Η ιστορία των δημοπρασιών αντικειμένων πηγαίνει πίσω στην αρχαία Ρώμη: οι Ρωμαίοι στρατιώτες δημοπρατούσαν λεηλατημένα αντικείμενα, ενώ οι πραίτορες διεξήγαγαν δημόσιες πωλήσεις περιουσιών που κατασχέθηκαν από οφειλέτες. Μάλιστα οι δημοπρασίες ήταν τόσο διαδεδομένες, που ένας πλούσιος Ρωμαίος, ο Δίδιος Ιουλιανός, κέρδισε σε δημοπρασία την ίδια την Αυτοκρατορία το 193 π.Χ. και στέφθηκε Αυτοκράτορας, όπως αναφέρει ο ιστορικός Κωνσταντίνος Λαγός στο ΑΠΕ-ΜΠΕ.
Πια κανείς μπορεί να πουλήσει και να αγοράσει σχεδόν κάθε είδους αντικείμενο σε δημοπρασίες, ιδιαίτερα με την εισαγωγή των διαδικτυακών πλειστηριασμών. Παλαιότερα, στις δεκαετίες του 1970, 1980 και 1990 «το πιο κοινό θέμα δημοπρασιών ήταν τα γραμματόσημα και ο φιλοτελισμός, ενώ από τη δεκαετία του 1990 ως το 2010 είχαν μεγάλη ζήτηση τα έργα τέχνης», περιγράφει ο Ιωάννης Φαϊτατζής, ιδιοκτήτης του ομώνυμου γραφείου δημοπρασιών, στο ΑΠΕ-ΜΠΕ. Έπειτα, αναπτύχθηκαν τα παλαιά βιβλία, οι χάρτες και οι γκραβούρες των περασμένων αιώνων, προσθέτει.
Στην εποχή μας, εξηγεί ο κ. Φαϊτατζής, οι «στερεότυπες» συλλογές φθίνουν (πχ φιλοτελισμός), αλλά «το νέο κοινό ενδιαφέρεται είτε για υλικό ιστορικού περιεχομένου (ακαταλογογράφητες ιστορικές φωτογραφίες, έγγραφα κτλ) είτε για εφήμερο αρχειακό υλικό συγκινησιακού περιεχομένου, που τους θυμίζει τα παιδικά ή νεανικά χρόνια (π.χ. καρτολίνες, παιχνίδια, περιοδικά, διαφημίσεις κ.ο.κ.)».
Στο εξωτερικό συμβαίνει το ίδιο, λέει ο κ. Φαϊτατζής. «Το κοινό των δημοπρασιών αυξάνεται και μετατοπίζεται από τις πιο καθιερωμένες συλλογές στις πιο ελεύθερες. Για παράδειγμα, εκτός της τέχνης και των ιστορικών θεμάτων, οι νέες γενιές συλλέγουν νεανικά θέματα όπως κάρτες πόκεμον ή ΝΒΑ (Trading Card Games) ενώ μεγάλοι συλλέκτες θα κινηθούν και σε διάφορα είδη όπως κρασιά, προσωπικά αντικείμενα αθλητών, εμβληματικά ρούχα ή αξεσουάρ κινηματογραφικών αστέρων κ.α.»
Σύμφωνα με τον κ. Φαϊτατζή, ο λόγος της συνεχούς ζήτησης διαφορετικών αντικειμένων, έγκειται στο ότι ζούμε σε καιρούς, όπου «ο καθένας ορίζει τον εαυτό του, ο καθένας μαζεύει ό,τι θέλει. Ως εκ τούτου αυξάνονται τα θέματα και οι ενδιαφερόμενοι συλλέκτες. Κάθε ημέρα μαθαίνουμε κι εμείς κάτι καινούργιο», εξομολογείται.
Πώς βρίσκουν τα γραφεία δημοπρασιών τα αντικείμενα που εκθέτουν;
Το γραφείο του κ. Φαϊτατζή ασχολείται με τη δημοπρασία και πώληση συλλεκτικών ειδών κυρίως από χαρτί, όπως παλαιά βιβλία, χάρτες, γκραβούρες και χαρακτικά, φωτογραφίες, καρτ ποστάλ, έγγραφα και παλαιές μετοχές, περιοδικά, εφημερίδες, χαρτονομίσματα, γραμματόσημα και φιλοτελικά καθώς και διάφορα εφήμερα έντυπα όπως αφίσες, λαχεία, θεατρικά προγράμματα, διαφημιστικά, εισιτήρια κ.α. Στις δημοπρασίες συμπεριλαμβάνονται και λίγα μικρά συλλεκτικά αντικείμενα όπως παλαιά παιχνίδια, σπάνια κουτιά τσιγάρων, μετάλλια κτλ.
Οι πωλητές είναι συνήθως συλλέκτες, που εκποιούν τις συλλογές τους, είτε στο σύνολό τους είτε μέρος αυτών (πχ διπλά αντικείμενα). Υπάρχουν και οι περιπτώσεις των κληρονόμων, οι οποίοι ζητούν τη βοήθεια του γραφείου του κ. Φαϊτατζή, αρχικά για την εκτίμηση και μετέπειτα για την πώληση των συλλογών των εκλιπόντων συγγενών τους.
Οι άνθρωποι που τους φέρνουν τα αντικείμενα προς πώληση είναι συνήθως συλλέκτες.
Οι συλλέκτες ψάχνουν και ανακαλύπτουν τα αντικείμενα που τους ενδιαφέρουν σε ελληνικές δημοπρασίες, σε ηλεκτρονικές δημοπρασίες του εξωτερικού, σε παλαιοπωλεία, υπαίθρια παζάρια, συλλεκτικές ή φιλοτελικές εκθέσεις ή ακόμα και σε ανταλλαγές μεταξύ τους.
Προσωπικά ή ιστορικά αρχεία
«Γενικός κανόνας δεν υπάρχει για τα ιστορικά ντοκουμέντα», υπογραμμίζει ο κ. Φαϊτατζής, «όλα τα είδη θεωρούνται ιστορικά κατά μία γενική έννοια». Ορισμένες φορές, εξηγεί, τα προσωπικά αντικείμενα έχουν από μόνα τους και ιστορική σημασία. Π.χ. μια προσωπική φωτογραφία ενός ατόμου ή ενός φωτογράφου, σε ένα ιστορικό μέρος ή σημαντικό γεγονός (διαδήλωση, συνάθροιση, πολιτικό ή πολεμικό γεγονός κ.α.) μετατρέπεται αυτόματα σε ένα ιστορικό ντοκουμέντο. Το ίδιο συμβαίνει και με μια προσωπική επιστολή, η οποία μπορεί να περιγράφει γεγονότα βαρύνουσας σημασίας. Για παράδειγμα, θυμάται ο κ. Φαϊτατζής, «κάποτε δημοπρατήθηκε μια προσωπική επιστολή ενός Έλληνα στρατιώτη του Ελληνο-Ιταλικού Πολέμου προς τη μητέρα του, στην οποία περιέγραφε με γλαφυρότητα την καθημερινότητα, τις κακουχίες, στιγμές των μαχών, τις ακρότητες των εχθρών κ.α.»
Κατά τόπους, η κάθε χώρα ενδέχεται να έχει του δικούς της κανονισμούς. Για παράδειγμα η Ελλάδα για τις αρχαιότητες ή η Γερμανία για σύμβολα όπως η ναζιστική σβάστικα, που απαγορεύονται να διακινούνται, αναφέρει ο κ. Φαϊτατζής.
Ο μόνος τρόπος να αποκτήσουν οι ενδιαφερόμενοι ένα αντικείμενο είναι να συμμετέχουν στη διαδικασία και να πλειοδοτήσουν, ξεκαθαρίζει ο κ. Φαϊτατζής. Για να αποσυρθεί ένα αντικείμενο από μία δημοπρασία θα πρέπει να συντρέχουν πολύ ιδιαίτεροι λόγοι, για το οποίο αποφασίζουν πρωτίστως ο δημοπράτης και έπειτα ο πωλητής (ανάλογα τη μεταξύ τους συμφωνία).
Ποιοι παίρνουν μέρος σε δημοπρασίες
Οι ενδιαφερόμενοι και οι συμμετέχοντες σε μία δημοπρασία είναι αρκετοί και ποικίλουν μεταξύ τους, τονίζει ο κ. Φαϊτατζής. Είναι οι συλλέκτες συγκεκριμένων θεμάτων, όπως οι φιλοτελιστές, οι συλλέκτες παλιών βιβλίων, οι λάτρεις χαρτών κ.α., επίσης αυτοί που συλλέγουν συγκεκριμένα αντικείμενα του τόπου τους, όπως φωτογραφίες, χάρτες, διαφημίσεις, κάρτες και έγγραφα της περιοχής και της πόλης τους. Άλλη περίπτωση είναι οι ερευνητές, που χρησιμοποιούν το ιστορικό υλικό για τη μελέτη τους, όπως πολιτικοί και ιστορικοί ερευνητές οι οποίοι αγοράζουν ντοκουμέντα όπως φωτογραφίες, έγγραφα και άλλα σχετικά. Επιπλέον, υπάρχουν και συγγραφείς βιβλίων, οι οποίοι προμηθεύονται αρχειακό υλικό για τη βιβλιογραφία τους. Συμμετέχουν επίσης, ιδρύματα, βιβλιοθήκες, μουσεία και πολιτικά κόμματα που διατηρούν σημαντικό αρχειακό υλικό. Τέλος, «υπάρχει και μία μικρή μερίδα ανθρώπων, η πιο συγκινητική περίπτωση κατά την ταπεινή μου άποψη, καθηγητές σχολείων ή πανεπιστημίων, που συμμετέχουν στις δημοπρασίες για να αγοράσουν αρχεία με προσωπικούς πόρους προκειμένου να εμπλουτίσουν το εκπαιδευτικό τους υλικό και να το χρησιμοποιήσουν στη διδασκαλία τους», αναφέρει ο κ. Φαϊτατζής.
Η έρευνα του Κωνσταντίνου Λαγού και οι φωτογραφίες από τις πρώτες μάχες της γερμανικής εισβολής στην Ελλάδα
Ο κ. Λαγός σε έρευνα που έκανε στο διαδίκτυο «έπεσε πάνω» σε 4.000 φωτογραφίες, μάλιστα κάποιες με τα αρνητικά τους, από τη Γερμανική Κατοχή στην Ελλάδα, η πλειονότητα των οποίων είχαν τραβηχτεί από αξιωματικούς για τα προσωπικά τους άλμπουμ. Τις αγόρασε από διάφορες πηγές, εμπόρους και ιδιώτες, για να τις διασώσει, μάλιστα όπως περιγράφει, πουλιόντουσαν τότε πολύ φθηνά. Πεντακόσιες από αυτές ήταν από τις πρώτες μάχες της Γερμανικής εισβολής στην Ελλάδα, τον Ιούνιο του 1941, στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα. Το 2008 συμπεριέλαβε κάποιες από αυτές στο λεύκωμα «Η Μάχη των Οχυρών», που εκδόθηκε σε συνεργασία με το Μουσείο Φωτογραφίας του δήμου Καλαμαριάς. Στη συνέχεια ο κ. Λάγος δώρισε τις φωτογραφίες στο Μουσείο, όπου βρίσκονται μέχρι σήμερα, ώστε «όλοι και όλες να έχουν πρόσβαση».
«Οι περισσότερες από αυτές τις φωτογραφίες είναι πρωτότυπες και αδημοσίευτες. Η μεγάλη αξία τους έγκειται στο γεγονός ότι έχουν ληφθεί στην "πρώτη γραμμή" από Γερμανούς αξιωματικούς και οπλίτες. Σε αντίθεση με τους επίσημους φωτογράφους της γερμανικής προπαγάνδας, οι ερασιτέχνες αυτοί φωτογράφοι απαθανάτιζαν στιγμιότυπα των μαχών δίχως να ελέγχονται από τη λογοκρισία, καθώς τις προόριζαν ως ενθύμια για τα προσωπικά τους λευκώματα. Αυτές οι ερασιτεχνικές φωτογραφίες θεωρούνται ιστορικά ως πιο σημαντικές από τις λεγόμενες "επίσημες", αφού δείχνουν το πραγματικό πρόσωπο του πολέμου, και όχι αυτό που επιθυμούσε να γνωστοποιήσει στο γερμανικό λαό, αλλά και διεθνώς, η ναζιστική προπαγάνδα», εξηγεί ο κ. Λαγός.