Παρά την αυξημένη μεταβλητότητα των τελευταίων εβδομάδων, η Goldman Sachs εξακολουθεί να βλέπει περιθώρια ανόδου για τις αμερικανικές μετοχές. Θεωρεί ότι οι βραχυπρόθεσμες διορθώσεις εξακολουθούν να αποτελούν ευκαιρίες τοποθετήσεων, ωστόσο προειδοποιεί ότι η συνέχιση του ανοδικού κύκλου θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τις επιδόσεις των εταιρειών κατά τη φετινή περίοδο ανακοίνωσης αποτελεσμάτων β’ τριμήνου.
Οι ανακοινώσεις ξεκινούν στις 13 Ιουλίου και, σύμφωνα με τον επικεφαλής στρατηγικής αμερικανικών μετοχών της Goldman Sachs Research, Ben Snider, ενδέχεται να αποτελέσουν τον σημαντικότερο καταλύτη για τη συνέχεια του ράλι στη Wall Street.
Όπως επισημαίνει, η άνοδος του S&P 500 κατά 21% τους τελευταίους δώδεκα μήνες οφείλεται εξ ολοκλήρου στην αύξηση των εταιρικών κερδών, γεγονός που καθιστά τα αποτελέσματα του β’ τριμήνου καθοριστικά για το κατά πόσο οι σημερινές αποτιμήσεις μπορούν να δικαιολογηθούν.

Οι προσδοκίες είναι ιδιαίτερα υψηλές. Μετά την αύξηση των EPS του S&P 500 κατά περίπου 12% το πρώτο τρίμηνο, οι αναλυτές αναμένουν αύξηση της τάξης του 22% κατά το β’ τρίμηνο, που αποτελεί την υψηλότερη εκτίμηση από το τέλος του 2021. Η Goldman Sachs εκτιμά, μάλιστα, ότι η ισχυρή αυτή δυναμική δεν θα περιοριστεί στο β’ τρίμηνο, καθώς προβλέπει ότι η αύξηση κερδών θα παραμείνει κοντά στο 25% και στο β’ εξάμηνο, οδηγώντας σε συνολική αύξηση των EPS κατά 24% για το σύνολο του 2026.
Στο επίκεντρο η τεχνητή νοημοσύνη
Ιδιαίτερο βάρος θα δοθεί, σύμφωνα με τον Snider, στα αποτελέσματα των μεγαλύτερων τεχνολογικών ομίλων, καθώς οι επενδυτές αναζητούν απαντήσεις για το κατά πόσο οι τεράστιες επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη αρχίζουν να μεταφράζονται σε ουσιαστική βελτίωση της κερδοφορίας. Όπως σημειώνει, οι hyperscalers εμφάνισαν ήδη στο α’ τρίμηνο ενδείξεις ότι μπορούν να αξιοποιήσουν εμπορικά τις επενδύσεις τους στην AI, καταγράφοντας θετικές αναθεωρήσεις εσόδων, αύξηση των ανεκτέλεστων συμβάσεων και βελτίωση των περιθωρίων κέρδους.
Την ίδια στιγμή, όμως, οι μετοχές αρκετών μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών έχουν δεχθεί πιέσεις τις τελευταίες εβδομάδες, καθώς οι επενδυτές προβληματίζονται για τις χαμηλότερες ελεύθερες ταμειακές ροές, την αύξηση των εκδόσεων μετοχών και ομολόγων, αλλά και για την αβεβαιότητα σχετικά με το ποιοι παίκτες θα κυριαρχήσουν τελικά στην αγορά των νέων μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης.
Οι διορθώσεις παραμένουν ευκαιρίες
Από την πλευρά του ο επικεφαλής Equity Sales Trading για την Αμερική της Goldman Sachs, John Flood, εκτιμά ότι, παρά την επιστροφή της μεταβλητότητας, η κυρίαρχη στρατηγική των επενδυτών εξακολουθεί να είναι το buy the dip. Όπως λέει, η μεταβλητότητα ενισχύεται προσωρινά από τεχνικούς παράγοντες, όπως οι αναδιαρθρώσεις των δεικτών Russell και οι ανακατατάξεις χαρτοφυλακίων στο τέλος του εξαμήνου, χωρίς όμως να αλλάζει η μακροπρόθεσμη ανοδική τάση της αγοράς.
Ενδεικτικό, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι ότι κατά τη διάρκεια μίας συνεδρίασης στα μέσα Ιουνίου διακινήθηκαν περίπου 34 δισ. μετοχές στις αμερικανικές χρηματιστηριακές αγορές, ήτοι η μεγαλύτερη ημερήσια συναλλακτική δραστηριότητα που έχει καταγραφεί ποτέ. Κατά την εκτίμησή του, η εικόνα αυτή αντανακλά τη συνεχιζόμενη αναδιάρθρωση χαρτοφυλακίων από ιδιώτες, θεσμικούς επενδυτές και επιχειρήσεις, χωρίς να υποδηλώνει αποχώρηση κεφαλαίων από τις μετοχές.
Η αγορά απορροφά εύκολα νέες εκδόσεις
Ο Flood εμφανίζεται ιδιαίτερα αισιόδοξος και για τη δυνατότητα της αγοράς να απορροφήσει το αυξημένο κύμα νέων εκδόσεων. Όπως ανέφερε, μέσα σε διάστημα μόλις δύο εβδομάδων πραγματοποιήθηκαν δύο δημόσιες εγγραφές συνολικής αξίας περίπου 140 δισ. δολαρίων, που αποτέλεσαν τις μεγαλύτερες πρωτογενείς αντλήσεις κεφαλαίων στην ιστορία της αμερικανικής αγοράς. Παρά το μέγεθός τους, οι χρηματιστηριακοί δείκτες δεν δέχθηκαν ιδιαίτερες πιέσεις, ενώ η ζήτηση από θεσμικούς επενδυτές ήταν ισχυρή.
Την ίδια ώρα, όπως λέει, οι ιδιώτες επενδυτές εξακολουθούν να αποτελούν τη σταθερότερη πηγή εισροών προς τις αμερικανικές μετοχές κατά τη διάρκεια του 2026, τάση που, κατά την εκτίμησή του, ενδέχεται να ενισχυθεί περαιτέρω μετά τις πρόσφατες εισαγωγές.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος τα επιτόκια
Παρά την αισιοδοξία του, ο Flood θεωρεί ότι ο σημαντικότερος κίνδυνος για τη Wall Street εξακολουθεί να είναι η πορεία των επιτοκίων. Όπως ανέφερε, οι αγορές προεξοφλούν αυξήσεις κατά περίπου 40 μονάδες βάσης έως το τέλος του έτους. Ωστόσο, η Goldman Sachs δεν αναμένει νέα αύξηση επιτοκίων από τη Fed μέσα στο 2026.
Ο Flood εξηγεί ότι η διατήρηση των επιτοκίων στα σημερινά επίπεδα θα εκλαμβανόταν από τις αγορές σχεδόν ως ισοδύναμο με μια μείωση επιτοκίων, λειτουργώντας υποστηρικτικά για τις μετοχές.



