Το Brent παραμένει εγκλωβισμένο στη ζώνη των 71–76 δολαρίων το βαρέλι, αντανακλώντας μια εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στη γεωπολιτική ένταση και στις προσδοκίες επάρκειας προσφοράς. Οι αγορές παρακολουθούν στενά τις κινήσεις του Αμερικανού προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ, απέναντι σε Ιράν και Βενεζουέλα, ενώ ταυτόχρονα αξιολογούν τις επόμενες αποφάσεις του OPEC+ και την πορεία των παγκόσμιων αποθεμάτων. Το ερώτημα που κυριαρχεί δεν είναι αν οι τιμές θα κινηθούν, αλλά προς ποια κατεύθυνση και με ποια ένταση, σε μια αγορά όπου ακόμη και λίγα δολάρια ανά βαρέλι μπορούν να μεταφραστούν σε απτές επιπτώσεις για οικονομίες όπως η ελληνική.
Οι διεθνείς καταλύτες: Ιράν, OPEC+ και Βενεζουέλα
Το πρώτο και πιο άμεσο ρίσκο αφορά το Ιράν. Ενδεχόμενη σκλήρυνση της αμερικανικής στάσης ή επεισόδιο που θα επηρέαζε τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ –απ’ όπου διέρχεται περίπου το 30% του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου πετρελαίου– θα μπορούσε να προσθέσει σημαντικό risk premium στις τιμές. Ακόμη και χωρίς φυσική διακοπή ροών, η αγορά τείνει να προσμετρά 5 έως 10 δολάρια ανά βαρέλι όταν αυξάνεται η πιθανότητα κλιμάκωσης.
Δεύτερος παράγοντας είναι ο OPEC+. Αν επιβεβαιωθεί επανεκκίνηση αυξήσεων παραγωγής από τον Απρίλιο, το μήνυμα προς την αγορά θα είναι ότι το καρτέλ επιδιώκει να αποτρέψει μια υπερθέρμανση τιμών. Σε αυτό το σενάριο, η προσφορά θα μπορούσε να αυξηθεί κατά μερικές εκατοντάδες χιλιάδες βαρέλια ημερησίως, λειτουργώντας ως «οροφή» για το Brent την άνοιξη.
Τρίτος καταλύτης είναι η Βενεζουέλα. Η πορεία των αμερικανικών αδειών και των κυρώσεων θα καθορίσει αν θα επιστρέψει επιπλέον βαρέλια στην αγορά. Αν η παραγωγή ενισχυθεί εντός του 2026, η διεθνής ισορροπία προσφοράς–ζήτησης θα γίνει πιο άνετη, πιέζοντας καθοδικά τις τιμές. Αντίθετα, μια αυστηροποίηση κυρώσεων θα αφαιρούσε προσφορά, ενισχύοντας ανοδικές πιέσεις.
Τα πιθανά εύρη του Brent στο επόμενο δίμηνο
Η πορεία των τιμών το αμέσως επόμενο διάστημα θα κριθεί από την ισορροπία μεταξύ γεωπολιτικού ρίσκου και αποφάσεων προσφοράς, με τις αγορές να σταθμίζουν τόσο τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή όσο και τη στάση του OPEC+ και των βασικών παραγωγών. Στο βασικό σενάριο, με ελεγχόμενη γεωπολιτική ένταση και χωρίς σοβαρή διακοπή ροών, το Brent εκτιμάται ότι θα κινηθεί σε εύρος 70–78 δολάρια το βαρέλι έως τα τέλη Μαρτίου ή αρχές Απριλίου. Η αγορά θα συνεχίσει να «τιμολογεί» ειδήσεις, αλλά χωρίς δραματική απόκλιση από τα τρέχοντα επίπεδα.
Στο πτωτικό σενάριο, αν ο OPEC+ αυξήσει παραγωγή και η Βενεζουέλα ενισχύσει εξαγωγές, το Brent θα μπορούσε να διολισθήσει προς τα 62–68 δολάρια. Μια τέτοια κίνηση θα αντανακλούσε αντίληψη υπερπροσφοράς και χαμηλότερο γεωπολιτικό ρίσκο. Στο ανοδικό σενάριο, μια αιφνίδια κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να ωθήσει το Brent στα 85–95 δολάρια βραχυπρόθεσμα. Σε ακραία περίπτωση παρατεταμένης κρίσης, δεν αποκλείεται ακόμη και υπέρβαση των 100 δολαρίων, αν και αυτό δεν αποτελεί σήμερα το βασικό σενάριο των αγορών.
Οι επιπτώσεις για την Ελλάδα: Αντλία, πληθωρισμός και ανάπτυξη
Για την Ελλάδα, η αποτύπωση των διεθνών τιμών στην αντλία γίνεται με χρονική υστέρηση και υπό το βάρος υψηλής φορολογίας. Αδρομερώς, αύξηση 10 δολαρίων στο Brent μπορεί να μεταφραστεί σε 5 έως 10 λεπτά επιπλέον ανά λίτρο στη βενζίνη, ανάλογα με την ισοτιμία ευρώ–δολαρίου και τα περιθώρια διύλισης. Σε σενάριο όπου το Brent κινείται στα 85–90 δολάρια, η μέση τιμή αμόλυβδης στην Ελλάδα θα μπορούσε να κινηθεί εκ νέου προς τα 1,85–1,95 ευρώ το λίτρο, αναζωπυρώνοντας πληθωριστικές πιέσεις. Αντίθετα, σε υποχώρηση προς τα 65 δολάρια, θα υπήρχε περιθώριο αποκλιμάκωσης κατά 7–12 λεπτά το λίτρο, ενισχύοντας διαθέσιμο εισόδημα και κατανάλωση.
Η ευρύτερη επίδραση αφορά το κόστος μεταφορών, τη ναυτιλία, τον τουρισμό και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Κάθε παρατεταμένη άνοδος 15–20 δολαρίων στο Brent μπορεί να αφαιρέσει 0,2–0,4 ποσοστιαίες μονάδες από την ετήσια ανάπτυξη, μέσω αυξημένου ενεργειακού κόστους και εισαγωγών. Η τρέχουσα «σταθερότητα» στα 71–76 δολάρια δεν είναι αμελητέα. Είναι όμως εύθραυστη. Η κατεύθυνση των επόμενων εβδομάδων θα κριθεί όχι μόνο από τις δηλώσεις της Ουάσινγκτον, αλλά από το αν οι γεωπολιτικές εξελίξεις θα παραμείνουν σε επίπεδο ρητορικής ή θα μετατραπούν σε πραγματικό σοκ προσφοράς.