Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις είναι η ραχοκοκαλιά της οικονομίας. Δίνουν δουλειά σε εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους, στηρίζουν οικογένειες αλλά και την τοπική οικονομία στις περισσότερες περιοχές της χώρας.

Και είναι οι επιχειρήσεις που δέχτηκαν τα μεγαλύτερα πλήγματα από την κρίση. Σε αντίθεση με τις μεγάλες και πολυεθνικές εταιρείες, δεν είχαν ρευστό στο εξωτερικό και άρα ένιωσαν στο πετσί τους τα capital controls. Σε αντίθεση με τους κολοσσούς της αγοράς, δεν μπορούσαν να μεταφέρουν κέρδη σε θυγατρικές στο εξωτερικό ή να επιστρατεύσουν στρατιές λογιστών για να αποφύγουν την υπερφορολόγηση. Και σε αντίθεση με τις μεγάλες εταιρείες, δεν μπορούν να «σηκώσουν» φθηνό χρήμα, μέσω ομολόγων σε Ελλάδα και εξωτερικό.

Με άλλα λόγια, η ατμομηχανή της οικονομίας είναι και η πιο εκτεθειμένη και πιεσμένη. Και δίχως τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, όσο και αν προσπαθεί η κυβέρνηση, δεν μπορεί να υπάρξει γενικευμένη αλλαγή του κλίματος και κατ’ επέκταση ανάπτυξη.

Ο ρόλος των τραπεζών

Και εδώ έρχεται ο ρόλος των τραπεζών. Που παραδοσιακά χρηματοδοτούν με λογικό κόστος χρήματος τις επιχειρήσεις αυτές, δίνοντας το απαραίτητο «καύσιμο», προκειμένου να αναπτυχθούν.

Μόνο που τα τελευταία χρόνια, για τους μικρομεσαίους η τραπεζική ρευστότητα έχει ουσιαστικά στερεύσει. Είτε γιατί οι τράπεζες είχαν –αρχικά- δεμένα τα χέρια τους λόγω των capital controls και των εσωτερικών προβλημάτων τους είτε γιατί –πλέον- επιλέγουν να χρηματοδοτούν με μεγάλα ποσά τις αντίστοιχα μεγάλες επιχειρήσεις.

Θα μου πεις, δεν πρέπει οι τράπεζες να στηρίξουν τις μεγάλες επενδύσεις που δίνουν το μήνυμα ότι κάτι αλλάζει στη χώρα; Προφανώς και ναι, αλλά αυτό δεν αρκεί. Τα 10-20 μεγάλα ντιλ που κλείνονται κάθε χρόνο σίγουρα βοηθούν τα τμήματα corporate και structured finance των τραπεζών να πετύχουν τους στόχους τους και βελτιώνουν τους ισολογισμούς. Όμως, ο αντίκτυπος στην πραγματική οικονομία δεν έχει καμία σχέση με αυτό που μπορούν να φέρουν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Σκεφτείτε πόσες νέες θέσεις εργασίας θα έφερναν 500 εκατ. ευρώ σε 200 ή 300 επιχειρήσεις και συγκρίνετέ το με ένα αντίστοιχο δάνειο που δίνεται σε μια μεγάλη επιχείρηση. Και αναλογιστείτε επίσης τι θα σημάνει αυτό για μια τοπική κοινωνία, μια που τα χρήματα αυτά στο μεγαλύτερο ποσοστό τους θα ανακυκλωθούν εκεί, με πολλαπλασιαστική αξία.

Προφανώς, δεν αξίζουν να χρηματοδοτηθούν όλες οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Ούτε οι τράπεζες μπορούν ή πρέπει να «καίνε» χρήματα σε χαμένες υποθέσεις ή business plans που δεν έχουν καμία πιθανότητα επιτυχίας. Όμως οφείλουν να βάλουν σε προτεραιότητα αυτή την κατηγορία εταιρειών, να αφουγκραστούν τις ανάγκες τους, όπως διαμορφώνονται στη νέα εποχή και εν τέλει να τους προσφέρουν τα αναγκαία χρηματοδοτικά εργαλεία.

Μόνο έτσι θα δούμε γενικευμένη ανάπτυξη αλλά και ταυτόχρονα τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα θα επιτελέσουν τον ουσιαστικό τους ρόλο, που δεν είναι άλλος από το να στηρίξουν την υγιή επιχειρηματικότητα.