Η ιστορία είναι γεμάτη παραδείγματα - από τους σιδηροδρόμους έως το διαδίκτυο - όπου ισχυρές νέες τεχνολογίες προκάλεσαν επενδυτικές μανίες, οι οποίες ακολούθησαν πανικοί και επώδυνες καταρρεύσεις, προτού τα οφέλη τους διαχυθούν σε ολόκληρη την οικονομία.
Ίσως αυτή τη φορά να είναι διαφορετικά, αναφέρει σε ανάλυσή του το Bloomberg. Η τιμή της μετοχής της Nvidia έχει εκτοξευθεί, αλλά το ίδιο έχουν κάνει και τα κέρδη της. Συνολικά, οι αποτιμήσεις των λεγόμενων «Magnificent Seven» φαίνονται λιγότερο υπερβολικές από εκείνες των «Τεσσάρων Ιππέων» της φούσκας των dot-com - Cisco, Intel, Dell και Microsoft - πριν από την κατάρρευση του 2000.
Παρόλα αυτά, ο κίνδυνος η τεχνητή νοημοσύνη να αποτελεί μια φούσκα - μια συλλογική ψευδαίσθηση της εποχής μας - είναι πραγματικός. Μια ξαφνική κατάρρευση της εμπιστοσύνης θα μπορούσε να πυροδοτήσει ένα χρηματιστηριακό κραχ με συνέπειες που θα εξαπλώνονταν σε όλο τον κόσμο. Οι άμεσοι χαμένοι θα ήταν οι μέτοχοι, οι πιστωτές και ο συνεχώς αυξανόμενος αριθμός εργαζομένων που αναπτύσσουν μεγάλα γλωσσικά μοντέλα, κατασκευάζουν προηγμένα τσιπ και χτίζουν κέντρα δεδομένων. Όμως οι συνέπειες δεν θα σταματούσαν εκεί.
Για να κατανοήσουμε πώς θα μπορούσε να εξαπλωθεί μια κατάρρευση της AI, χρησιμοποιήσαμε το νέο εργαλείο ανάλυσης σεναρίων SHOK της Bloomberg Economics. Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η κατάρρευση των αποτιμήσεων της τεχνητής νοημοσύνης θα μπορούσε να επιφέρει σημαντικό πλήγμα στην παγκόσμια οικονομία, με τους μεγαλύτερους χαμένους να είναι η Ταιβάν, η Νότια Κορέα και οι ΗΠΑ. Η εκτίμηση είναι ότι το σκάσιμο της φούσκας θα αφαιρούσε πάνω από ένα τρισεκατομμύριο δολάρια από το παγκόσμιο ΑΕΠ.
Η κρίση ξεκινά με κατάρρευση της εμπιστοσύνης και απότομη πτώση των αμερικανικών μετοχών. Στην ανάλυσή μας υποθέτουμε ότι ο δείκτης S&P 500 υποχωρεί κατά 20% - περίπου το μισό της πτώσης που σημειώθηκε όταν έσκασε η φούσκα των dot-com. Καθώς οι δανειστές υφίστανται ζημιές, τα περιθώρια πιστωτικού κινδύνου διευρύνονται. Η αβεβαιότητα αυξάνεται. Οι επενδύσεις υποχωρούν καθώς οι κατασκευαστές κέντρων δεδομένων παγώνουν τα έργα τους.
Εισάγοντας αυτά τα σοκ στο μοντέλο μας - το οποίο βασίζεται σε ιστορική εμπειρία και σε καθιερωμένες μακροοικονομικές σχέσεις - υπολογίζουμε τον αντίκτυπό τους στο ΑΕΠ, τον πληθωρισμό και τα επιτόκια.
Καθώς τρισεκατομμύρια δολάρια εξαφανίζονται από τους επενδυτικούς λογαριασμούς, τα νοικοκυριά αισθάνονται φτωχότερα και περιορίζουν τις δαπάνες τους. Οι επιχειρήσεις μειώνουν τις προσλήψεις και η ανεργία αυξάνεται. Η διακοπή της ανάπτυξης των υποδομών AI συνεπάγεται ετήσια μείωση 3% στις επενδύσεις κεφαλαίου. Οι αυστηρότερες χρηματοοικονομικές συνθήκες επιδεινώνουν περαιτέρω την κατάσταση.
Με την ανάπτυξη να επιβραδύνεται, τον πληθωρισμό να υποχωρεί και τις χρηματοοικονομικές συνθήκες να γίνονται πιο περιοριστικές, το μοντέλο του Bloomberg υποδεικνύει ότι η Federal Reserve θα μείωνε τα επιτόκια τρεις ή τέσσερις φορές. Δεν θα ήταν η μόνη κεντρική τράπεζα που θα στρεφόταν σε πολιτικές τόνωσης της οικονομίας. Παρ’ όλα αυτά, το μέγεθος και η φύση του σοκ μοιάζουν περισσότερο με το 2000 παρά με το 2008. Το χρηματοπιστωτικό σύστημα θα αντιμετώπιζε πιέσεις λόγω αύξησης των αθετήσεων πληρωμών και της αβεβαιότητας, όχι όμως μια αλυσιδωτή συστημική κρίση.
Για τις ΗΠΑ, η συνδυασμένη επίδραση της χρηματιστηριακής πτώσης και της κατάρρευσης των επενδύσεων κεφαλαίου θα έφερνε την οικονομία στα πρόθυρα ύφεσης. Υποθέτοντας ότι το κραχ θα συμβεί στις αρχές του επόμενου έτους, το μοντέλο μας δείχνει ότι η αύξηση του ΑΕΠ το 2027 θα υποχωρούσε κατά 1,5 ποσοστιαία μονάδα - από μια βασική πρόβλεψη περίπου 2% σε μόλις 0,4% - ενώ η οικονομία θα συρρικνωνόταν για δύο συνεχόμενα τρίμηνα.
Στην Ταϊβάν και τη Νότια Κορέα, η ζήτηση για ημιαγωγούς από εταιρείες όπως η Taiwan Semiconductor Manufacturing Company, η Samsung Electronics και η SK Hynix έχει ενισχύσει σημαντικά την ανάπτυξη. Μια κατάρρευση της εμπιστοσύνης θα προκαλούσε κάθετη πτώση της ζήτησης. Το μοντέλο μας παρουσιάζει πλήγμα περίπου 4% στο ετήσιο ΑΕΠ της Ταϊβάν και πάνω από 2% στη Νότια Κορέα.
Η Κίνα και η Ευρώπη - λιγότερο εκτεθειμένες στα οφέλη της επανάστασης της AI και συνεπώς λιγότερο ευάλωτες σε μια προσωρινή παύση της - υφίστανται μικρότερο αλλά και πάλι σημαντικό πλήγμα, καθώς οι Αμερικανοί καταναλωτές περιορίζουν τις αγορές τους και το κλίμα επιδεινώνεται. Σε παγκόσμιο επίπεδο, το κόστος ανέρχεται περίπου στο 1,3% του ετήσιου ΑΕΠ ή 1,6 τρισεκατομμύρια δολάρια - περισσότερο από ολόκληρη την ετήσια οικονομική παραγωγή της Ελβετίας.
Το μοντέλο του Bloomberg ποσοτικοποιεί τη διαίσθηση πίσω από τις ανησυχίες για μια φούσκα. Δείχνει ότι οι επενδύσεις και οι αποτιμήσεις που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη έχουν φτάσει σε επίπεδο όπου μια αντιστροφή του επενδυτικού κλίματος θα μπορούσε από μόνη της να πλήξει την παγκόσμια οικονομία.
Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί τελικά να εκπληρώσει τις υποσχέσεις της. Το μάθημα της ιστορίας, όμως, είναι ότι οι τεχνολογίες που μεταμορφώνουν τον κόσμο χρειάζονται συνήθως χρόνια - και μερικές φορές δεκαετίες - για να αποφέρουν μετρήσιμα κέρδη παραγωγικότητας. Οι τεχνολογικά απαισιόδοξοι φοβούνται ότι η AI θα καταστρέψει θέσεις εργασίας. Αν η φούσκα σκάσει, πράγματι θα συμβεί κάτι τέτοιο - απλώς όχι για τους λόγους που εκείνοι περιμένουν.



