Μετά το τέλος της πανδημίας του κορονοϊού, έχουν φουντώσει οι ανυπόστατες φήμες που συνδέουν τον κίνδυνο εμφάνισης κάποιας μορφής καρκίνου με τα εμβόλια Covid, εντείνοντας το κύμα δυσπιστίας κατά των εμβολίων το οποίο «τράφηκε» και από την εμβολιαστική κόπωση των τελευταίων ετών. Για να απαντήσουμε εμπεριστατωμένα σε αυτές τις φήμες και να «χαράξουμε» ένα πλαίσιο της ενδεικνυόμενης συχνότητας ορισμένων απαραίτητων προσυμπτωματικών εξετάσεων-καθώς οι συστάσεις των αρμόδιων Επιστημονικών Εταιριών της Ευρώπης και των ΗΠΑ διαφέρουν- ρωτήσαμε τον καθ’ύλην αρμόδιο, τον πρόεδρο της Ελληνικής Αντικαρκινικής Εταιρίας (ΕΑΕ), Ευάγγελο Φιλόπουλο.
Αναφορικά με τον κίνδυνο εμφάνισης ενός ογκολογικού νοσήματος, ο πρόεδρος της ΕΑΕ, Ευάγγελος Φιλόπουλος θυμίζει πως ο καρκίνος δεν είναι νόσος που εμφανίζεται από τη μια μέρα στην άλλη όπως η γρίπη και κάθε άλλη ιογενής λοίμωξη, ούτε από τον ένα χρόνο στον άλλο.
Και εξηγεί: «Ο καρκίνος είναι μια πολυπαραγοντική στην αιτιολογία της νόσος. Η αναφορά στην αύξηση των νέων περιστατικών καρκίνου γενικά δεν μπορεί εύκολα να αποδειχθεί ότι οφείλεται σ' ένα μόνο παράγοντα. Προβλήματα διατροφής, σωματικής άσκησης, χρήσης νικοτινούχων προϊόντων ή αλκοολούχων ποτών, περιβαλλοντική ρύπανση, γήρανση του πληθυσμού αποτελούν πέραν των άλλων καρκινογόνους παράγοντες που η συνύπαρξη τους καθιστά δυσχερή την ανάδειξη ενός εμβολίου ως αιτία της καρκινογένεσης. Εξάλλου η αναφορά σε καρκίνο γενικά παραβλέπει την ποικιλομορφία των κακοήθων νεοπλασιών και τους διάφορους μηχανισμούς που ευνοούν την καρκινογένεση».
Επειδή πολλοί κατηγορούν τα covid εμβόλια, που χορηγήθηκαν σε μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού πριν από 5 έως 4 χρόνια (αναλόγως της ηλικιακής ομάδας), ο πρόεδρος της ΕΑΕ εξηγεί πόσο διαρκεί η πορεία μας καρκινικής εξαλλαγής, αναδεικνύοντας το παράλογο αυτών των ισχυρισμών. Όπως λέει ο Ευάγγελος Φιλόπουλος: «Από τη στιγμή που ξεκινά σ' ένα κύτταρο η εξαλλαγή του σε καρκινικό μέχρι να φτάσει να έχουν προκύψει να αριθμούν έως και 1 δισεκατομμύρια κύτταρα, δηλαδή να έχει ο όγκος μέγεθος 1 cm, περνούν μέχρι 8 χρόνια. Ανάλογα βέβαια με τους υπoτύπους και τον βαθμό κακοήθειας μπορεί να συντομεύσει ο χρόνος, ενώ ο αριθμητικός υπολογισμός είναι με αρκετή αβεβαιότητα. Το σίγουρο είναι ότι ο καρκίνος δεν γίνεται από τη μια μέρα στην άλλη ή μέσα σε ένα χρόνο».
Πέρα από τις ανυπόστατες φήμες και τα fake news που βλάπτουν σοβαρά τη δημόσια υγεία, η πολυφωνία η οποία πολλές φορές «εκπέμπεται» από τις αρμόδιες επιστημονικές εταιρίες, δημιουργεί σύγχυση στο κοινό και η σύγχυση λειτουργεί πάντοτε ως ‘υποκινητής’ της δυσπιστίας. Παρατηρείται, μάλιστα συχνά το φαινόμενο η αρμόδια επιστημονική εταιρία για τον καρκίνο στην Ευρώπη και η αντίστοιχη στις ΗΠΑ, να δίνουν διαφορετικές συστάσεις για τον προληπτικό έλεγχο, με διαφορετική ηλικία έναρξης και διαφορετική ηλικία επανεξέτασης. Αυτές οι διαφοροποιήσεις αποδίδονται και στον τρόπο λειτουργία του Συστήματος Υγείας κάθε κράτους καθώς και στο κατά πόσο διαθέτει ισχυρά ή όχι συστήματα καταγραφής-εν προκειμένω, πολύ εμπεριστατωμένα Μητρώα Καρκίνου ή όχι.
Ενδεικτικά, για το καρκίνο του μαστού, με βάση την επιδημιολογία της Ελλάδας, την νησιωτικότητά της, τους περιορισμούς πρόσβασης σε δομές υγείας για κατοίκους πιο απομακρυσμένων οικισμών και το γεγονός πως τώρα η πατρίδα μας αποκτά Μητρώο Νεοπλασιών, ο Ευάγγελος Φιλόπουλος απαντά στην ερώτηση «πότε πρέπει να ξεκινούν την ψηφιακή μαστογραφία οι ελληνίδες και κάθε πότε να την επαναλαμβάνου». Όπως επισημαίνει ο πρόεδρος της ΕΑΕ, αν πρόκειται για συστηματικό οργανωμένο μαστογραφικό έλεγχο με υψηλή συμμετοχή εξεταζόμενων γυναικών (εθνικό πρόγραμμα) τότε ο έλεγχος προτείνεται να είναι ετήσιος ή ανά διετία ή ανά τριετία. Η ηλικία έναρξης σ' αυτές τις περιπτώσεις είναι τα 45 έτη. Για τον ατομικό έλεγχο μίας γυναίκας, η Ελληνική Αντικαρκινική Εταιρία και άλλες ομοειδείς επιστημονικές εταιρείες άλλων κρατών συμβουλεύουν την έναρξη από την ηλικία των 40 ετών –δηλαδή 5 χρόνια νωρίτερα- και ανάλογα με την κατάταξη των γυναικών σε ομάδες υψηλού ή χαμηλού κινδύνου συνιστάται η ετήσια ή ανά διετία μαστογραφική εξέταση. Μετά την ηλικία των 70 ετών, μπορεί η ψηφιακή μαστογραφία να γίνεται κάθε δύο χρόνια.



