Η Eurobank Equities προχώρησε σε αύξηση των τιμών-στόχων για τις τραπεζικές μετοχές που καλύπτει, διατηρώντας για όλες αμετάβλητη τη σύσταση «buy».
Για την Alpha Bank αυξάνει την τιμή-στόχο κατά 10% στα 4,95 ευρώ, από 4,50 ευρώ. Για την Εθνική Τράπεζα η νέα τιμή-στόχος διαμορφώνεται στα 18,70 ευρώ (+7,2%), για την Τράπεζα Πειραιώς στα 11,10 ευρώ (+7,8%), για την Optima Bank στα 11,60 ευρώ (+3,6%) και για την Τράπεζα Κύπρου επίσης στα 11,60 ευρώ (+4,5%).

Με βάση τις τιμές κλεισίματος της 2ας Ιουλίου, οι νέες τιμές-στόχοι της Eurobank Equities συνεπάγονται περιθώριο ανόδου 22,9% για την Alpha Bank, 20,7% για την Εθνική Τράπεζα, 19,4% για την Τράπεζα Πειραιώς, 18,4% για την Bank of Cyprus και 14,9% για την Optima Bank.
Όπως αναφέρουν οι αναλυτές της χρηματιστηριακής, τα αποτελέσματα του α’ τριμήνου ενίσχυσαν την αισιοδοξία για τον ελληνικό τραπεζικό κλάδο και την πεποίθηση ότι οι διοικήσεις των τραπεζών μπορούν όχι μόνο να επιτύχουν, αλλά σε αρκετές περιπτώσεις και να υπερβούν τους μεσοπρόθεσμους στόχους τους.
Παράλληλα θεωρούν πως, αν και οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να συγκαταλέγονται στις ευρωπαϊκές τράπεζες με τη μεγαλύτερη ευαισθησία στα επιτόκια, «στο εξής η υπεραπόδοση θα προέρχεται ολοένα και περισσότερο από την ισχυρότερη πιστωτική ανάπτυξη και τη διεύρυνση των πηγών εσόδων, με το περιβάλλον των επιτοκίων να λειτουργεί ως πρόσθετος καταλύτης και όχι ως βασικός λόγος».
Η Eurobank Equities εκτιμά ότι το τελικό επιτόκιο της ΕΚΤ θα διαμορφωθεί στο 2,50% έως το τέλος του 2026, πριν υποχωρήσει σταδιακά στο 2,25% έως το τέλος του 2027 και παραμείνει ουσιαστικά σταθερό το 2028. Με βάση τις νέες παραδοχές για τα επιτόκια, η Eurobank Equities αναθεωρεί ανοδικά τις προβλέψεις για τα προσαρμοσμένα καθαρά κέρδη του κλάδου κατά 2% για το 2026, 3% για το 2027 και 2% για το 2028, προβλέποντας αύξηση των κερδών ανά μετοχή (EPS) περίπου 10% το 2026 και 12% το 2027.
Ισχυροί διαρθρωτικοί μοχλοί ανάπτυξης
Οι αναλυτές της Eurobank Equities δηλώνουν αισιόδοξοι για τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές της πιστωτικής επέκτασης, ενώ την αισιοδοξία αυτή ενισχύει η αποκλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων και τη διατήρηση της ισχυρής εγχώριας επενδυτικής δραστηριότητας.
Όπως εξηγούν, αν και το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας ολοκληρώνεται τυπικά, η επίδρασή του θα συνεχιστεί και μετά το 2026. Οι ήδη εγκεκριμένες εκταμιεύσεις έργων θα συνεχίσουν να στηρίζουν τη χορήγηση νέων δανείων έως το 2028, ενώ η πλεονάζουσα ζήτηση για χρηματοδότηση μέσω του RRF αναμένεται να μεταφερθεί σε συμβατικά τραπεζικά δάνεια και στα νέα προγράμματα της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας, περιορίζοντας σημαντικά τον κίνδυνο ενός απότομου «κενού» στην πιστωτική ανάπτυξη μετά τη λήξη του Ταμείου.
Η χρηματιστηριακή προβλέπει σωρευτική αύξηση των καθαρών δανείων άνω των 38 δισ. ευρώ την περίοδο 2026-2028 για τις τρεις συστημικές τράπεζες που καλύπτει, που αντιστοιχεί σε μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης περίπου 8%, με κύριο μοχλό τον επιχειρηματικό δανεισμό.
Παράλληλα, εκτιμά ότι το κόστος χρηματοδότησης θα παραμείνει ελεγχόμενο, ενώ η πίεση στα επιτοκιακά περιθώρια θα αρχίσει να αποκλιμακώνεται, επιτρέποντας ανάκαμψη περίπου 20 μονάδων βάσης του NIM έως το 2028.
Μεταξύ άλλων, η Eurobank Equities σημειώνει ότι οι πρόσφατες στρατηγικές κινήσεις των ελληνικών τραπεζών –οι συμπληρωματικές εξαγορές της Alpha Bank, η εξαγορά της Eurolife από τη Eurobank, η ενσωμάτωση της Εθνικής Ασφαλιστικής από την Τράπεζα Πειραιώς και η συνεργασία της Εθνικής Τράπεζας με την Allianz– αναμένεται να αυξήσουν τη συμμετοχή των εσόδων από προμήθειες στο 25% των συνολικών εσόδων έως το 2028 (από 23% το 2025), να ενισχύσουν την απόδοση ιδίων κεφαλαίων (RoTE) περίπου στο 16% και να διαφοροποιήσουν περαιτέρω τις πηγές κερδοφορίας, πέρα από τα καθαρά έσοδα από τόκους.
Διαχειρίσιμοι ρυθμιστικοί και πολιτικοί κίνδυνοι
Όπως επισημαίνει η Eurobank Equities, οι πρόσφατες ανησυχίες σχετικά με τα ανώτατα όρια επιτοκίων στα καταναλωτικά δάνεια, τη διευθέτηση των στεγαστικών δανείων σε ελβετικό φράγκο, τα δάνεια με σταδιακή αύξηση δόσεων (step-up) και τις δικαστικές υποθέσεις που σχετίζονται με τον νόμο Κατσέλη, δεν μεταβάλλουν ουσιαστικά το επενδυτικό αφήγημα για τις ελληνικές τράπεζες.
Ο οικονομικός τους αντίκτυπος αναμένεται να είναι περιορισμένος και μπορεί να απορροφηθεί άνετα από την υφιστάμενη κερδοφορία και τις προβλέψεις των τραπεζών, χωρίς να απαιτηθούν αναθεωρήσεις στα επιχειρηματικά σχέδια ή στις εκτιμήσεις της αγοράς.
Παράλληλα, παρά την είσοδο σε προεκλογική περίοδο, η χρηματιστηριακή θεωρεί μικρή την πιθανότητα επιβολής έκτακτου φόρου στα τραπεζικά κέρδη, καθώς τόσο η κυβέρνηση όσο και η Τράπεζα της Ελλάδος έχουν επαναβεβαιώσει τη στήριξή τους στο υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο, συμπεριλαμβανομένου του καθεστώτος των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων.
Οι αναλυτές της Eurobank Equities σχολιάζουν επίσης ότι η ζήτηση ύψους περίπου 6 δισ. ευρώ που καταγράφηκε στις πρόσφατες αυξήσεις κεφαλαίου στην ελληνική αγορά υποδηλώνει ότι οι επενδυτές εξακολουθούν να προεξοφλούν ένα σταθερό και φιλικό προς τις επενδύσεις πολιτικό περιβάλλον.
Top-pick η Alpha Bank
Σύμφωνα με τη Eurobank Equities οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να διαπραγματεύονται με discount περίπου 20% σε όρους P/TBV και περίπου 15% σε όρους P/E έναντι των αντίστοιχων τραπεζών της Νότιας Ευρώπης.
Οι αναλυτές της χρηματιστηριακής ξεχωρίζουν τη μετοχή της Alpha Bank ως top-pick για το β’ εξάμηνο του 2026, αντικαθιστώντας την Τράπεζα Πειραιώς. Όπως εξηγούν, η μετοχή της Alpha Bank εξακολουθεί να διαπραγματεύεται με περίπου 25% discount σε όρους P/TBV, διαφορά που θεωρούν πλέον δυσκολότερο να δικαιολογηθεί, δεδομένου ότι το χάσμα στην απόδοση ιδίων κεφαλαίων έχει περιοριστεί σε μόλις 3 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ η αποτίμηση της Πειραιώς έχει ήδη συγκλίνει σε μεγάλο βαθμό με εκείνες της Eurobank και της Εθνικής Τράπεζας.



