Την εκτίμηση ότι, με την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων του δ’ τριμήνου, και οι τέσσερις συστημικές τράπεζες θα υπερβούν τους στόχους που είχαν θέσει για το 2025 ως προς την αύξηση των χορηγήσεων, εκφράζουν οι αναλυτές της Bank of America.
Σύμφωνα με τη BofA, αύριο και μεθαύριο οι επενδυτές αναμένεται να εστιάσουν το ενδιαφέρον τους σε δύο βασικούς άξονες, σε σχέση με τα αποτελέσματα των ελληνικών τραπεζών. Σε ενδεχόμενες αναβαθμίσεις των εκτιμήσεων για τα κέρδη ανά μετοχή (EPS) στα αναθεωρημένα επιχειρησιακά σχέδια, και στην ενίσχυση των διανομών προς τους μετόχους.
Αν και τα τριμηνιαία αποτελέσματα δεν αναμένεται να προσελκύσουν το εντονότερο ενδιαφέρον, οι αναλυτές της BofA αναμένουν μια καμπή στα καθαρά έσοδα από τόκους, με την ΕΤΕ να εμφανίζει πιο σταθερή εικόνα, και ισχυρή πιστωτική επέκταση, πεδίο στο οποίο όλες τις τράπεζες εκτιμάται ότι θα υπερβούν τους στόχους του 2025, εν μέρει λόγω εμπροσθοβαρούς υλοποίησης έργων υποδομών του 2026 ήδη από το δ’ τρίμηνο του 2025.
Διψήφιες αυξήσεις
Οι αναλυτές της BofA αναμένουν ότι οι νέες των τραπεζών θα ενσωματώνουν διψήφια αύξηση EPS, σε επίπεδο κλάδου, με βασικούς μοχλούς τα υψηλότερα καθαρά έσοδα από τόκους (με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης περίπου 5,5% σε ορίζοντα τριετίας), την ισχυρή άνοδο των εσόδων από προμήθειες (που εκτιμάται σε άνω του 9% ετησίως, τη μείωση του κόστους κινδύνου κατά 5-10 μονάδες βάσης χάρη σε χαμηλότερες ανάγκες κάλυψης και συνεχιζόμενες επαναδιαπραγματεύσεις προμηθειών στη διαχείριση των NPEs, και τη συγκράτηση της αύξησης του κόστους κάτω από 5% ετησίως, παρά την πιθανή ενίσχυση των δαπανών πληροφορικής.
Η BofA εκτιμά επίσης ότι οι διοικήσεις των τραπεζών θα προτιμήσουν να δώσουν πιο συντηρητικό guidance για την εξέλιξη του NII, ώστε να υπερβούν τους στόχους και να αναθεωρήσουν ανοδικά στη συνέχεια, αντί να ενσωματώσουν εκ των προτέρων αισιόδοξες παραδοχές.
Ως εκ τούτου, το μεγαλύτερο περιθώριο υπεραπόδοσης έναντι των μέσων εκτιμήσεων αναμένεται να προέλθει από υψηλότερες προμήθειες, το χαμηλότερο κόστος κινδύνου και τις αυξημένες διανομές, παρά από το NII.
Σημείο αναφοράς η ΕΤΕ
Με ισχυρή κερδοφορία και καθώς συνεχίζεται ομαλά η απομείωση των DTC, οι αναλυτές της BofA εκτιμούν ότι οι ελληνικές τράπεζες βρίσκονται πλέον σε θέση να ενσωματώσουν στο guidance υψηλότερα payouts. Η Εθνική Τράπεζα αναμένενται να αποτελέσει το βασικό σημείο αναφοράς, με αύξηση του payout για το 2025 κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες στο 65%, μαζί με διανομή ειδικού μερίσματος που εκτιμάται γύρω στα 350 εκατ. ευρώ. Για τη συνέχεια, αναμένουν ετήσιες αυξήσεις του payout της ΕΤΕ κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες, από το 2026, φθάνοντας στο 95% έως το 2028, διατηρώντας παράλληλα περίπου 3 ποσοστιαίες μονάδες «μαξιλάρι» για πιθανές εξαγορές.
Για τις Alpha Bank και Eurobank, αναμένουν επίσης αύξηση του payout για το 2025 κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες στο 55%, με περαιτέρω ετήσιες αυξήσεις 5 ποσοστιαίων μονάδων. Η Τρ. Πειραιώς εκτιμάται ότι θα διατηρήσει το payout του 2025-2026 στο 50%, όσο εξελίσσεται η ενσωμάτωση της Εθνικής Ασφαλιστικής, με ετήσιες αυξήσεις 5 ποσοστιαίων μονάδων από το 2027.
Μεγάλα περιθώρια ανόδου
Για τις μετοχές των Alpha Bank, Eurobank και Τρ. Πειραιώς η Bank of America δίνει σύσταση «buy», ενώ για την ΕΤΕ η σύσταση είναι «neutral».
Για την Alpha Bank η BofA δίνει τιμή-στόχο 4,41 ευρώ, που υποδηλώνει περιθώριο ανόδου 22%. Για την Τρ. Πειραιώς η τιμή-στόχος τοποθετείται στα 9,86 ευρώ, με περιθώριο ανόδου 26%, ενώ για τη Eurobank δίνεται τιμή-στόχος 5,54 ευρώ, που υποδηλώνει περιθώριο ανόδου 45%. Στα 14,78 ευρώ η τιμή-στόχος της BofΑ για την ΕΤΕ, με ανοδικό περιθώριο 8%.
Top-pick η Eurobank
Η BofA ξεχωρίζει τη Eurobank ως κορυφαία επιλογή της στην Ελλάδα για το 2026, διακρίνοντας τρεις ισχυρούς καταλύτες: την αναβάθμιση του ΧΑ σε καθεστώς ανεπτυγμένης αγοράς, την ένταξη της Βουλγαρίας στην Ευρωζώνη και την ένταξη της Κύπρου στη ζώνη Σένγκεν.
Οι αναλυτές του οίκου σχολιάζουν πως οι καταλύτες αυτοί ενισχύουν ένα ήδη ισχυρό θεμελιώδες υπόβαθρο, το οποίο χαρακτηρίζεται από υψηλότερα περιθώρια και ανάπτυξη μέσω επέκτασης σε Κύπρο και Βουλγαρία, από μεγαλύτερη διαφοροποίηση πέραν του NII χάρη στο wealth management και τις ασφάλειες ζωής, από περισσότερες συνέργειες μέσω εξαγορών και συγχωνεύσεων και, από ανοδικό περιθώριο στο NII, λόγω ισχυρής πιστωτικής επέκτασης και χαμηλότερου κόστους καταθέσεων.
