Ο Γιώργος Μαυροψαρίδης, που ήταν υποψήφιος για το Όσκαρ καλύτερου μοντάζ ήρθε να καταρρίψει με τις δηλώσεις του, αυτό που κατά κόρον γράφεται στα media και στα social media, μετά από κάθε επιτυχία του Γιώργου Λάνθιμου, με τον οποίον συνεργάζεται, του Στέφανου Τσιτσιπά στο τένις ή του Γιάννη Αντετοκούνμπο στο μπάσκετ. Ότι δηλαδή η Ελλάδα δεν τους προσέφερε τίποτε και έπρεπε να την εγκαταλείψουν για να προκόψουν.

Τι είπε ο Μαυροψαρίδης, ο οποίος συνεχίζει να ζει στην Ελλάδα; «Ότι ο τρόπος δουλειάς του κινηματογραφιστή στην Ελλάδα ευνοεί την ανάπτυξη του ταλέντου» και ότι «η ελευθερία, που έχει ο Έλληνας σκηνοθέτης και κινηματογραφιστής και η δυνατότητα να πειραματιστεί με τα μέσα του δεν υπάρχει εύκολα στο σύστημα παραγωγής των στούντιο που λειτουργεί με άλλους κανόνες» (συνέντευξη στην ΕΦ.ΣΥΝ στη Β. Γεωργακοπούλου 10/2/2018). Ο Έλληνας μοντέρ, ο οποίος σε κάθε ευκαιρία επαναλαμβάνει, ότι έμαθε πολλά από τους Έλληνες σκηνοθέτες, λέει πολύ απλά, ότι πιθανώς αν ήταν στις ΗΠΑ να μην ανέπτυσσε εξίσου το ταλέντο του. Κάτι παραπάνω θα ξέρει. Όπως κάτι παραπάνω ξέρει και ο Γιώργος Λάνθιμος που τον επέλεξε για συνεργάτη του.

Αλλά και ο Λάνθιμος δεν έμαθε τον κινηματογράφο σε άλλη χώρα. Στο Παγκράτι μεγάλωσε και φοίτησε για ένα διάστημα στη Σχολή Σταυράκου. Δούλεψε στη διαφήμιση, σε video clips και στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004, ενώ έκανε την πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους με τον Λάκη Λαζόπουλο.  Ο Έλληνας σκηνοθέτης έφυγε για το Λονδίνο, ώστε να έχει -όπως λέει - περισσότερα μέσα για τις ταινίες του, ενώ δεν αποκλείει να γυρίσει μια από τις επόμενες στα ελληνικά και στην Ελλάδα.

Σε μια άλλη γειτονιά της Αθήνας, στα Σεπόλια, 20 χρόνια αργότερα από τον Λάνθιμο, γεννήθηκε ο Γιάννης Αντετοκούνμπο από μετανάστες γονείς. Μέχρι την εφηβεία του έπαιζε ποδόσφαιρο, όταν γνώρισε το μπάσκετ. Οι ειδικοί λένε ότι  έχει το ιδανικό σώμα για αυτό το άθλημα. Κι όμως αν είχε γεννηθεί σε άλλη χώρα, εκτός από την Ελλάδα, μπορεί ποτέ να μην το είχαμε μάθει. Γιατί σε λίγες χώρες το άθλημα είναι τόσο δημοφιλές όσο στη χώρα μας. Έφυγε από τα 18 για τις ΗΠΑ, για να αγωνιστεί στο NBA, όπου αγωνίζονται 9 στους 10 παίκτες υψηλού επιπέδου.

Τέσσερα χρόνια μετά τον Γιάννη, γεννιέται στην Αθήνα ο Στέφανος Τσιτσιπάς. Και αυτός αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στο ποδόσφαιρο και το τένις, με το οποίο ασχολούνται οι δύο γονείς του. Επιλέγει το άθλημα των γονιών του και από μικρό παιδί ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο προπονούμενος και αγωνιζόμενος σε διεθνή τουρνουά. Όπως ακριβώς κάνουν όλοι οι κορυφαίοι τενίστες του κόσμου.

Σαφώς και οι τρεις αντιμετώπισαν προβλήματα στην Ελλάδα, όμως κανείς εξ αυτών δεν έφυγε άσημος από την Ψωροκώσταινα. Το ταλέντο τους αναγνωρίστηκε και αναπτύχθηκε στη γενέτειρά τους και τους οδήγησε να ακολουθήσουν τη ζωή που κάνουν οι εξίσου ταλαντούχοι αλλοδαποί «ομότεχνοί» τους. Όπως ακριβώς συνέβη, με δεκάδες χιλιάδες νέους και νέες που με τα εφόδια, που τους έδωσε η χώρα κατάφεραν να βρουν δουλειά και να σταδιοδρομήσουν σε άλλες χώρες. Δεν είναι η άλλη Ελλάδα, όπως συχνά λέμε, αλλά η ίδια Ελλάδα, που «ανθίζει» όταν βρει τις κατάλληλες συνθήκες.

Η Ελλάδα εδώ και πολλά χρόνια δεν είναι Ψωροκώσταινα. Παρά την κρίση συνεχίζει να συγκαταλέγεται στις πλούσιες  χώρες στον κόσμο. Και κάτι όχι αμελητέο, είναι μια Δημοκρατία, μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που επιτρέπει στους νέους και στις νέες να διαλέξουν ελεύθερα τον δρόμο τους. Διαθέτει αξιοπρεπείς αθλητικές υποδομές, πολλές εκ των οποίων συντηρούν με πολλή προσπάθεια οι Δήμοι και οι αθλητικοί σύλλογοι και κάποιους σπουδαίους προπονητές που βοήθησαν τον Αντετοκούνμπο και τον Τσιτσιπά να κάνουν τα πρώτα τους βήματα. Διαθέτει μια σημαντική καλλιτεχνική αγορά που έδωσε την ευκαιρία στον Λάνθιμο και στον Μαυροψαρίδη να εργαστούν και να εξελιχθούν.

Ή για να είμαστε πιο ακριβείς, είναι η Αθήνα που δίνει αυτές τις ευκαιρίες. Η άλλη Ελλάδα είναι αυτή που βρίσκεται εκτός των τειχών των αστικών κέντρων. Η μητροπολιτική Αθήνα λόγω μεγέθους, λόγω Ολυμπιακών Αγώνων και λόγω άνισης πολιτικής υποδομών, δίνει δυνατότητες στα παιδιά που μεγαλώνουν σε αυτή, χωρίς να είναι εφικτό να γίνει NBA, Χόλιγουντ ή Μόντε Κάρλο. Αυτό που είναι εφικτό και επιθυμητό, όμως, είναι και  η υπόλοιπη Ελλάδα να δίνει αντίστοιχες ευκαιρίες. Είναι, επίσης, να δώσουμε δυνατότητες στα παιδιά των μεταναστών που μεγαλώνουν στη χώρα μας. Είναι, τέλος, να κρατήσουμε τους δεσμούς με τους αποδήμους Έλληνες, διασήμους και μη. Καμιά άλλη Ελλάδα δεν περισσεύει.