Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον αναμένει η επιστημονική κοινότητα τα αποτελέσματα κλινικών μελετών που τρέχουν αυτή τη στιγμή, για την ανίχνευση βιοδεικτών, οι οποίοι θα προβλέπουν αν ο ασθενής θα ανταποκριθεί στη θεραπεία κατά της παχυσαρκίας, καθώς και αν η απώλεια βάρους του θα αφορά κυρίως λίπος ή μυική μάζα. Όπως εξηγεί στο Πρακτορείο FM η Γενική Ιατρός, επιστημονική συνεργάτης της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ Ευανθία Παπαγεωργίου, ένα ποσοστό ασθενών που δεν είναι αμελητέο, γύρω στο 10-20% εμφανίζει πολύ μικρή απώλεια βάρους, ακόμα και μηδενική.
Η αιτία όπως λέει, είναι πολυπαραγοντική, καθώς εμπλέκονται νευροορμονικοί μηχανισμοί, γενετικοί παράγοντες, ένοχα γονίδια, ή ακόμα και το ίδιο το μεταβολικό προφίλ του ασθενή. «Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει κλινικά καθιερωμένος βιοδείκτης, που να δρα προγνωστικά. Στην κλινική πράξη υπάρχει συσκευή που μετρά τη σύσταση του σώματος, δηλαδή ποσοστό λίπους, μυικής μάζας, κυτταρικής μάζας και νερού, καθώς και τον ρυθμό του μεταβολισμού. Και από κει συμπεραίνουμε κλινικά αν υπάρχει αντίσταση στην ινσουλίνη. Δύο ή περισσότερες μετρήσεις μας δείχνουν αν ο ασθενής χάνει μυική μάζα ή λίπος και έτσι διαπιστώνουμε αν υπάρχει ανταπόκριση στην αγωγή». Η κ. Παπαγεωργίου στη συνέντευξη που ακολουθεί, παρουσιάζει τα βασικά σημεία της σύγχρονης κλινικής πρακτικής, τα συχνότερα λάθη των ασθενών, τις διαφορές μεταξύ των διαθέσιμων φαρμάκων, καθώς και τα νεότερα δεδομένα από κλινικές μελέτες και real-world data που διαμορφώνουν το μέλλον της θεραπείας της παχυσαρκίας.
«Το σωστό πρώτο βήμα είναι η συνειδητοποίηση ότι κάποιος νοσεί, καθώς η παχυσαρκία είναι νόσος. Και για αυτό ακριβώς τον λόγο, όπως για κάθε νόσημα έτσι και για αυτό, χρειάζεται να απευθυνθεί σε ειδικά εκπαιδευμένο γιατρό και να ακολουθήσει τις οδηγίες του. Δεν ξεχνάμε ότι σε κάθε νόσημα απαιτείται εξατομίκευση στη διαχείριση του ασθενή» υπογράμμισε.
«Κάποιος που σκέφτεται να ζητήσει ιατρική βοήθεια πρέπει να είναι προετοιμασμένος για μία σειρά εργαστηριακών και ενδεχομένως απεικονιστικών εξετάσεων, αλλά και για το γεγονός ότι θα πρέπει να ακολουθήσει διατροφή και άσκηση, γιατί ένα φάρμακο μόνο του δεν αρκεί. Επίσης, να μην είναι αρνητικός στη λήψη φαρμακευτικής αγωγής, γιατί αυτό είναι κάτι που ενίοτε συναντάμε στους ασθενείς. Πάνω από όλα, θα πρέπει να γνωρίζει ότι η διαδικασία απώλειας βάρους απαιτεί συνέπεια, υπομονή, επιμονή και μακροχρόνια συνεργασία με τον θεράποντα γιατρό: γενικό γιατρό, ή παθολόγο, ή διαβητολόγο, ή ενδοκρινολόγο» τόνισε.
«Τα πιο συχνά λάθη που κάνουν οι ασθενείς είναι ότι δεν ακολουθούν διατροφή και άσκηση, δεν είναι συνεπείς στην ιατρική παρακολούθηση, ή δεν έχουν καθόλου ιατρική παρακολούθηση και αποφασίζουν μόνοι τους τη δοσολογία, ή την αλλαγή της, με μόνο κριτήριο το πόσο μεγάλη και γρήγορη απώλεια βάρους επιθυμούν. Ακόμη επηρεάζονται από αναρτήσεις άλλων ασθενών στα social media, που και αυτοί λαμβάνουν φαρμακευτική αγωγή χωρίς ιατρική παρακολούθηση, ή και από εκπομπές που δεν έχουν κανένα επιστημονικό υπόβαθρο» συνέχισε.
«Τα περισσότερα φάρμακα ανήκουν στην ίδια κατηγορία, τους GLP1 αγωνιστές και έχουν τον ίδιο τρόπο χορήγησης. Υπάρχουν όμως, κάποιες διαφορές και για αυτό κρίνεται απαραίτητη η εξατομίκευση στην διαχείριση του ασθενή. Για παράδειγμα ένα από τα φάρμακα έχει πάρει έγκριση ακόμα και στη χώρα μας για παιδιά κάτω των 12 ετών. Κάποια φάρμακα επίσης έχουν περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες από κάποια άλλα. Πιθανώς, να μην είναι ανεκτά από κάποιους ασθενείς. Άρα μπορεί να μιλάμε για μία κοινή κατηγορία φαρμάκων, αλλά με διαφορές ανάμεσα τους» πρόσθεσε.
«Τα παιδιά παίρνουν την ίδια δόση με τους ενήλικες και παρουσιάζουν τις ίδιες παρενέργειες. Επίσημα, η σεμαγλουτίδη έχει πάρει έγκριση από τον Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ (FDA), από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων (ΕΜΑ) και από τον ΕΟΦ για παιδιά άνω των 12 ετών που είναι παχύσαρκα ή υπέρβαρα και έχουν συν νοσηρότητες. Είναι σημαντικό για τα παιδιά, γιατί έτσι προλαμβάνεται, ή αποτρέπεται η παχυσαρκία στο μέλλον, καθώς επίσης και ο διαβήτης» συμπλήρωσε.
«Υπάρχει ένα ποσοστό ασθενών που δεν είναι αμελητέο, γύρω στο 10-20% που εμφανίζει πολύ μικρή απώλεια βάρους, ακόμα και μηδενική. Η αιτία είναι πολυπαραγοντική. Εμπλέκονται νευροορμονικοί μηχανισμοί, όπως για παράδειγμα, μειωμένη ευαισθησία των υποδοχέων, στους GLP1 αγωνιστές. Δηλαδή λαμβάνουν ένα φάρμακο αυτής της κατηγορίας, αλλά οι υποδοχείς τους δεν το δεσμεύουν. Ενοχοποιούνται ακόμη γενετικοί παράγοντες, ή διαφορές σε γονίδια που σχετίζονται με την όρεξη, ή και το ίδιο το μεταβολικό προφίλ του ασθενή, μπορεί να έχει πολύ σοβαρή ινσουλινοαντίσταση και να μην ανταποκρίνεται. Επίσης, η μη επίτευξη θεραπευτικής δόσης, λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών, πχ ναυτία ή εμέτους. Οπότε χρειάζεται, είτε να υποδοσολογήσει την αγωγή, ή ακόμη και να τη διακόψει πρόωρα» ισχυρίστηκε.
«Στις κλινικές μελέτες η λιπώδης μάζα μπορεί να έχει απώλεια από 65-80% και η άλιπη μάζα μπορεί να έχει απώλεια 20-35%. Τα ποσοστά αυτά όμως, έχουν εξαχθεί από άτομα που ακολουθούσαν προγράμματα διατροφής και άσκησης, δεν ήταν ηλικιωμένοι και λάμβαναν επαρκή ποσότητα πρωτεΐνης» εκτίμησε.
«Το μέλλον των φαρμάκων είναι λαμπρό. Η παχυσαρκία έχει πλέον φαρμακευτική αγωγή και αυτή είναι μία πρώτη μεγάλη νίκη. Υπάρχουν φάρμακα αυτή τη στιγμή, που βρίσκονται σε μελέτες φάσης 2 και 3, ή ήδη έχουν πάρει έγκριση από FDA και EMA και αναμένονται και στη χώρα μας. Δύο από αυτά που θα κυκλοφορήσουν το επόμενο διάστημα, θα είναι διαθέσιμα και σε μορφή δισκίου, κάτι που θα κάνει ευκολότερη τη συμμόρφωση των ασθενών, εφόσον θα είναι ευκολότερη η λήψη» κατέληξε.