Τα τελευταία χρόνια υπάρχει μεγάλη ανησυχία για τα μικροπλαστικά που έχουν διεισδύσει σε όλη την τροφική αλυσίδα και υπάρχουν παντού, στο έδαφος, το νερό, τα ψάρια, τα κηπευτικά, τα ζώα παραγωγής, τα συσκευασμένα τρόφιμα, την ατμόσφαιρα.
Παράλληλα γίνεται μεγάλος ντόρος στον διεθνή Τύπο για τις επιπτώσεις των μικροπλαστικών στην υγεία, καθώς οι ουσίες αυτές ανήκουν στην κατηγορία των ορμονοδιαταρακτών που προκαλούν από υπογονιμότητα μέχρι και καρκίνο.
Μέχρι τώρα ωστόσο δεν μπορούσαμε να τα δούμε συσσωρευμένα σε ιστό ζωντανού οργανισμού. Αυτή η τελευταία σημαντική λεπτομέρεια που φωτίζει ιδιαίτερα την δράση τους και την μετακίνησή τους μέσα στους ιστούς αναδείχθηκε μέσα από μια διεπιστημονική μελέτη 3 βρετανικών πανεπιστημίων. Σε ένα πρωτοποριακό παγκοσμίως επίτευγμα, τα μικροπλαστικά χαρτογραφήθηκαν βαθιά μέσα στους ιστούς ζωντανών οργανισμών με μεγάλη λεπτομέρεια, από ερευνητές του Πανεπιστημίου του Κίνγκστον (Kingston), του Πανεπιστημίου του Μπέρμινχαμ (Birmingham) και του πανεπιστημίου University College London (UCL).
Η σχετική διεπιστημονική μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Advanced Science, δείχνει ότι μη επεμβατικές μέθοδοι μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την ανίχνευση μικροπλαστικών βαθιά στον ζωντανό ιστό ποντικών. Προηγουμένως, αυτό ήταν δυνατό μόνο μέσω της κλασικής ανατομίας, σε νεκρά πειραματόζωα.
Συγκεκριμένα, ερευνητές από το UCL, το Πανεπιστήμιο Kingston και το Πανεπιστήμιο του Birmingham ανίχνευσαν κοινά μικροπλαστικά όπως πολυπροπυλένιο, που χρησιμοποιείται σε δοχεία τροφίμων και φλιτζάνια καφέ και πολυαιθυλένιο το οποίο χρησιμοποιείται σε πλαστικές σακούλες μιας χρήσης.
Ποια είναι η τεχνική που χρησιμοποιήθηκε
Η ομάδα χρησιμοποίησε μια νέα τεχνική που ονομάζεται «φωτοακουστική απεικόνιση», όπου παλμοί φωτός λέιζερ κατευθύνονται στον ιστό και απορροφώνται από μικροπλαστικά, τα οποία έχουν ένα μοναδικό αποτύπωμα απορρόφησης. Η απορρόφηση φωτός παράγει μικροσκοπικά ηχητικά κύματα υψηλής συχνότητας, τα οποία στη συνέχεια λαμβάνονται από ανιχνευτές υπερήχων για να δημιουργήσουν έναν λεπτομερή χάρτη που δείχνει πού βρίσκονται τα μικροπλαστικά συσσωρευμένα μέσα στο σώμα.
Οι φωτογραφίες ήταν υποψήφιες για βραβείο
Η έρευνα ξεκλειδώνει τις δυνατότητες κατανόησης του τρόπου με τον οποίο τα μικροπλαστικά «ταξιδεύουν» στο ανθρώπινο σώμα και επηρεάζουν δραστικά την υγεία. Μια εικόνα που δημιουργήθηκε με την τεχνική τους προκρίθηκε για το βραβείο «Wellcome Photography Prize 2025» και παρουσιάστηκε σε δημόσια έκθεση στο Ινστιτούτο Francis Crick. Σημειώνεται ότι Το «The Francis Crick Institute» που εδράζεται στο Λονδίνο είναι ένα από τα μεγαλύτερα βιοϊατρικά ερευνητικά κέντρα στην Ευρώπη. Εστιάζει στη βασική έρευνα (ανακάλυψη πώς λειτουργούν τα έμβια όντα) για την κατανόηση της ανθρώπινης υγείας και την πρόληψη, διάγνωση και θεραπεία ασθενειών όπως ο καρκίνος και οι λοιμώξεις.
Το μήνυμα των ειδικών
Ο επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, Δρ. Στέφεν Πάτρικ (Stephen Patrick) από το τμήμα Ιατρικής του UCL επεσήμανε: «Όλοι στη γη εκτίθενται σε μικροπλαστικά, τα οποία βρίσκονται παντού, στα τρόφιμα, τα ποτά, τα ρούχα και τα έπιπλα του σπιτιού. Υπάρχει αυξανόμενη ανησυχία για τις επιπτώσεις τους στην ανθρώπινη υγεία, η οποία μέχρι τώρα ήταν δύσκολο να μελετηθεί μέσα στους ζωντανούς ιστούς. Οι περισσότερες υπάρχουσες μέθοδοι βασίζονται σε βιοψίες ή ανάλυση ιστού μετά από ανατομία, γεγονός που περιορίζει αυτά που μπορούν να παρατηρήσουν οι ερευνητές με την πάροδο του χρόνου. Αναμένουμε ότι η νέα προσέγγιση στην ανίχνευση μικροπλαστικών θα ανοίξει νέους δρόμους έρευνας σχετικά με το πού συσσωρεύονται αυτά τα σωματίδια στο σώμα, για πόσο καιρό επιμένουν και αν συμβάλλουν σε ασθένειες που επηρεάζουν τον εγκέφαλο, τα αιμοφόρα αγγεία και άλλα όργανα».
Αυτή η μέθοδος υψηλής ανάλυσης μπορεί να ανιχνεύσει μεμονωμένα μικροπλαστικά με πλάτος μόλις μιας ανθρώπινης τρίχας, επιτρέποντας παράλληλα στους ερευνητές να παρακολουθούν πώς τα σωματίδια κινούνται και συσσωρεύονται στο σώμα σε περιόδους μηνών αντί για ημερών - μια χρονική κλίμακα που είναι πιο συμβατή με τη μακροχρόνια έκθεση των ανθρώπων.
Μέχρι τώρα, οι ερευνητές γενικά χρειαζόταν να «επισημαίνουν» με χημικό τρόπο τα μικροπλαστικά πριν τα εντοπίσουν μέσα σε ζώα. Πρόκειται για μια διαδικασία που μπορεί να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο συμπεριφέρονται τα σωματίδια και περιορίζει το πόσο ρεαλιστικά μπορούν να μελετηθούν. Η νέα μέθοδος που αναπτύχθηκε ανιχνεύει αντ' αυτού την ενσωματωμένη οπτική υπογραφή των ίδιων των κοινών πλαστικών, επιτρέποντας στους ερευνητές να χαρτογραφούν και να παρακολουθούν με μη επεμβατικό τρόπο τα μικροπλαστικά βαθιά μέσα σε ζωντανούς ιστούς για περιόδους μηνών και σε μικροσκοπική ανάλυση.
Ο Δρ. Όλουμιντ Ογκουνλάντε (Olumide Ogunlade), πρώην καθηγητής Ιατρικής Φυσικής και Βιομηχανικής του UCL, που πλέον κατέχει έδρα στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ, ήταν ο επικεφαλής φυσικός της μελέτης, που πρόσθεσε: «Δείχνοντας ότι τα μικροπλαστικά μπορούν να οπτικοποιηθούν μέσα σε ζωντανούς ιστούς χωρίς να τους αλλοιώσουν ή να τους καταστρέψουν, αυτή η εργασία θέτει σημαντικές βάσεις για μελλοντικές μελέτες. Δεδομένου ότι το φωτοακουστικό σήμα σχετίζεται άμεσα με την ποσότητα των μικροπλαστικών, η μέθοδός μας θα μπορούσε να ξεπεράσει τους περιορισμούς των υφιστάμενων έμμεσων μεθόδων εκτίμησης της συσσώρευσης μικροπλαστικών. Αναμένουμε ότι τελικά θα βοηθήσει τους ερευνητές να συνδέσουν την καθημερινή έκθεση του ανθρώπου σε μικροπλαστικά με τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην υγεία, με τρόπο που να αντικατοπτρίζει καλύτερα τι συμβαίνει στην πραγματική καθημερινή ζωή» .
Η διαδικασία της μελέτης
Στα πειράματα, τα ποντίκια έλαβαν ελεγχόμενες ποσότητες μικροπλαστικών (περίπου μισό χιλιοστόγραμμο ανά πείραμα, περίπου ίσο με μισό κόκκο αλατιού) με ενέσιμη έγχυση, ώστε οι ερευνητές να μπορούν να παρακολουθούν με ακρίβεια πώς τα σωματίδια κινούνταν μέσα στον ζωντανό ιστό με την πάροδο του χρόνου. Όπως ισχύει και για τους ανθρώπους, τα ζώα ήταν επίσης πιθανό να είχαν ήδη συσσωρεύσει μικρά επίπεδα μικροπλαστικών από τα τρόφιμα και το πόσιμο νερό.
Ο Δρ. Τζόζεφ Μπερ (Joseph Bear), πρώτος συγγραφέας της μελέτης και Επίκουρος Καθηγητής Ανόργανης Χημείας στο Πανεπιστήμιο Kingston του Λονδίνου, μοιράστηκε τις τρέχουσες εξελίξεις αυτής της νέας τεχνολογίας: «Η ευελιξία της τεχνικής μας επιτρέπει να ρίξουμε φως στη συμπεριφορά άλλων πλαστικών στο σώμα, όπως είναι τα χειρουργικά εμφυτεύματα. Συνεχίζουμε την διερεύνηση με στόχο τη βελτίωση των αποτελεσμάτων για τους ασθενείς και της ασφάλειας αυτών των εμφυτεύσιμων ιατροτεχνολογικών υλικών».



