Με «ασπίδα» επενδύσεις - ρεκόρ 17ετίας- και με «φόρα» 1,1% του ΑΕΠ από το 2025, η κυβέρνηση προβλέπει διατήρηση θετικών ρυθμών ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας και το 2026. Η ετήσια έκθεση προόδου την οποία κατέθεσε στην Κομισιόν λειτουργεί σαν συμπληρωματικός προϋπολογισμός: αποτυπώνει την τρέχουσα κατάσταση όπως διαμορφώνεται για το 2026, ενσωματώνει τα έκτακτα και μόνιμα μέτρα στήριξης που ανακοινώθηκαν, αλλά και τις πολλές αβεβαιότητες για το παρόν και το μέλλον που παραμένουν κυρίαρχες, όσο συνεχίζεται η κρίση στη Μέση Ανατολή.
- Διαβάστε ακόμα - Μεσοπρόθεσμος Προϋπολογισμός: 3,2% πληθωρισμός και 2% ανάπτυξη φέτος
Η έκθεση αποτυπώνει τα ρίσκα και τους κινδύνους από τα οποία συνεχίζει να απειλείται η ελληνική οικονομία, επιβαρύνοντας την ανάπτυξη της οικονομίας, την λειτουργία και τροφοδοσία της αγοράς, αλλά και ιδιαίτερα τα νοικοκυριά λόγω των πολύ ισχυρών πληθωριστικών πιέσεων.
Παράλληλα αποκαλύπτει και τον εναπομείναντα χώρο για νέες παροχές ή μέτρα στήριξης το 2026. Παρότι η Ελλάδα υπερέβη τον κανόνα ετήσιας αύξησης κρατικών δαπανών, το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ενεργοποίησε ευελιξίες, διατηρώντας δημοσιονομικό περιθώριο 0,1% του ΑΕΠ κάτω από το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο. Απομένει δηλαδή χώρος της τάξεως των 200-250 εκατ. ευρώ περίπου για επιπλέον δαπάνες, παρά την υπέρβαση του ορίου δαπανών που καταγράφει ο Προϋπολογισμός.
Οι νέες προοπτικές
Η έκθεση καταγράφει ότι στους πρώτους μήνες του 2026, Ελλάδα και ευρωζώνη διατήρησαν γενικά θετική δυναμική. Ωστόσο ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή επανέφερε την αβεβαιότητα και επιβάρυνε τις προοπτικές ανάπτυξης. Οι σοβαρές διαταραχές στις θαλάσσιες μεταφορές μέσω των Στενών του Ορμούζ, οι ζημιές ή το κλείσιμο ενεργειακών υποδομών και τα εμπόδια στο διεθνές εμπόριο και στις αλυσίδες εφοδιασμού δημιουργούν πληθωριστικές και υφεσιακές πιέσεις, ιδίως βραχυπρόθεσμα.
Με βάση τις τελευταίες προβολές του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, η ελληνική οικονομία αναμένεται να αναπτυχθεί κατά 2% το 2026. Η πρόβλεψη αυτή ενσωματώνει σημαντική μεταφορά θετικής επίδρασης ( carry-over) της τάξεως του 1,1% του ΑΕΠ από το 2025 και λαμβάνει υπόψη τη δυναμική που καταγράφηκε τους πρώτους μήνες του έτους.
Η ανάπτυξη για το 2026 εκτιμάται ότι θα συνεχίσει να υπερβαίνει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και θα στηριχθεί κυρίως στην εγχώρια ζήτηση. Οι επενδύσεις προβλέπεται να παραμείνουν ο κύριος μοχλός, με αύξηση 7,1%, ενώ ο λόγος επενδύσεων προς ονομαστικό ΑΕΠ αναμένεται να φτάσει στο 17,7% από 16,9% το 2025, στο υψηλότερο επίπεδο από το 2009.

Η ιδιωτική κατανάλωση προβλέπεται να αυξηθεί κατά 1,5% το 2026 και να συμβάλει κατά 1,1 ποσοστιαία μονάδα στο ΑΕΠ. Παρότι ο υψηλότερος πληθωρισμός και η επιδείνωση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης ενδέχεται να ασκήσουν πιέσεις, η έκθεση θεωρεί ότι η αγοραστική δύναμη θα στηριχθεί από στοχευμένα έκτακτα μέτρα για οικογένειες με παιδιά, επιδοτήσεις καυσίμων και λιπασμάτων, αποζημιώσεις στις ακτοπλοϊκές και πλαφόν μικτού περιθωρίου κέρδους σε καύσιμα και βασικά προϊόντα.
Η δημόσια κατανάλωση αναμένεται να αυξηθεί κατά 1,1% το 2026. Οι εξαγωγές προβλέπεται να αυξηθούν κατά 2,9%, παρά την ασθενέστερη εξωτερική ζήτηση, χάρη στην ανθεκτικότητα των εξαγωγών αγαθών και του τουρισμού, ενώ οι εισαγωγές αναμένεται να ενισχυθούν κατά 4,4% λόγω της ισχυρής επενδυτικής δραστηριότητας. Ως αποτέλεσμα, η συμβολή του εξωτερικού τομέα στο πραγματικό ΑΕΠ θα είναι αρνητική κατά 0,9 ποσοστιαία μονάδα.
Ο πληθωρισμός (δωδεκάμηνος εθνικός δείκτης τιμών καταναλωτή) προβλέπεται να αυξηθεί στο 3,2% το 2026, αντί να πέσει από 2,4% σε 2,2%, κυρίως λόγω των υψηλότερων τιμών ενέργειας και των δευτερογενών επιδράσεων τους στις τιμές άλλων αγαθών. Αυτό δημιουργεί νέες πιέσεις στα νοικοκυριά. Ωστόσο η αγορά εργασίας αναμένεται να παραμείνει υποστηρικτική: η συνολική απασχόληση αναμένεται να αυξηθεί -αν και με πιο συγκρατημένο ρυθμό- η ανεργία να υποχωρήσει στο 8,4% και οι αμοιβές ανά εργαζόμενο να αυξηθούν κατά 3,7%.
Οι κίνδυνοι
Πέραν από αυτό το βασικό σενάριο στην οικονομία, οι εναλλακτικές προοπτικές που προδιαγράφονται για το 2026 είναι σχεδόν μόνο «προς τα κάτω». Ο βασικότερος κίνδυνος είναι τι θα συμβεί αν κλιμακωθεί περαιτέρω σε διάρκεια ή και ένταση ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, καθώς θα μπορούσε να επιφέρει μεγαλύτερη διάρκεια αβεβαιότητας, νέες αυξήσεις στις διεθνείς τιμές ενέργειας και μετακύλιση του κόστους και στα μη ενεργειακά αγαθά.
Ως επιπρόσθετοι αρνητικοί κίνδυνοι αναφέρονται η ενίσχυση του εμπορικού προστατευτισμού (πχ με νέο γύρο στον «πόλεμο δασμών» που ξεκίνησε το 2025) ή και απρόβλεπτες -αλλά πάντα πιθανές- φυσικές καταστροφές.
Στον αντίποδα, η οικονομία θα μπορούσε να αποδώσει καλύτερα από τις προβλέψεις μόνο αν προχωρήσουν τομές ή αλλαγές που θα βελτίωναν περαιτέρω το επιχειρηματικό κλίμα ή αν επιταχυνθεί η υλοποίηση μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων του ελληνικού Σχεδίου Ανάκαμψης.
Υπερπλεόνασμα, παροχές και μέτρα στήριξης
Στην έκθεση αναλύεται και η επίδραση που έχει για το 2026, το ισχυρό πλεόνασμα γενικής κυβέρνησης 1,7% του ΑΕΠ και πρωτογενές πλεόνασμα 4,9% του ΑΕΠ που καταγράφηκαν το 2025 στην Ελλάδα. Σε σύγκριση με το 2024, το πρωτογενές αποτέλεσμα βελτιώθηκε οριακά κατά 0,1 ποσοστιαία μονάδα, παρά το ότι είχαν ληφθεί σειρά επεκτατικών μέτρων αύξησης των κρατικών δαπανών ή παροχών, καθώς και μειώσεων φόρων
Η θετική αυτή επίδοση αποδίδεται στην αποδοτική είσπραξη των φορολογικών και ασφαλιστικών εσόδων, στην ευνοϊκή πορεία της οικονομικής δραστηριότητας, στα μέτρα ενίσχυσης της φορολογικής συμμόρφωσης και στις θετικές εξελίξεις στην αγορά εργασίας και στους μισθούς. Τα συνολικά έσοδα της γενικής κυβέρνησης αυξήθηκαν κατά 6,1% σε σύγκριση με το 2024, ενώ οι συνολικές δαπάνες αυξήθηκαν κατά 5,3%.

Για το 2026 προβλέπεται πρωτογενές πλεόνασμα 3,2% του ΑΕΠ και συνολικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα 0,2% του ΑΕΠ. Η έκθεση υπογραμμίζει ότι -σε αντίθεση με άλλες χώρες- το συνολικό ισοζύγιο παραμένει θετικό και αισθητά καλύτερο από την τιμή αναφοράς του Συμφώνου, που είναι έλλειμμα 3% του ΑΕΠ.
Η βελτίωση του πρωτογενούς πλεονάσματος σε σχέση με το Draft Budgetary Plan (του Οκτωβρίου του 2025 για το 2026) κατά 0,4 ποσοστιαία μονάδα, αποδίδεται κυρίως στο θετικό carry-over από την πορεία των φορολογικών και λοιπών τρεχόντων εσόδων και στην υποεκτέλεση δαπανών του τακτικού προϋπολογισμού, με βάση τα τελικά στοιχεία του 2025. Μέρος αυτής της βελτίωσης αντισταθμίζεται από την ενσωμάτωση των στοχευμένων μέτρων στήριξης που ανακοινώθηκαν την άνοιξη του 2026 και έχουν κόστος 0,3% του ΑΕΠ στον κρατικό προϋπολογισμό (περίπου 750 εκατ. ευρώ).
Τα περισσότερα από τα νέα αυτά μέτρα (περίπου 0,2% του ΑΕΠ) είναι προσωρινού χαρακτήρα και αποσκοπούν στον περιορισμό των συνεπειών από την αύξηση του ενεργειακού κόστους και του πληθωρισμού που συνδέεται με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Πέραν αυτών, η χειροτέρευση του γενικού ισοζυγίου σε σχέση με το 2025 εξηγείται και από νέα μέτρα ενίσχυσης της ανάπτυξης και του διαθέσιμου εισοδήματος, συνολικού ύψους 0,7% του ΑΕΠ, που είχαν ανακοινωθεί στη ΔΕΘ του 2025.
Η έκθεση αναφέρει ότι η αύξηση των φορολογικών και ασφαλιστικών εσόδων το 2026 αναμένεται να καλύψει τις συνήθεις ετήσιες αυξήσεις των λειτουργικών δαπανών λόγω πληθωρισμού, τις αυξήσεις συντάξεων και μισθών στο Δημόσιο, καθώς και άλλες αναδυόμενες ανάγκες. Ταυτόχρονα, όπως σημειώνεται, η Ελλάδα υλοποιεί και ένα ευρύ στρατιωτικό επενδυτικό πρόγραμμα, με τις στρατιωτικές παραδόσεις να αυξάνονται κατά 0,2% του ΑΕΠ σε σχέση με το 2025.
Υπέρβαση «καθαρών δαπανών» αλλά… με κανόνες
Η έκθεση εντάσσει τη δημοσιονομική εικόνα του 2026 στο νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο επιτήρησης, όπου κρίσιμο στοιχείο θεωρείται η πορεία των καθαρών δαπανών είναι ο βασικός επιχειρησιακός δείκτης. Σημειώνεται ότι η Ελλάδα ενεργοποίησε τη λεγόμενη εθνική ρήτρα διαφυγής (national escape clause) η οποία επιτρέπει μερική απόκλιση από τα ανώτατα όρια αύξησης των καθαρών δαπανών, στον βαθμό που αυξάνονται οι αμυντικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ σε σχέση με το 2024.
Για το 2025, η αύξηση των καθαρών εθνικά χρηματοδοτούμενων πρωτογενών δαπανών εκτιμάται στο 2,9%, όταν η σύσταση του Συμβουλίου όριζε ανώτατη αύξηση 3,7%. Για το 2026, η ετήσια αύξηση προβλέπεται στο 7,5%, ενώ το όριο της σύστασης είναι 3,6%.
Παρά την ετήσια αυτή υπέρβαση, η έκθεση υποστηρίζει ότι η σωρευτική αύξηση των καθαρών δαπανών κατά την περίοδο 2024-2026 δεν υπερβαίνει τη σύσταση του Συμβουλίου, εφόσον ληφθεί υπόψη η ευελιξία λόγω της αύξησης των αμυντικών δαπανών.
Μετά την εφαρμογή αυτής της ευελιξίας, το σωρευτικό αποτέλεσμα διαμορφώνεται 0,1% του ΑΕΠ κάτω από το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο. Απομένει δηλαδή χώρος της τάξεως των 200-250 εκατ. ευρώ περίπου για επιπλέον δαπάνες, παρά την υπέρβαση του ορίου δαπανών.
Η αύξηση των αμυντικών δαπανών ως ποσοστό του ΑΕΠ από το 2024 έως το 2026 εκτιμάται σε 0,3 ποσοστιαία μονάδα. Επίσης, η έκθεση συνδέει το χαμηλότερο επίπεδο καθαρών δαπανών το 2025 με χαμηλότερες δαπάνες από τις αναμενόμενες και με διακριτά μέτρα ενίσχυσης των φορολογικών εσόδων και της συμμόρφωσης, όπως η διασύνδεση POS και ταμειακών με την ΑΑΔΕ, η πλήρης εφαρμογή του myDATA, τα ηλεκτρονικά τιμολόγια και η ψηφιακή κάρτα εργασίας.