Από την πρώτη στιγμή της επίθεσης των ΗΠΑ και του Ισραήλ ένας από τους βασικούς στόχους του ιρανικού καθεστώτος ήταν το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, του θαλάσσιου περάσματος ανάμεσα στο Ιράν και το Ομάν από το οποίο περνά το ένα πέμπτο του αργού πετρελαίου και του υγροποιημένου φυσικού αερίου που διακινείται μέσω θάλασσας παγκοσμίως.
Ο σκοπός είναι προφανής: Nα προκληθεί ένα σοκ στην παγκόσμια αγορά ενέργειας που θα οδηγήσει χώρες χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το σημείο του πολέμου να αντιδράσουν στην επίθεση. Το κατά πόσο αυτό θα γίνει πραγματικότητα, σύμφωνα με τους ναυτιλιακούς αναλυτές, έχει να κάνει αφενός με τη διάρκεια του αποκλεισμού των Στενών, αλλά και με τη δυνατότητα του Ιράν πράγματι να χτυπήσει τα πλοία που θα επιχειρούν το πέρασμα.
Όπως ήταν αναμενόμενο, ο πόλεμος στο Ιράν έχει προκαλέσει απότομα σοκ στις αγορές. Η τιμή του αργού Brent έχει αυξηθεί κατά 12% και του φυσικού αερίου στην Ευρώπη κατά 50% μέχρι στιγμής αυτή την εβδομάδα. Χθες Τετάρτη οι αγορές έδειξαν σημάδια σταθεροποίησης, όμως σύμφωνα με αναλυτές που επικαλείται το Reuters οι επιπτώσεις του πολέμου μπορεί να έχουν υποτιμηθεί από τις αγορές, ειδικά αν το Ιράν αποφασίσει να ρίξει στον Περσικό τις θαλάσσιες νάρκες που διαθέτει. Αναλυτές της Goldman Sachs έχουν εκτιμήσει πως αν η μεταφορά καυσίμων από τα Στενά του Ορμούζ παραμείνουν περιορισμένες για πέντε ακόμη εβδομάδες, η τιμή του πετρελαίου μπορεί να φτάσει τα 100 δολάρια το βαρέλι.
Οι επιπτώσεις για την Ελλάδα
Υπό αυτές τις συνθήκες σε πρώτο πλάνο βρίσκεται μια πιθανή αναζωπύρωση των ανατιμήσεων που μπορεί να οδηγήσει υψηλότερα τον πληθωρισμό επιβαρύνοντας και άλλο τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Η χώρα μας βρίσκεται σε ιδιαίτερα ευάλωτη θέση καθώς εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από ενεργειακές εισαγωγές από τη Μέση Ανατολή όπως σημειώνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην ετήσια έκθεσή της για την Ελλάδα.
Η άνοδος των τιμών των ενεργειακών αγαθών έχει άμεσες επιπτώσεις σε μια σειρά από άλλα προϊόντα και υπηρεσίες καθώς ανεβαίνει το κόστος παραγωγής και μεταφοράς εμπορευμάτων. Έτσι εκτός από τον κλάδο της ενέργειας μπορεί να δούμε ανατιμήσεις και σε άλλα προϊόντα. Τι σημαίνει αυτό στην πράξη; Ο Έλληνας καταναλωτής μπορεί να δει νέες αυξήσεις στις τιμές συσκευασμένων τυποποιημένων προϊόντων (π.χ. αλεύρι, λάδι, γάλα). Επίσης, τα αυξημένα μεταφορικά κόστη για εισαγόμενα είδη θα αυξήσουν με τη σειρά τους τιμές προϊόντων όπως τα ξηρά φρούτα, ο καφές, κ.λπ.
Στο κάδρο μπαίνουν βέβαια και τα φαινόμενα αισχροκέρδειας που παραδοσιακά δεν λείπουν από την ελληνική οικονομία, καθώς σε κάθε αναταραχή υπάρχουν φαινόμενα αύξησης των τιμών πρόωρα και χωρίς σοβαρό λόγο εξαιτίας του κλίματος που επικρατεί στις αγορές και της αβεβαιότητας.
Σε δεύτερο πλάνο βρίσκονται οι επιπτώσεις των διαταραχών που θα προκαλέσουν οι επιπτώσεις της ανάφλεξης στην Μέση Ανατολή στον τουρισμό και στο διεθνές εμπόριο αλλά και μια επιβράδυνση της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας οικονομίας που θα φέρει αλυσιδωτές αντιδράσεις και στο ελληνικό ΑΕΠ. Σύμφωνα με την Goldman Sachs, η αύξηση των τιμών ενέργειας επιδρά αρνητικά στο ΑΕΠ των περισσότερων ευρωπαϊκών οικονομιών. Σε ορίζοντα τεσσάρων τριμήνων, μια αύξηση της τάξης του 10% στον μέσο όρο των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου εκτιμάται ότι θα μειώσει το πραγματικό ΑΕΠ στην Ευρωζώνη κατά 0,2%. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να αναμένεται μια επιβάρυνση της τάξης του 0,15%-0,3% στον γενικό πληθωρισμό και 0,03%-0,06% στον δομικό πληθωρισμό.
Σε ετοιμότητα του οικονομικό επιτελείο
Από το οικονομικό επιτελείο πάντως έχουν ξεκινήσει ήδη ασκήσεις για τα μέτρα που ενδεχομένως να χρειαστούν και για τις αντοχές του κρατικού προϋπολογισμού ακόμη και αν πράγματι το πετρέλαιο εκτιναχθεί στα 100 δολάρια το βαρέλι, αντί για 62 δολάρια που ήταν το βασικό σενάριο.
Όπως έχει γράψει το insider.gr η κυβέρνηση κινείται ήδη σε τρεις κατευθύνσεις:
- στον αγώνα κατά της αισχροκέρδειας, με πάνω από 500 ελέγχους ήδη στην αγορά για να προλάβει μην ξεφύγουν οι τιμές.
- στον σχεδιασμό για τον περιορισμό των οικονομικών επιπτώσεων σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, από τη νέα κρίση που βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη.
- στον συντονισμό των πολιτικών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, με ορίζοντα τη Σύνοδο Κορυφής στις 19 Μαρτίου.
Πολλά θα εξαρτηθούν από την ένταση και τη διάρκεια του πολέμου αλλά και τις διαθέσεις και τα «αντανακλαστικά» της αγοράς. Όχι τυχαία ίσως, μετά από σύσκεψη για την εικόνα της αγοράς, ο υπουργός Ανάπτυξης Τάκης Θεοδωρικάκος διαβεβαίωσε πως υπάρχει «πλήρης επάρκεια σε όλα τα προϊόντα» και ότι δεν υπάρχει «κανένας απολύτως λόγος ανησυχίας, πολύ δε περισσότερο πανικού». Ενώ όμως καθησύχασε ότι «αν χρειαστεί να στηριχθούν νοικοκυριά και επιχειρήσεις σε υπέρμετρες αυξήσεις, δεν θα αφήσουμε την κοινωνία απροστάτευτη» και «όπως κάναμε τις προηγούμενες φορές στηρίξαμε, έτσι θα στηρίξουμε και τώρα», από την άλλη προειδοποίησε ότι αδικαιολόγητες αυξήσεις που παραπέμπουν σε αισχροκέρδεια «δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να γίνουν αποδεκτές».