θα κληθούν να ενταχθούν στο νέο σύστημα θα το κάνουν. Όσο περισσότεροι είναι, τόσο μεγαλύτερο θα είναι αυτό το κόστος, κατανεμημένο πάντως σε σχεδόν 4 δεκαετίες. Ταυτόχρονα όμως αναλογικά μεγαλύτερο θα είναι και το θετικό αποτύπωμα στην ανάπτυξη της οικονομίας που πάντα ακολουθεί τη συσσώρευση μακροχρόνιων κεφαλαίων. Αναμένονται οι σχετικές μελέτες και αν δεν δούμε τις υποθέσεις επί των οποίων θα συνταχθούν, ό,τι πούμε δεν μπορεί να είναι σοβαρό.

Σε κάθε όμως περίπτωση, η μεν προηγούμενη γενιά δεν θα υποστεί αλλοίωση των επικουρικών της συντάξεων, η δε νέα γενιά θα ελαφρυνθεί από το διογκούμενο βάρος της χρηματοδότησης του παλιού συστήματος και θα κατοχυρώσει μέσω του νέου συστήματος επαρκείς και ανταποδοτικές παροχές.

Στην αντίθετη περίπτωση, που παραμείνει δηλαδή το παλιό σύστημα, οι μελλοντικές παροχές της σημερινής νέας γενιάς θα είναι εξαιρετικά αμφίβολες αφού θα πρέπει να βασίζονται σε εισφορές της αμέσως επόμενης γενιάς που ήδη γνωρίζουμε ότι είναι πληθυσμιακά ακόμα μικρότερη.

Γ. Συμπέρασμα

Αυτή η νέα γενιά στη χώρα μας που θα ενταχθεί στο νέο σύστημα, είναι φορτωμένη, ήδη από το ξεκίνημα της παραγωγικής της ζωής, με τις συνέπειες της μακροχρόνιας οικονομικής κρίσης για την οποία δεν έφταιξε σε τίποτα. Προς αυτή τη νέα γενιά λοιπόν, πιστεύω ότι υπάρχει το χρέος να υλοποιηθεί μια μεταρρύθμιση που οπωσδήποτε δημιουργεί βελτιωμένες προοπτικές, τόσο ατομικά σε κάθε νέο πολίτη όσο και συνολικά στην ανάπτυξη της χώρας.

Και είναι ένα θέμα που αφορά αυτούς αποκλειστικά.

*Ο κ. Μίνος Μωυσής είναι ιδρυτικός εταίρος της εταιρείας συμβούλων SYNERGON Partners και αναλογιστής