Καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί να θωρακίσει την κλιματική της πολιτική απέναντι στις εισαγωγές υψηλού ανθρακικού αποτυπώματος, ο Μηχανισμός Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα (CBAM) προβάλλεται ως το εργαλείο που θα κλείσει το κενό μεταξύ ευρωπαϊκής παραγωγής και διεθνούς εμπορίου από το 2026. Στον σχεδιασμό του, ο μηχανισμός φιλοδοξεί να μεταφέρει εκτός συνόρων το κόστος άνθρακα που ήδη επιβαρύνει τις ευρωπαϊκές βιομηχανίες μέσω του EU ETS. Στην πράξη, όμως, η εφαρμογή του δεν είναι ούτε πλήρης ούτε ουδέτερη. Ο CBAM ενσωματώνει εξαιρέσεις που «σπάνε» το σήμα τιμής του άνθρακα, με πιο κρίσιμη εκείνη που αφορά τις εισαγωγές για στρατιωτικούς σκοπούς. Πρόκειται για ένα ρήγμα που περνά σχεδόν απαρατήρητο στη δημόσια συζήτηση, αλλά έχει ουσιαστικές συνέπειες για το ποιος πληρώνει –και ποιος όχι– το κόστος της απανθρακοποίησης.
Όπως αναδεικνύει ανάλυση του Conflict and Environment Observatory (CEOBS), η στρατιωτική εξαίρεση δεν αποτελεί απλώς τεχνική λεπτομέρεια: υπονομεύει τη συνοχή της ευρωπαϊκής κλιματικής πολιτικής, αποδυναμώνει τα κίνητρα για καθαρές αλυσίδες εφοδιασμού στον αμυντικό τομέα και δημιουργεί μια σιωπηρή αντίφαση την ώρα που η Ευρώπη επενδύει ταυτόχρονα στην πράσινη μετάβαση και στον εξοπλισμό.
Τι είναι ο CBAM και γιατί εφαρμόζεται
Ο Μηχανισμός Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα (CBAM) αποτελεί μια νομική ρύθμιση της ΕΕ που επιβάλλει ειδικό τέλος στις εκπομπές άνθρακα που ενσωματώνονται σε εισαγόμενα προϊόντα, με στόχο να:
-Αντισταθμίσει την άνιση μεταχείριση μεταξύ των αυστηρών κανόνων μείωσης εκπομπών εντός ΕΕ και των λιγότερο φιλόδοξων προτύπων εκτός ΕΕ.
-Αποτρέψει τη λεγόμενη «διαρροή άνθρακα», όπου παραγωγές με υψηλές εκπομπές μεταφέρονται σε χώρες με πιο αδύναμους κανονισμούς άνθρακα.
-Δημιουργήσει κίνητρα για καθαρότερες και πιο βιώσιμες παραγωγικές πρακτικές, τόσο εντός όσο και εκτός Ευρώπης.
Ο CBAM εφαρμόζεται σταδιακά και περιλαμβάνει αρχικά βασικές κατηγορίες προϊόντων υψηλού ανθρακικού αποτυπώματος όπως σίδηρος και χάλυβας, αλουμίνιο, τσιμέντο, λίπασμα, ηλεκτρική ενέργεια και υδρογόνο.
Η κρίσιμη εξαίρεση για στρατιωτική χρήση
Παρά τον γενικό του χαρακτήρα, ο CBAM περιλαμβάνει μια ειδική εξαίρεση για προϊόντα που προορίζονται για «στρατιωτική χρήση». Δηλαδή, προϊόντα με υψηλές εκπομπές άνθρακα που εισάγονται στην ΕΕ ενόψει στρατιωτικών εφαρμογών, όπως ειδικά μέταλλα και εξαρτήματα, δεν υπόκεινται στην τιμή άνθρακα του CBAM.
Αυτή η εξαίρεση, αν και συνήθης σε περιπτώσεις συγκεκριμένων ρυθμίσεων ασφάλειας, σύμφωνα με την ανάλυση υπονομεύει τους στόχους του μηχανισμού και δημιουργεί πολιτικά και οικονομικά παράδοξα.
Παράδοξα και συνέπειες της εξαίρεσης
Το CBAM έχει σχεδιαστεί για να επιβάλλει τιμή άνθρακα και να ενθαρρύνει τη μείωση των εκπομπών σε βασικούς βιομηχανικούς τομείς. Όμως, η εξαίρεση για στρατιωτική χρήση σημαίνει ότι τα ίδια προϊόντα που υπόκεινται σε τιμή άνθρακα όταν χρησιμοποιούνται σε πολιτικό ή βιομηχανικό πλαίσιο δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο όταν προορίζονται για στρατιωτικούς σκοπούς, με αποτέλεσμα να μειώνεται ή να ακυρώνεται η πίεση για μείωση εκπομπών στον τομέα αυτό και να δημιουργείται ασυνέπεια μεταξύ των στόχων του κλίματος και της στρατηγικής για την εξοπλιστική βιομηχανία.
Δεδομένου ότι οι εισαγωγές για στρατιωτική χρήση απαλλάσσονται από το CBAM, προϊόντα που παράγονται εκτός ΕΕ μπορούν να εισέλθουν στην αγορά χωρίς να πληρώσουν το carbon price, την ώρα που αντίστοιχα προϊόντα από ευρωπαϊκές βιομηχανίες επιβαρύνονται με το κόστος του ETS. Αυτό δημιουργεί δυνητικό μειονέκτημα για τους Ευρωπαίους παραγωγούς που δραστηριοποιούνται στην αμυντική αγορά που καλούνται να επενδύσουν σε καθαρότερη παραγωγή υπό δυσμενέστερους όρους κόστους και ανισότητα στις προοπτικές ανταγωνισμού στον αμυντικό ή στρατιωτικό εφοδιασμό.
Την ίδια στιγμή, ο στρατιωτικός τομέας παραμένει ένας από τους πιο δύσκολους τομείς για μείωση εκπομπών, λόγω της εντατικής χρήσης υψηλής ενέργειας και βαρέων υλικών, με την εξαίρεση να αποστερεί από τις στρατιωτικές προμήθειες έναν σημαντικό μοχλό πίεσης για καθαρότερες τεχνολογίες και προμήθειες, οδηγώντας ενδεχομένως σε αυξημένη εξάρτηση από λιγότερο καθαρές εισαγωγές.
Επιπλέον, η «στρατιωτική εξαίρεση» μπορεί να δημιουργήσει εξωτερικές εξαρτήσεις σε κρίσιμες αμυντικές αλυσίδες εφοδιασμού. Στο μέτρο που οι εισαγωγές απαλλάσσονται από την επιβάρυνση τιμών άνθρακα, ενισχύεται το κίνητρο για τα κράτη να στραφούν σε αυξημένες εισαγωγές στρατιωτικού εξοπλισμού και, ταυτόχρονα, να περιορίσουν τις επενδύσεις στην ενδοευρωπαϊκή παραγωγή με υψηλότερες περιβαλλοντικές επιδόσεις.
Αυτή η δυναμική υπονομεύει επίσης την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία στην παραγωγή στρατιωτικού υλικού, ενώ ταυτόχρονα οδηγεί σε αύξηση εκπομπών σε χώρες εκτός ΕΕ που δεν υπόκεινται σε τέτοιες δεσμεύσεις.
Αναζητώντας πολιτική συνοχή
Η «στρατιωτική εξαίρεση» στον CBAM (δηλαδή η δυνατότητα να μπαίνουν στην ΕΕ συγκεκριμένα προϊόντα/αποστολές για στρατιωτικές δραστηριότητες χωρίς υποχρέωση CBAM) δεν είναι μια τεχνική λεπτομέρεια αλλά ένας μηχανισμός που μπορεί να διαστρεβλώσει τα κίνητρα ακριβώς τη στιγμή που Ευρωπαϊκή Ένωση και ΝΑΤΟ ανεβάζουν ταχύτητα ταυτόχρονα σε άμυνα και κλίμα: ο CBAM στηρίζεται στην αρχή ότι οι εισαγωγές θα πληρώνουν ισοδύναμο κόστος άνθρακα με αυτό που αντιμετωπίζουν οι Ευρωπαίοι παραγωγοί μέσω ETS, ώστε να μην επιβραβεύεται η παραγωγή υψηλών εκπομπών εκτός ΕΕ.
Όμως όταν ένα κομμάτι της ζήτησης (αμυντικές προμήθειες) βγαίνει «εκτός τιμολόγησης», μειώνεται η πίεση για απανθρακοποίηση στις αλυσίδες αξίας που τροφοδοτούν εξοπλισμούς και υποδομές (χάλυβας/σίδηρος, αλουμίνιο, τσιμέντο κ.ά. είναι στον πυρήνα του CBAM), ενώ δημιουργείται και ένα πρακτικό πρόβλημα πολιτικής συνοχής. Η ΕΕ από τη μία δηλώνει ότι ο CBAM μπαίνει σε οριστική φάση από 1/1/2026 και ζητά από τους εισαγωγείς να οργανωθούν ως εξουσιοδοτημένοι υπόχρεοι CBAM, αλλά από την άλλη διατηρεί carve-outs για στρατιωτικές μεταφορές/χρήσεις (όπως αποτυπώνεται στο ρυθμιστικό πλαίσιο και στις σχετικές διοικητικές οδηγίες κρατών-μελών), άρα «σπάει» το σήμα τιμής σε ένα τμήμα της αγοράς όπου οι όγκοι μπορεί να αυξάνονται λόγω επανεξοπλισμού.
Το timing εδώ έχει σημασία: οι αμυντικές δαπάνες στην ΕΕ αυξάνονται αισθητά άρα αυξήθηκαν και οι προμήθειες υλικών/υποδομών που «κουμπώνουν» πάνω σε άνθρακα-εντατικές βιομηχανίες. Παράλληλα, στο ΝΑΤΟ οι αμυντικές δαπάνες παραμένουν σε πολύ υψηλή τροχιά: το επίσημο dataset του ΝΑΤΟ δίνει εκτιμήσεις και για το 2025, με τις ΗΠΑ να εμφανίζονται στα 845,3 δισ. δολάρια ενώ συνολικά το ΝΑΤΟ έχει θεσπίσει πολιτικό στόχο/κατεύθυνση για ενίσχυση δαπανών (και ήδη οι συγκρίσεις γίνονται σε όρους % ΑΕΠ, 2% guideline κ.λπ.), άρα αυξάνονται οι πιθανότητες «κλειδώματος» υλικών υψηλού αποτυπώματος αν δεν ενσωματωθεί ισχυρό αντικίνητρο στην προμήθεια.
Σε αυτό το περιβάλλον, η τιμή του άνθρακα είναι ο κεντρικός μοχλός της ΕΕ. Όταν λοιπόν ο CBAM όταν ο CBAM παρεμβαίνει στο σήμα τιμής του άνθρακα, προκύπτουν τρεις συνέπειες ειδικά για ΕΕ και ΝΑΤΟ: πρώτον, υπονομεύεται η βιομηχανική απανθρακοποίηση που η ίδια η ΕΕ χρειάζεται για στρατηγική αυτονομία, γιατί ο προμηθευτής εκτός ΕΕ μπορεί να παραμένει ελκυστικός για αμυντικές συμβάσεις χωρίς να «φαίνεται» πλήρως το κόστος άνθρακα.
Δεύτερον, επιβαρύνεται η «πράσινη» μεταρρύθμιση αμυντικών logistics/υποδομών (βάσεις, κτίρια, ενεργειακά συστήματα) ακριβώς την ώρα που το ΝΑΤΟ θέλει να ενσωματώσει κλίμα στην επιχειρησιακή του λειτουργία: έχει υιοθετήσει Σχέδιο Δράσης για το Κλίμα και την Ασφάλεια και έχει αναπτύξει μεθοδολογία χαρτογράφησης/ανάλυσης εκπομπών από στρατιωτικές δραστηριότητες και εγκαταστάσεις, ενώ στη Διακήρυξη της Μαδρίτης (2022) δεσμεύεται να θέσει στόχο «σημαντικής» μείωσης εκπομπών από τις πολιτικές και στρατιωτικές δομές/εγκαταστάσεις του.
Τρίτον, δημιουργείται ένα πολιτικό κενό αξιοπιστίας σε διεθνές επίπεδο: η παγκόσμια «οικονομία του άνθρακα» κινείται προς μεγαλύτερη κάλυψη και περισσότερα δημόσια έσοδα/κίνητρα μέσω carbon pricing, άρα μια εξαίρεση σε έναν τόσο εμβληματικό μηχανισμό της ΕΕ μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα από τρίτες χώρες είτε για αντίποινα είτε για «χαλάρωση» δικών τους εξαιρέσεων, ειδικά σε ευαίσθητους τομείς ασφάλειας.