Η κλιματική αλλαγή μετατρέπεται σε έναν από τους ισχυρότερους παράγοντες επισιτιστικής αστάθειας παγκοσμίως, με νέα επιστημονική μελέτη να προειδοποιεί ότι πάνω από ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι ενδέχεται να εκτεθούν σε σοβαρές κρίσεις τροφίμων έως το τέλος του αιώνα.
Η μελέτη, που εκπονήθηκε από διεθνή ομάδα ερευνητών και δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Scientific Reports με τίτλο «Climate and socioeconomic pathways shape future exposure to food crises», αναδεικνύει ότι ακόμη και βασικές κλιματικές μεταβολές, όπως η μείωση των βροχοπτώσεων και η άνοδος της θερμοκρασίας, μπορούν να προβλέψουν την εμφάνιση επισιτιστικών κρίσεων, επιβεβαιώνοντας ότι το κλίμα επηρεάζει άμεσα την παραγωγή τροφίμων, τις τιμές και την κοινωνική σταθερότητα.
Φυσικά, η Ευρώπη και η Ελλάδα δεν μένουν εκτός κινδύνου. Η άνοδος των τιμών τροφίμων, η πίεση στους υδατικούς πόρους και οι αυξανόμενες κλιματικές επιπτώσεις στη γεωργία ενισχύουν την ανάγκη για ανθεκτικά αγροδιατροφικά συστήματα, καθώς η επισιτιστική ασφάλεια μετατρέπεται σταδιακά από περιβαλλοντικό και κοινωνικό ζήτημα σε κρίσιμο παράγοντα οικονομικής και γεωπολιτικής σταθερότητας.
- ΕΕ - Άμυνα - ΝΑΤΟ: Η κλιματική πολιτική και το ρήγμα της στρατιωτικής εξαίρεσης στον CBAM
- Επιδεινώνεται η επισιτιστική κρίση – Τι θα συμβεί μέχρι το 2050
Οι δείκτες της παγκόσμιας επισιτιστικής πίεσης
Τα στοιχεία αποτυπώνουν μια ανησυχητική δυναμική. Η μελέτη δείχνει ότι η έκθεση σε σοβαρή επισιτιστική ανασφάλεια αυξήθηκε σημαντικά την τελευταία δεκαετία, με τις εκτιμήσεις να υποδεικνύουν σχεδόν τριπλασιασμό σε ορισμένες περιοχές του πλανήτη. Μέσα από ανάλυση δεδομένων πολλών χωρών και ετών, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η μείωση των βροχοπτώσεων αποτελεί τον ισχυρότερο προγνωστικό δείκτη επισιτιστικής κρίσης, ενώ η αύξηση της θερμοκρασίας ενισχύει τον κίνδυνο μέσω πτώσης αγροτικής παραγωγικότητας, αύξησης τιμών τροφίμων και αποσταθεροποίησης ευάλωτων κοινωνιών. Οι κρίσεις τροφίμων αυξάνονται τόσο σε συχνότητα όσο και σε ένταση, με την κλιματική αλλαγή να λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής κινδύνου που ενισχύει συγκρούσεις, μεταναστεύσεις και οικονομική αστάθεια.
Το πιο κρίσιμο συμπέρασμα είναι ότι το μέλλον δεν είναι προδιαγεγραμμένο αλλά εξαρτάται από τις κοινωνικοοικονομικές επιλογές. Στο δυσμενέστερο σενάριο, πάνω από 1,1 δισεκατομμύριο άνθρωποι ενδέχεται να εκτεθούν τουλάχιστον μία φορά σε σοβαρή επισιτιστική κρίση μέχρι το τέλος του αιώνα, ενώ σε βιώσιμα σενάρια η ετήσια έκθεση μπορεί να μειωθεί περισσότερο από 50% και η σωρευτική έως και κατά 69%, αποτρέποντας την έκθεση εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων. Οι προβολές δείχνουν ότι η διαφορά μεταξύ των σεναρίων μεταφράζεται σε εκατοντάδες εκατομμύρια ζωές που είτε θα βιώσουν είτε θα αποφύγουν συνθήκες σοβαρής έλλειψης τροφής.
Οι συνέπειες αποτυπώνονται με έντονη γεωγραφική ανισορροπία, με το μεγαλύτερο βάρος να συγκεντρώνεται σε Αφρική και Ασία. Εκατοντάδες εκατομμύρια παιδιά κάτω των πέντε ετών εκτιμάται ότι θα βιώσουν τουλάχιστον μία φορά σοβαρή επισιτιστική κρίση, ενώ δεκάδες εκατομμύρια νεογέννητα ενδέχεται να εκτεθούν ήδη μέσα στο πρώτο έτος ζωής τους.
Ευρώπη και Ελλάδα: Η επισιτιστική ασφάλεια ως κρίσιμος άξονας ανθεκτικότητας
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η επισιτιστική ασφάλεια αποκτά αυξανόμενη στρατηγική σημασία καθώς συνδέεται με την κλιματική ανθεκτικότητα, τις τιμές τροφίμων και την πίεση στους φυσικούς πόρους.
Σύμφωνα με τη Eurostat, το 2024 περίπου 8,5% του πληθυσμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν μπορούσε να αντέξει οικονομικά ένα πλήρες γεύμα με πρωτεΐνη κάθε δεύτερη ημέρα, ποσοστό που αντιστοιχεί σε δεκάδες εκατομμύρια πολίτες και σχεδόν διπλασιάζεται στα νοικοκυριά που απειλούνται από φτώχεια. Παράλληλα, πάνω από 42 εκατομμύρια Ευρωπαίοι δεν μπορούν να εξασφαλίσουν ποιοτικό γεύμα σε τακτική βάση, ενώ οι τιμές τροφίμων στην ΕΕ παραμένουν περίπου 19% υψηλότερες σε σχέση με τα επίπεδα του 2022, διατηρώντας ισχυρές πιέσεις στην οικονομική προσιτότητα.
Η κλιματική διάσταση εντείνει την πίεση. Ακραία καιρικά φαινόμενα κοστίζουν στην ευρωπαϊκή γεωργία περίπου 28 δισ. ευρώ ετησίως, δηλαδή περίπου το 6% της συνολικής αγροτικής παραγωγής, με τις απώλειες να αναμένεται να αυξηθούν έως και 66% έως το 2050 χωρίς ισχυρότερη κλιματική δράση. Την ίδια στιγμή, περίπου το ένα τρίτο του ευρωπαϊκού πληθυσμού επηρεάζεται από υδατική πίεση κάθε χρόνο, ενώ σχεδόν τα δύο τρίτα των υδάτινων σωμάτων της ΕΕ βρίσκονται σε κακή κατάσταση, γεγονός που επηρεάζει άμεσα τη γεωργία και την επισιτιστική επάρκεια.
Για την Ελλάδα, οι κλιματικές πιέσεις μεταφράζονται ήδη σε οικονομικές απώλειες και αυξημένο ρίσκο για το αγροδιατροφικό σύστημα. Οι ετήσιες απώλειες από ακραία κλιματικά φαινόμενα εκτιμώνται περίπου στα 3 δισ. ευρώ, ενώ μόνο η ξηρασία προκαλεί ζημιές 2,6 δισ. ευρώ ετησίως, με προβολή αύξησης 43% έως το 2050. Παράλληλα, περίπου το 7% του πληθυσμού έχει βιώσει μέτρια ή σοβαρή επισιτιστική ανασφάλεια, ενώ το 1,6% έχει φτάσει σε πλήρη έλλειψη τροφής λόγω οικονομικών περιορισμών, στοιχείο που δείχνει ότι η επισιτιστική ασφάλεια δεν αποτελεί μόνο παγκόσμιο αλλά και εθνικό ζήτημα.
Η νότια Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, θεωρείται από τις πιο ευάλωτες περιοχές στην κλιματική μεταβολή, με αυξανόμενη συχνότητα ξηρασιών, πίεση στους υδατικούς πόρους και επιπτώσεις σε βασικές καλλιέργειες. Σε συνδυασμό με την άνοδο τιμών, την υδατική πίεση και τη γεωπολιτική αστάθεια, οι παγκόσμιες επισιτιστικές κρίσεις μετατρέπονται σταδιακά από ανθρωπιστικό ζήτημα σε ζήτημα οικονομικής και στρατηγικής ασφάλειας για την Ευρώπη. Για την Ελλάδα ειδικότερα, η ενίσχυση της ανθεκτικότητας του αγροδιατροφικού συστήματος και η προσαρμογή στην κλιματική μεταβολή αναδεικνύονται σε κρίσιμες προϋποθέσεις, καθώς το μέλλον της επισιτιστικής ασφάλειας συνδέεται πλέον άμεσα με το κλίμα, το νερό, την οικονομία και τη γεωπολιτική σταθερότητα.